ΠΕΝΗΝΤΑ δισεκατομμύρια δραχμές «μοιράζονται» μια «χούφτα» συνεταιριστικές γαλακτοβιομηχανίες. Η εποχή όπου σε κάθε νομό λειτουργούσε μια μικρή συνεταιριστική γαλακτοβιομηχανία καλύπτοντας τις τοπικές ανάγκες έχει σχεδόν περάσει ανεπιστρεπτί.
Σήμερα τρεις μεγάλες γαλακτοβιομηχανίες βρίσκονται στην πρώτη σειρά του κλάδου και μόνο μια μικρή ομάδα συνεταιριστικών επιχειρήσεων λιγότερες από δέκα! έχει κατορθώσει να επιβιώσει και «ζώντας στη σκιά των μεγάλων» προσπαθεί μέσα σε ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον να διατηρήσει τα «κεκτημένα» των αγορών που διαθέτει. Αλλά και το 25% περίπου της αγοράς των γαλακτοκομικών προϊόντων που έχει συνολικά δεν είναι «μικρό πράγμα».
«Η διατήρηση εν ζωή των συνεταιριστικών γαλακτοβιομηχανιών είναι μια αναγκαιότητα για την ισορροπία της αγοράς, προκειμένου να αποφευχθούν ολιγοπωλιακές καταστάσεις», υποστηρίζει μιλώντας προς «Το Βήμα» ο κ. Αθ. Παπαγεωργίου, υποδιοικητής της Αγροτικής Τράπεζας. Το ερώτημα όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι αν έχουν μέλλον αυτές οι επιχειρήσεις στην περίπτωση όπου συνεχίσουν να λειτουργούν έτσι όπως έχουν μάθει επί δεκαετίες. Ο κ. Παπαγεωργίου πιστεύει ότι «υπάρχει ρόλος και γι’ αυτές μέσα στην αγορά, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα αποκτήσουν ενιαία υποδομή, διανομή και σήμα ποιότητας και φυσικά πρέπει πλέον να αντιμετωπίσουμε και το θέμα των συγχωνεύσεων των συνεταιρισμών».
Για τον λόγο αυτόν ο υποδιοικητής της ΑΤΕ επισημαίνει την ανάγκη να δοθούν κίνητρα για τη συγχώνευση των συνεταιρισμών.
Ο «μεγάλος ασθενής» του τομέα της συνεταιριστικής γαλακτοβιομηχανίας είναι η βορειοελλαδίτικη ΑΓΝΟ, που ανήκει στην Ενωση Αγελαδοτροφικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης με 37.000 αγελαδοτρόφους στη δύναμή της, η οποία αντιμετώπισε τον κίνδυνο της κατάρρευσης και τελικώς βρέθηκε υπό την «επιτροπεία» της ΑΤΕ. Οπως αναφέρει ο κ. Παπαγεωργίου, αφότου έγινε ρύθμιση των χρεών της είναι συνεπής προς τις υποχρεώσεις της και ασκείται ορθολογική διαχείριση.
Ωστόσο όμως τα προβλήματα που αντιμετώπισε είχαν αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, και τη μείωση των πωλήσεών της. Ετσι οι πωλήσεις της ΑΓΝΟ από 22,2 δισ. δραχμές που ήταν το 1995, μειώθηκαν το 1996 στα 21 δισ. Παρά τα όποιας φύσεως προβλήματα αντιμετωπίζει τα μερίδια που κατέχει στη συνολική αγορά δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΤΕ, η ΑΓΝΟ κατέχει μερίδιο ύψους 13% στην πανελλαδική αγορά του λευκού παστεριωμένου γάλακτος, το 12% στην αγορά των άλλων νωπών γαλακτοκομικών προϊόντων (κακάο, ξινόγαλα κλπ.) και το μερίδιό της στην αγορά του γιαουρτιού κυμαίνεται μεταξύ 3% και 5%, ενώ παράγει 388.486 κιλά τυροκομικών προϊόντων ετησίως.
Με «απόσταση αναπνοής» ακολουθεί η ηπειρωτική Δωδώνη, που ανήκει σε έξι ενώσεις συνεταιρισμών της περιοχής και είναι η μοναδική εταιρεία του κλάδου, συνεταιριστική ή μη, που διαθέτει την πιο… επώνυμη φέτα στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.
Στη διάρκεια του 1996 οι πωλήσεις της ανήλθαν σε 20,1 δισ. έναντι 18 δισ. δραχμών του 1995. Επεξεργάζεται ετησίως περίπου 70.000 τόνους γάλακτος, εκ των οποίων οι 50.000 τόνοι είναι αιγοπρόβειο και οι 20.000 αγελαδινό. Εξάγει 3.000 τόνους φέτας στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στην Αυστραλία. Στη διάρκεια του 1997 η διοίκηση της εταιρείας εκτιμά ότι οι πωλήσεις της θα αυξηθούν κατά 15%.
Εν τω μεταξύ φαίνεται πως βρίσκεται στο τέλος της η διαδικασία μεταβίβασης ενός σημαντικού μέρους (40%) των μετοχών της Δωδώνης που κατέχει η ΑΤΕ προς τους συνεταιρισμούς. Η σχετική σύμβαση προβλέπει την πώληση του 40% αντί 1,7 δισ. δραχμών, 4.800 δραχμές ανά μετοχή. Το 1/5 του τιμήματος θα καταβληθεί άμεσα με την υπογραφή της σύμβασης και το υπόλοιπο σε τέσσερις δόσεις. Σύμφωνα με την υπό υπογραφή σύμβαση, αν δεν καταβληθεί ένα ποσοστό ύψους 15% η ΑΤΕ θα θεωρήσει άκυρη τη σύμβαση και θα πάρει πίσω όλες τις μετοχές που είχε και μεταβίβασε. Επίσης, στη σύμβαση θα περιέχεται όρος σύμφωνα με τον οποίο θα πρέπει να διπλασιασθεί το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας στα επόμενα δύο χρόνια.
Με ιδιαίτερα ικανοποιητικούς όρους, αν και αρκετά μικρότερη σε μέγεθος από τις προαναφερόμενες εταιρείες, συμμετέχει στον ανταγωνισμό της αγοράς στην Ανατολική Μακεδονία η βιομηχανία γάλακτος Νεογάλ ΑΕ, βασικός μέτοχος της οποίας είναι η Ενωση Γαλακτοκομικών Συνεταιρισμών Δράμας και Καβάλας. Οι πωλήσεις της από 3 δισ. που ήταν στη διάρκεια του 1995 ανήλθαν πέρυσι σε 3,38 δισ. δραχμές. Η παρουσία της στις τοπικές αγορές όπου δραστηριοποιείται είναι αξιόλογη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΤΕ, διαθέτει το 70% της αγοράς στη Δράμα, το 30% της Καβάλας, το 10% των Σερρών, το 4% της Κομοτηνής και το 2% της Θεσσαλονίκης, ενώ επεξεργάζεται ημερησίως περίπου 30 τόνους γάλακτος.
Μια σημαντική προσπάθεια εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης της θέσης της στην περιοχή της Θεσσαλίας και των όμορων νομών καταβάλλει η συνεταιριστική γαλακτοβιομηχανία της Λάρισας Ολυμπος ΑΕ, η οποία υλοποιεί επενδυτικό πρόγραμμα ύψους άνω των 3 δισ. δραχμών. Η βασική της δύναμη είναι οι καταναλωτές του Νομού Λάρισας, στην αγορά του οποίου κατέχει το 37% περίπου, ενώ πρόσφατα επέκτεινε το δίκτυό της και στην αγορά της Πιερίας. Οι πωλήσεις της στη διάρκεια του 1996 ανήλθαν σε 2,72 δισ. δραχμές έναντι 2,56 δισ. του 1995.
Στην ακριτική Θράκη τον πρώτο λόγο έχει η βιομηχανία γάλακτος Ροδόπη ΑΕ, οι πωλήσεις της οποίας στη διάρκεια του 1996 ανήλθαν σε 2,2 δισ. έναντι 1,98 δισ. δραχμών του 1995. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΤΕ, στην περιοχή της Θράκης κατέχει το 60% της αγοράς των νωπών γαλακτοκομικών προϊόντων, το 17% της αγοράς του γάλακτος μακράς διαρκείας και το 5% της αγοράς τυροκομικών προϊόντων της περιοχής Θράκης και Ανατολικής Μακεδονίας.
