Οι εξελίξεις στην υπόθεση γύρω από τη συγχώνευση των δύο μεγάλων εμπορικών τραπεζών του ιδιωτικού τομέα της Alpha Τράπεζας Πίστεως και της Τράπεζας Εργασίας όλο και περισσότερο θυμίζει την παλαιά και ίσως λησμονημένη ανάλογη υπόθεση της συγχώνευσης της Εθνικής Τράπεζας με την Τράπεζα Αθηνών. Τραπεζικοί παράγοντες που διαθέτουν γνώση και μνήμη γύρω από τα κρυμμένα μυστικά της υψηλής αθηναϊκής κοινωνίας των αρχών της δεκαετίας του 1950 επιμένουν ότι οι δύο υποθέσεις παρά το γεγονός ότι απέχουν η μία από την άλλη σχεδόν μισό αιώνα έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Το κυριότερο εξ αυτών, τότε και τώρα, οι αξιώσεις του μικρότερου σε μέγεθος εταίρου που έπαιζε με τον χρόνο προκειμένου να επιτύχει τη διάσωση των προνομίων των βασικών διευθυντικών στελεχών του.
«Το αφεντικό της ιδιωτικής Τράπεζας Αθηνών, ο Κωστής Ηλιάσκος», λένε, «πίεζε αφόρητα ως την τελευταία στιγμή για να εξασφαλίσει όχι μόνον ότι δεν θα χανόταν μέσα στον ωκεανό της Εθνικής Τραπέζης αλλά θα διατηρούσε και τα οφίκια που κατείχε». Οι ίδιοι παράγοντες αναφέρουν ότι ο Ηλιάσκος εξασφάλισε αυτά που ζητούσε από τον στρατάρχη Παπάγο τότε πρωθυπουργό της χώρας σε μια παρτίδα μπριτζ που είχε στηθεί στην οικία της πριγκίπισσας Ελένης του Νικολάου και στην οποία συμμετείχε και ο αρχιτέκτων της οικονομικής πολιτικής εκείνης της εποχής κ. Σπύρος Μαρκεζίνης.
Τώρα κυβερνητικές παρεμβάσεις δεν υπάρχουν και ούτε πρόκειται να υπάρξουν και ο ισχυρός άνδρας της Τράπεζας Πίστεως κ. Γιάννης Σ. Κωστόπουλος δεν παίζει μπριτζ. Τι απομένει, λοιπόν, από την «παρτίδα»; Οι αξιώσεις του μικρότερου σε μέγεθος εταίρου που στη συγκεκριμένη περίπτωση εκπροσωπείται από μια ομάδα διευθυντικών στελεχών που ελέγχει την Τράπεζα Εργασίας στηριγμένη στις εξουσιοδοτήσεις που δίνει σε κάθε γενική συνέλευση σημαντικό μέρος των χιλιάδων μικρομετόχων της.
Ετσι, για να προχωρήσει η υπόθεση της συγχώνευσης ή θα πρέπει να αρθούν οι αξιώσεις της ηγετικής διευθυντικής ομάδας ως προς την κατοχύρωση των προσωπικών – επαγγελματικών συμφερόντων της στις νέες πραγματικότητες ή θα πρέπει να διαμορφωθεί μια νέα μετοχική πλειοψηφία μακροπρόθεσμων επενδυτών που θα αποδέχεται την αναγκαιότητα της κοινής πορείας των δύο τραπεζών. Σε κάθε περίπτωση, η Τράπεζα Πίστεως, από τη στιγμή όπου έχει απορρίψει οποιαδήποτε πρόταση για την εξαγορά πακέτων από μεγαλομετόχους της Τράπεζας Εργασίας, επιδιώκει, δίχως παρεμβάσεις και «εχθρικές» ενέργειες, να καταδείξει την ορθότητα της στρατηγικής επιχειρηματικής – επενδυτικής επιλογής της συγχώνευσης προς πάσα κατεύθυνση.
Η βάση για τον σχηματισμό αυτής της νέας πλειοψηφίας θα είναι, πέρα από τα οφέλη που θα προκύψουν από τη δημιουργία ενός ισχυρότατου τραπεζικού πόλου, οι ίδιοι οι όροι της συγχώνευσης, σύμφωνα με τους οποίους οι σημερινοί μέτοχοι της Τράπεζας Εργασίας θα είχαν την ευκαιρία δίχως κανένα ρίσκο να αυξήσουν, από τη μια στιγμή στην άλλη, την αξία της περιουσίας τους. Επιπλέον, όλοι γνωρίζουν ότι ο νέος ενιαίος τραπεζικός οργανισμός θα είναι πολυμετοχικός καθώς η διασπορά του μετοχικού κεφαλαίου θα είναι ακόμη μεγαλύτερη σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση του μετοχικού κεφαλαίου των δύο τραπεζών. Γεγονός που σημαίνει ότι τα συμφέροντα των μικρομετόχων που αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία των μετόχων και στις δύο τράπεζες δεν θα κινδυνεύσουν να συντριβούν και αυτό γιατί η διοίκηση της νέας τράπεζας θα προκύψει μέσα από συμμαχίες μετόχων με ευρύτερη αποδοχή. Η πολυμετοχικότητα των δύο τραπεζών
Το πρώτο και βασικό από την πληθώρα των κοινών χαρακτηριστικών των δύο ελληνικών τραπεζών, που διευκολύνει την υπόθεση της συγχώνευσης, είναι η μεγάλη διασπορά του μετοχικού κεφαλαίου τους. Κανείς ιδιώτης ή εταιρεία δεν διαθέτει διψήφιο ποσοστό. Το ποσοστό, για παράδειγμα, του προέδρου της Alpha Τράπεζας Πίστεως κ. Κωστόπουλου είναι κοντά στο 5%, ενώ το ποσοστό του μεγαλύτερου μετόχου της Τράπεζας Εργασίας που είναι το αμερικανικό συνταξιοδοτικό ταμείο U. S. Pension Tax Exempt είναι μόλις 2,43%.
Το χαμηλό προσωπικό ποσοστό του κ. Κωστόπουλου δεν απεικονίζει με ακρίβεια την τραπεζική ισχύ του προέδρου, καθώς η ευρύτερη μετοχική του επιρροή είναι πολύ μεγαλύτερη. Συγκεκριμένα, το ποσοστό που επηρεάζει προσεγγίζει το 25% του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας. Μάλιστα, η σημερινή εικόνα του μετοχικού κεφαλαίου της Alpha Τράπεζας Πίστεως δεν απέχει πολύ από την εικόνα που περιγράφεται στο ενημερωτικό δελτίο της τράπεζας για τη διάθεση μέρους των μετοχών της στο εξωτερικό (29 Μαρτίου 1994).
Το προσωπικό ποσοστό του κ. Γιάννη Κωστόπουλου, με βάση τα στοιχεία του ενημερωτικού δελτίου του 1994, ήταν 4,85%, ενώ στο 19% της ευρύτερης επιρροής, με βάση τα ίδια στοιχεία, συμπεριλαμβάνονταν τα ποσοστά των μετοχών που κατείχαν συγγενικά πρόσωπα όπως ο κ. Φώτης Π. Κωστόπουλος και ο κ. Δημήτρης Ματζούνης αλλά και ο φιλικός κύκλος επώνυμων επιχειρηματιών όπως ο σημερινός πρόεδρος του ΣΕΒ και διευθύνων σύμβουλος της τσιμεντοβιομηχανίας Τιτάν κ. Ανδρέας Κανελλόπουλος, ο κ. Δημήτρης Μαρινόπουλος (επικεφαλής του ομώνυμου ομίλου με τις πολυποίκιλες βιομηχανικές και εμπορικές δραστηριότητες), ο κ. Τάσος Αβέρωφ (από τους διευθύνοντες της βιομηχανίας τσιγάρων Παπαστράτος ΑΒΕΣ) και ο λαρισαίος βιομήχανος κ. Ξενοφών Καντώνιας (επικεφαλής του ομίλου των εταιρειών Βιοκαρπέτ). Επιπλέον, στο ποσοστό της ευρύτερης μετοχικής επιρροής συμπεριλαμβάνονται και τα ποσοστά θυγατρικών εταιρειών, όπως η εταιρεία επενδύσεων χαρτοφυλακίου Alpha Επενδύσεων, η Alpha ΑΕΔΑΚ των αμοιβαίων κεφαλαίων και η εταιρεία παροχής χρηματοοικονομικών προϊόντων και υπηρεσιών Alpha Finance.
Από την άλλη πλευρά του λόφου την Τράπεζα Εργασίας η διασπορά του μετοχικού κεφαλαίου είναι ακόμη μεγαλύτερη. Το U. S. Pension Tax Exempt o πρώτος στη λίστα των μετόχων έχει μόλις το 2,43% του μετοχικού κεφαλαίου, ενώ η εφοπλιστική οικογένεια Φαφαλιού που αποτελεί τον μεγαλύτερο επιχειρηματικό και επενδυτικό όμιλο συγκροτημένο από ένα πλήθος ναυτιλιακών επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων κατέχει το 10,5% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Εργασίας.
Το ποσοστό της οικογένειας Φαφαλιού, τα συμφέροντα της οποίας εκπροσωπεί στο διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας ο κ. Στάμος Π. Φαφαλιός, κατανέμεται μεταξύ ναυτιλιακών επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων όπως ο κ. Στάμος Ι. Φαφαλιός, η κυρία Μαρίκα – Ζηνοβία Στ. Φαφαλιού, η κα Ειρήνη Ι. Φαφαλιού, ο κ. Στάμος Δημ. Φαφαλιός, η κα Δέσποινα Φαφαλιού – Μόσχου, η κυρία Αγγέλα Μιχ. Φαφαλιού, ο κ. Δημήτρης Ι. Φαφαλιός και ο κ. Χαράλαμπος Ι. Φαφαλιός. Πολυμελής είναι και η δεύτερη σε δύναμη «μετοχική οικογένεια» της Τράπεζας Εργασίας, η οικογένεια Εφραίμογλου, που κατέχει το 8,5% των μετοχών. Μερίδιο σε αυτό το ποσοστό κατέχουν δύο εταιρείες, ιδιοκτησίας του επιχειρηματία και πρώην βουλευτή κ. Λάζαρου Εφραίμογλου η ΒΕΚ Α.Ε. και η Αρδηττός Τεχνική Α.Ε. , ο ίδιος ο επιχειρηματίας, η σύζυγός του κα Ουρανία Εφραίμογλου και ο γιος του κ. Δημήτρης Εφραίμογλου. Σε αυτό το ποσοστό συμπεριλαμβάνεται το μερίδιο του κ. Μηνά Εφραίμογλου (επικεφαλής της εριουργίας 3Α) και της συζύγου του κυρίας Αγάπης Εφραίμογλου.
Εξάλλου, την υπόθεση της συγχώνευσης θα μπορούσε να διευκολύνει και η ύπαρξη μιας άλλης μεγάλης οικογένειας, της οικογένειας των θεσμικών επενδυτών, που περιλαμβάνει πληθώρα αμοιβαίων κεφαλαίων και εταιρειών επενδύσεων χαρτοφυλακίου από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Σε αυτήν την οικογένεια το ποσοστό της οποίας ξεπερνά το 30% στην περίπτωση της Τράπεζας Εργασίας κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει η αμερικανική εταιρεία Templeton, η οποία ελέγχει ή διαχειρίζεται αμοιβαία κεφάλαια που κατέχουν γύρω στο 10% των μετοχών τόσο της Τράπεζας Πίστεως όσο και της Τράπεζας Εργασίας. Τα πιο δραστήρια από αυτά τα αμοιβαία κεφάλαια της επιρροής της Templeton είναι το U. S. Pension Tax Exempt, το Templeton Emerging Markets και το Templeton Development.
