Η αύξηση κατά 3% της παραγωγής της κλωστοϋφαντουργίας που σημειώθηκε το πρώτο εξάμηνο του 1998 δίνει κάποιες ελπίδες για καλύτερες ημέρες στον κλάδο, ο οποίος όμως τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει μεγάλη συρρίκνωση. Τα θετικά οικονομικά αποτελέσματα που παρουσίασαν μεγάλες εταιρείες, όπως η Επίλεκτος, ο Ομιλος Κλωνατέξ, η Κλωστοβιομηχανία Ελ. Μουζάκης, ο Δούδος και ο Πολύχρονος, δεν είναι το αντιπροσωπευτικό δείγμα που πιστοποιεί την υγιή πορεία των υπόλοιπων επιχειρήσεων του κλάδου.
Ο κλάδος της κλωστοϋφαντουργίας είναι «κεφαλαιοβόρος». Η απόκτηση σύγχρονου τεχνολογικού εξοπλισμού καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών. Το μεγαλύτερο κομμάτι όμως του κλάδου αποτελείται από μικρομεσαίες, οικογενειακού χαρακτήρα επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν ελάχιστα ίδια κεφάλαια. Μόνον το 30% των κλωστοϋφαντουργικών επιχειρήσεων διαθέτει σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό και υποδομή που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της σύγχρονης επιχείρησης.
Για τις πρόσφατες αιτίες της συρρίκνωσης της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας, ο διευθύνων σύμβουλος της Κλωνατέξ κ. Θ. Λαναράς επισημαίνει: «Θα χρησιμοποιήσω την εμπειρία από τη δική μας εταιρεία. Η σταθερή ισοτιμία μεταξύ δραχμής και μάρκου τα τελευταία τρία χρόνια, ως την υποτίμηση του Μαρτίου, επηρέασε αρνητικά τα αποτελέσματά μας με πολλά δισεκατομμύρια δραχμές, με τα οποία θα είχαμε βελτιώσει τη χρηματοοικονομική μας θέση, την απόδοση στους μετόχους, τη δυνατότητα επενδύσεων και γενικότερα την ανταγωνιστικότητα της εταιρείας στον διεθνή χώρο. Επειδή πρυτάνευσε η λογική της σκληρής δραχμής, ο κλάδος τραυματίστηκε. Ευελπιστούμε ότι στο μέλλον θα έχουμε πιο ρεαλιστικές ισοτιμίες, δεν πιστεύω ότι θα μπορέσουμε να ανακτήσουμε τα χαμένα, αλλά τουλάχιστον να μη χάσουμε από εδώ και πέρα. Στον βαθμό που ο κλάδος αυτός είναι εξαγωγικός, η πολιτική της σκληρής δραχμής τον έπληξε πολύ βαριά. Μια δεύτερη παράμετρος που ευθύνεται για τα δεινά του κλάδου είναι η φιλελευθεροποίηση του διεθνούς εμπορίου, όπου έχουν καταργηθεί οι ποσοστώσεις και οι δασμοί στις εισαγωγές στην ΕΕ από Τρίτες Χώρες. Παρά όμως τη φιλελευθεροποίηση, πολλές από αυτές εξακολουθούν να έχουν μέτρα υποστήριξης των εξαγωγών τους έμμεσα ή άμεσα, με αποτέλεσμα πολλές φορές να πλησιάζουμε στον αθέμιτο ανταγωνισμό. Συνοψίζοντας λοιπόν, η πολιτική της σκληρής δραχμής και ο διεθνής ανταγωνισμός έπληξαν τον κλάδο. Αποτέλεσμα αυτών είναι οι πιο αδύναμες μονάδες να συρρικνωθούν και πολλές από αυτές να κλείσουν, κάτι το οποίο παρατηρούμε πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια».
Για τα πλεονεκτήματα των ελληνικών επιχειρήσεων έναντι των ξένων, ο κ. Λαναράς δηλώνει: «Πιστεύω ότι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της κλωστοϋφαντουργίας έναντι των ξένων είναι το ελληνικό βαμβάκι, αφού είμαστε η μόνη βαμβακοπαραγωγός χώρα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το βαμβάκι έχει βελτιωθεί ποιοτικά τα τελευταία χρόνια. Παρά το γεγονός ότι το εμπόριο του βάμβακος όντας διεθνοποιημένο δεν μας δίνει τη δυνατότητα καλύτερων τιμών, διότι αυτές είναι προσαρμοσμένες, τα πλεονεκτήματα προέρχονται από την εγγύτητα με τον παραγωγό. Είναι πολύ σημαντικό να διαλέγουμε το καλύτερο βαμβάκι και να το έχουμε διαθέσιμο τη στιγμή που το θέλουμε».
Η μείωση των επιτοκίων και του πληθωρισμού, καθώς και η αποσαφήνιση του καθεστώτος της μερικής απασχόλησης στις εργασιακές σχέσεις, είναι κατά την άποψη του κ. Λαναρά τα άμεσα ζητούμενα του κλάδου από την Πολιτεία.
«Αυτό που θα περίμενα από την Πολιτεία είναι να μειώσει τα κρατικά ελλείμματα, να ρίξει τον πληθωρισμό και να μειώσει τα επιτόκια. Δεδομένου ότι δεν βλέπω ουσιαστική συρρίκνωση στο τι ξοδεύει το κράτος σε απόλυτα νούμερα παρά μόνο σε συσχετισμό με την αύξηση του ακαθάριστου προϊόντος, δεν είμαι αισιόδοξος σε αυτό το σημείο και δεν βλέπω τη μείωση των επιτοκίων να επιτυγχάνεται γρήγορα. Δυστυχώς, έχουμε ένα ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε σχέση με τους ξένους, αφού τα επιτόκιά μας είναι πολύ υψηλότερα. Στο θέμα των εργασιακών σχέσεων, μας απασχολεί η δυνατότητα να υιοθετηθεί το καθεστώς της μερικής απασχόλησης. Αυτό είναι ένα ζήτημα που ευελπιστώ ότι θα επιλυθεί σύντομα. Από ό,τι γνωρίζω, ο ΣΕΒ και η κυβέρνηση το αντιμετωπίζουν από κοινού, μέχρι στιγμής όμως δεν έχει δοθεί κάποια λύση».
Αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας δεν είναι το κόστος σε σχέση με τα αντίστοιχα κοινοτικά προϊόντα, αλλά η σωστή τυποποίηση, η σταθερή ποιότητα και το σέρβις πριν και μετά την πώληση, όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της Επιλέκτου Κλωστοϋφαντουργίας ΑΕΒΕ κ. Μ. Δοντάς. Και συνεχίζει: «Είμαι αισιόδοξος για τις προοπτικές του κλάδου. Αν η ελληνική κλωστοϋφαντουργία εκμεταλλευθεί σωστά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας στον τομέα αυτόν, δηλαδή την παραγωγή της πρώτης ύλης που είναι το βαμβάκι, το χαμηλό ακόμη εργατικό κόστος, σε συνδυασμό με την ειδίκευση και την επιτηδειότητα του έλληνα εργαζομένου αν βελτιώσει την τυποποίηση, την ποιότητα και το σέρβις και παύσει να είναι αντιγραφέας , πιστεύω ότι θα επιβιώσει και θα πρωτοστατήσει στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας όπως γινόταν παλαιότερα. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια παίζει η τεχνολογία. Δυστυχώς, ο μηχανολογικός εξοπλισμός σε ένα μεγάλο κομμάτι του κλάδου δεν είναι σύγχρονος, με συνέπεια το αυξημένο κόστος και τη διακύμανση της ποιότητας».
Για τις αιτίες της συρρίκνωσης του κλάδου και τον ανταγωνισμό, ο πρόεδρος του ΔΣ της κλωστοβιομηχανίας Μουζάκης ΑΕ κ. Ε. Μουζάκης επισημαίνει: «Η τρικυμία στον χώρο της κλωστοϋφαντουργίας είναι μια παλιά ιστορία, η οποία δυστυχώς είναι διαχρονική. Τα ίδια λάθη που έγιναν πριν από 30 χρόνια επαναλαμβάνονται και σήμερα. Η μεγάλη ευκαιρία για μας χάθηκε μετά τη μεταπολίτευση. Οταν στην Ευρώπη τα κλωστοϋφαντουργικά εργοστάσια έκλειναν το ένα μετά το άλλο, εμείς αδρανήσαμε. Στη Γαλλία την περίοδο εκείνη από τις 9.000 κλωστοϋφαντουργικές επιχειρήσεις που υπήρχαν, έμειναν οι μισές. Πριν από λίγα χρόνια, ενδεικτικό για το τι θα επακολουθούσε, είχε κλείσει το εργοστάσιο του Μπουσάκ, αφήνοντας 25.000 εργάτες στον δρόμο. Σήμερα πιστεύω πως η γενεσιουργός αιτία της συρρίκνωσης του κλάδου είναι ότι έπεσε σε λάθος χέρια. Οσοι αναμείχθηκαν με την κλωστοϋφαντουργία εκ του πονηρού και δυστυχώς είναι αρκετοί με τη λογική να αποσπάσουν κρατικές χρηματοδοτήσεις για να τις επενδύσουν κάπου αλλού έκαναν μεγάλο κακό. Παρά τις αντιξοότητες, βλέπουμε σήμερα ότι σοβαροί επιχειρηματίες προχώρησαν. Σε πολλές περιπτώσεις, ευθύνες έχει και η κρατική πολιτική, η οποία στις χορηγήσεις είναι αλόγιστη. Ολοι πρέπει να καταλάβουν ότι οι πεθαμένες βιομηχανίες δεν ανασταίνονται. Ο πιο επικίνδυνος ανταγωνιστής της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας είναι η Τουρκία, διότι λόγω χαμηλών μισθών έχουν φθηνότερα κοστολόγια και μεγάλη αρτιότητα σε τεχνολογικά μέσα. Πιστεύω ότι ο εκσυγχρονισμός σε όλα τα επίπεδα, με ιδιαίτερη έμφαση στον υψηλό τεχνολογικό εξοπλισμό, είναι αυτό που χρειάζεται η κλωστοϋφαντουργία. Η υποτίμηση έδωσε μια καλή ανάσα στις επιχειρήσεις και σε αυτήν οφείλεται η μικρή αύξηση της παραγωγής του κλάδου, αλλά ακόμη χρειαζόμαστε πολλή δουλειά».
