Ευέλικτα δάνεια για επαγγελματίες

Ευέλικτα δάνεια για επαγγελματίες * Ποιες είναι οι επιλογές των επιχειρηματιών για τη χρηματοδότησή τους και τι συμφέρει περισσότερο H ωρίμανση της ελληνικής τραπεζικής αγοράς, η απελευθέρωση της καταναλωτικής πίστης και η εμφάνιση νέων χρηματοδοτικών προγραμμάτων διευρύνουν τις επιλογές των ελεύθερων επαγγελματιών που θέλουν σήμερα να δανειοδοτηθούν. Συγκεκριμένα, έχουν τη δυνατότητα να δανειστούν,

ΤΟ ΒΗΜΑ




H ωρίμανση της ελληνικής τραπεζικής αγοράς, η απελευθέρωση της καταναλωτικής πίστης και η εμφάνιση νέων χρηματοδοτικών προγραμμάτων διευρύνουν τις επιλογές των ελεύθερων επαγγελματιών που θέλουν σήμερα να δανειοδοτηθούν. Συγκεκριμένα, έχουν τη δυνατότητα να δανειστούν, είτε ως ιδιώτες είτε με βάση την επαγγελματική τους ιδιότητα, για να χρηματοδοτήσουν τα επιχειρηματικά πλάνα τους, ανάλογα με το τι τους συμφέρει περισσότερο. Για παράδειγμα, ένας έμπορος που θέλει να πραγματοποιήσει μια ανακαίνιση στο κατάστημά του μπορεί είτε να λάβει δάνειο ως ιδιώτης είτε να προσφύγει στη λύση του δανείου επαγγελματικής στέγης. Αυτό συμβαίνει διότι από το περασμένο καλοκαίρι, με την απελευθέρωση των ορίων δανεισμού, οι επιχειρηματίες έχουν τη δυνατότητα να λάβουν καταναλωτικό δάνειο και να το χρησιμοποιήσουν για τις επαγγελματικές υποχρεώσεις τους, καθώς δεν υπάρχουν πλέον περιορισμοί ως προς τον σκοπό της χορήγησης. Σε γενικές γραμμές πάντως αξίζει να σημειωθεί ότι τα επαγγελματικά δάνεια είναι πιο ευέλικτα και διαμορφώνονται ανάλογα με το προφίλ του υποψήφιου δανειολήπτη, ενώ τα δάνεια των ιδιωτών έχουν συγκεκριμένους όρους, οι οποίοι σπανίως μεταβάλλονται.


H επιλογή του δανείου πρέπει να γίνει με βάση τις ανάγκες του κάθε επιχειρηματία και τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματός του, ώστε να καταλήξει σε αυτό που τον συμφέρει περισσότερο. Παράγοντες όπως το επιτόκιο, η διάρκεια, τα έξοδα, οι εξασφαλίσεις που απαιτούνται, η περίοδος χάριτος που προσφέρεται, το ύψος της μηνιαίας δόσης, αλλά και η φορολογική αντιμετώπιση για τον κάθε τύπο δανείου πρέπει να συνεκτιμηθούν και να μελετηθούν σοβαρά προτού ληφθεί η τελική απόφαση. Οι τράπεζες, από την πλευρά τους, είναι διατεθειμένες, εφόσον ο πελάτης πληροί τα απαραίτητα πιστοληπτικά κριτήρια, να χορηγήσουν δάνειο το οποίο προορίζεται για χρήση διαφορετική από αυτήν που ορίζει η ονομασία του. Αλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση των καταναλωτικών δανείων δεν υπάρχει πλέον επίσημα κανένας περιορισμός, όπως τα προηγούμενα χρόνια, όπου είχε παρατηρηθεί το φαινόμενο των «μαϊμού» επισκευαστικών δανείων, τα οποία λόγω των χαμηλότερων επιτοκίων και των υψηλότερων πιστωτικών ορίων χρησιμοποιούνταν για την ικανοποίηση καταναλωτικών αναγκών.


* Οι βασικές παράμετροι


Αναλυτικά, οι παράμετροι που πρέπει να εξετάσει ένας ελεύθερος επαγγελματίας για να καταλήξει στο είδος του δανείου που θέλει να λάβει είναι οι εξής:


1. Επιτόκιο. Εφόσον ο πελάτης θέλει να λάβει κεφάλαιο κίνησης, έχει δύο επιλογές: τα δάνεια κεφαλαίου κίνησης και τα καταναλωτικά δάνεια. Το βασικό επιτόκιο των δανείων κεφαλαίου κίνησης των τραπεζών κυμαίνεται από 5,50% ως 7,50%, ωστόσο σε αυτό προστίθεται ένα περιθώριο ως και 4%, το οποίο εξαρτάται βασικά από το ύψος του δανείου, την πιστοληπτική ικανότητα του πελάτη και τη σχέση του με την τράπεζα. Από την άλλη, τα βασικά επιτόκια των καταναλωτικών δανείων είναι σαφώς υψηλότερα και κυμαίνονται από 8,5% ως 11,5%. Αν υπάρχει δυνατότητα εξασφάλισης χαμηλού περιθωρίου στην περίπτωση του επαγγελματικού δανείου, τότε σαφώς αυτή η επιλογή είναι προτιμότερη. Από την άλλη, στην περίπτωση των καταναλωτικών δανείων υπάρχει η δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε σταθερό και κυμαινόμενο επιτόκιο, σε αντίθεση με τα προϊόντα για κεφάλαιο κίνησης.


Αν ο πελάτης θέλει να ικανοποιήσει στεγαστικές ανάγκες της επιχείρησής του (αγορά κινητού, ανακαίνιση), τότε έχει δύο επιλογές: είτε να λάβει στεγαστικό δάνειο ως ιδιώτης είτε δάνειο επαγγελματικής στέγης. Σε αυτή την περίπτωση τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων είναι σαφώς χαμηλότερα, αν και τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια τάση εξομοίωσης των επιτοκίων των δανείων επαγγελματικής στέγης με τα αντίστοιχα των στεγαστικών. Επιπλέον, στα στεγαστικά δάνεια η εισφορά του N. 128/75 είναι μικρότερη και ανέρχεται σε 0,12%, έναντι 0,60% στα επαγγελματικά. Βέβαια, τα επαγγελματικά δάνεια παρουσιάζουν άλλα πλεονεκτήματα, τα οποία αναλύονται στη συνέχεια.


2. Υψος χρηματοδότησης. Οσον αφορά τις ανάγκες για κεφάλαιο κίνησης, το ύψος του δανείου μπορεί να ανέλθει στα επαγγελματικά δάνεια ως και το 100% του τζίρου της επιχείρησης, ενώ στα καταναλωτικά δάνεια το χορηγούμενο ποσό δεν ξεπερνά συνήθως τα 30.000 ευρώ αν δεν δοθούν οι απαραίτητες εξασφαλίσεις.


Στη σύγκριση μεταξύ στεγαστικού δανείου και δανείου επαγγελματικής στέγης δεν υπάρχουν διαφορές, καθώς το ύψος της χρηματοδότησης και στις δύο περιπτώσεις μπορεί να φθάσει ως και το 100% της εμπορικής αξίας του ακινήτου.


3. Εξοδα. Τα δάνεια κεφαλαίου κίνησης συνήθως έχουν ετήσιο κόστος ύψους 150 ευρώ. Στα καταναλωτικά δάνεια τα έξοδα καταβάλλονται εφάπαξ κατά τη λήψη του δανείου και σε γενικές γραμμές ανέρχονται σε 100 ευρώ. Τόσο στα στεγαστικά δάνεια όσο και στα δάνεια επαγγελματικής στέγης τα έξοδα περιλαμβάνουν την προμήθεια της τράπεζας ανάλογα με το ύψος της χορήγησης, τον τεχνικό και νομικό έλεγχο και τα έξοδα υποθηκοφυλακείου.


4. Διάρκεια. H διάρκεια των καταναλωτικών δανείων μετά την απελευθέρωση μπορεί να φθάσει ανάλογα με το ποσό του δανείου ως και τα 10 χρόνια, ωστόσο στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν ξεπερνά τους 72 μήνες. Αν πρόκειται για ανοιχτά καταναλωτικά δάνεια, η διάρκεια είναι αόριστη. Στα δάνεια κεφαλαίου κίνησης η διάρκεια είναι συνήθως αόριστη, ωστόσο ανά τακτά χρονικά διαστήματα, π.χ. κάθε έτος, η τράπεζα επανεξετάζει την κάθε περίπτωση για να εξακριβώσει αν πρέπει να μειώσει ή να αυξήσει το πιστωτικό όριο. Αντίθετα, στην καταναλωτική πίστη δεν γίνεται κανένας έλεγχος, εκτός αν παρατηρηθεί καθυστέρηση στην εξόφληση των δόσεων.


Από την άλλη, στα στεγαστικά δάνεια η πλειονότητα των προγραμμάτων έχει μέγιστη διάρκεια τα 25 έτη, ενώ στα δάνεια επαγγελματικής στέγης είναι σαφώς μικρότερη και κυμαίνεται κατά μέσον όρο στα 10-15 έτη.


4. Εγκριση δανείου – εξασφαλίσεις. Στα καταναλωτικά δάνεια η ουσιαστική προϋπόθεση για τη χορήγησή τους είναι το εισόδημα, ενώ στα επαγγελματικά κεφαλαίου κίνησης ζητούνται ανάλογα με τα βιβλία που κρατά η επιχείρηση εκκαθαριστικό, E1, E3, E9, περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ προηγούμενου και τρέχοντος έτους, ισολογισμοί τριών τελευταίων ετών, πρόσφατο ισοζύγιο και ισοζύγιο του αντίστοιχου περυσινού μήνα. Οσον αφορά τις εξασφαλίσεις, στα καταναλωτικά δάνεια συνήθως δεν απαιτούνται εφόσον το ύψος του δανείου δεν υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ.


Στην περίπτωση των δανείων στέγης τα δικαιολογητικά που ζητούνται είναι τα ίδια. H διαφορά είναι ότι για λάβει ένας επαγγελματίας στεγαστικό δάνειο για την απόκτηση επαγγελματικής στέγης δεν μπορεί να προσημειώσει το επαγγελματικό ακίνητο, αλλά αναγκαστικά την κατοικία του.


5. Περίοδος χάριτος. Στην καταναλωτική πίστη, εκτός από περιόδους προσφορών δεν προσφέρεται περίοδος χάριτος. Αντίθετα, στα δάνεια κεφαλαίου κίνησης υπάρχει δυνατότητα καταβολής μόνο των τόκων για διάστημα ως και δύο χρόνια. Τόσο στα στεγαστικά δάνεια όσο και στα δάνεια επαγγελματικής στέγης, προσφέρεται συνήθως περίοδος χάριτος ως και 24 μήνες.


6. Δόσεις. Στα καταναλωτικά δάνεια ανάλογα με τον τύπο του δανείου διαμορφώνεται και η δόση. Στα ανοιχτά δάνεια η δόση διαμορφώνεται σε γενικές γραμμές στο 5% τού εκάστοτε υπολοίπου, ενώ στα τοκοχρεολυτικά δάνεια η δόση είναι προκαθορισμένη και σαφώς μεγαλύτερη. Τα δάνεια κεφαλαίου κίνησης συνήθως λειτουργούν ως ανακυκλούμενη πίστωση και ο πελάτης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ένα ελάχιστο ποσοστό του υπολοίπου του. Βέβαια, κάποια προγράμματα δίνουν τη δυνατότητα καταβολής μόνο των τόκων για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και ανά τρίμηνο. Αυτό ωστόσο έχει αποτέλεσμα την επιβάρυνση με τόκους και την αύξηση των μελλοντικών δόσεων.


7. Φορολογικά. Στα επαγγελματικά δάνεια το σύνολο των τόκων λογίζεται στα έξοδα της επιχείρησης και εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημα του επαγγελματία. Αντίθετα, στα καταναλωτικά δάνεια δεν υπάρχει φορολογικό όφελος, ενώ στα στεγαστικά δάνεια ιδιωτών που αφορούν α’ κατοικία οι τόκοι εκπίπτουν σε ποσοστό ως και 15%.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version