Οι πρώτες αλυσίδες φαρμακείων στην Ελλάδα είναι γεγονός. Παρά τους νομοθετικούς περιορισμούς που ισχύουν για το «κλειστό» επάγγελμα του φαρμακοποιού, την τελευταία τριετία αναπτύσσονται με ταχύτατους ρυθμούς δίκτυα φαρμακείων ακόμη και πανελλαδικά, εντός των αυστηρών πλαισίων που ορίζει ο νόμος. Βασικός στόχος του εγχειρήματος είναι ο εκσυγχρονισμός της επιχείρησης «φαρμακείο» ώστε να επιτευχθεί η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διείσδυσή του στη μεγάλη αγορά των παραφαρμακευτικών προϊόντων, όπως τα καλλυντικά που διακινούνται και μέσω άλλων καναλιών διανομής, και να προετοιμαστεί κατάλληλα ο κλάδος για να αντιμετωπίσει τον έντονο ανταγωνισμό που θα δημιουργηθεί όταν η αγορά απελευθερωθεί πλήρως και στη χώρα μας.
* Το επιχειρηματικό πλάνο
Το επιχειρηματικό πλάνο είναι απλό και θυμίζει fran-chising, χωρίς όμως να έχει κάποια σχέση με αυτή τη μέθοδο ανάπτυξης δικτύων. Συγκεκριμένα φαρμακοποιοί που διαθέτουν φαρμακείο συμμετέχουν ως φυσικά πρόσωπα σε πολυμετοχική εταιρεία παροχής υπηρεσιών, η οποία αναλαμβάνει ουσιαστικά όλη την οργάνωση των καταστημάτων τους. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μία ομάδα συνεργαζόμενων φαρμακείων, τα οποία αποτελούν ένα δίκτυο με κοινά συστήματα μηχανοργάνωσης, τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και management. Τα καταστήματα έχουν επίσης κοινή, εύκολα αναγνωρίσιμη ταυτότητα, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά.
Με αυτόν τον τρόπο το φαρμακείο, ως αυτόνομη επιχειρηματική μονάδα, είναι σε θέση να ανταγωνιστεί στο κομμάτι των παραφαρμακευτικών προϊόντων, τόσο σε επίπεδο τιμών όσο και σε επίπεδο εξυπηρέτησης, τα μεγάλα σουπερμάρκετ και τις εξειδικευμένες αλυσίδες καλλυντικών μέσω των κεντρικών συμφωνιών που «κλείνει» με τους προμηθευτές η εταιρεία, στην οποία συμμετέχουν από κοινού όλοι οι φαρμακοποιοί. Παράλληλα διοργανώνονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα επιμορφωτικά προγράμματα για τους υπαλλήλους των φαρμακείων ώστε να αναβαθμιστεί ποιοτικά η εξυπηρέτηση των καταναλωτών, τόσο στον τομέα των φαρμάκων όσο και στο κομμάτι των υπολοίπων προϊόντων.
* Τέσσερα δίκτυα
Σήμερα λειτουργούν στην ελληνική αγορά τέσσερα δίκτυα συνεργαζόμενων φαρμακείων, τα οποία έχουν αναπτυχθεί με πολύ ταχείς ρυθμούς μέσα σε λίγα χρόνια. Πρόκειται για τις εταιρείες Φάρμαξις, διευθύνων σύμβουλος της οποίας είναι ο πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Πειραιά κ. K. Κούβαρης, Pharma Plus, θυγατρική της Lavipharm, Adnance, πρόεδρος της οποίας είναι ο κ. Αθ. Ασίκης, και Active Health. Πρόκειται για δίκτυα δεκάδων φαρμακείων με πωλήσεις που ξεπερνούν ακόμη και τα 70 εκατ. ευρώ ετησίως, γεγονός που αυξάνει σημαντικά τη διαπραγματευτική τους ικανότητα, καθώς λειτουργούν υπό κοινή «ομπρέλα» έναντι των προμηθευτών τους.
Στην Ελλάδα σήμερα, λειτουργούν 9.000 φαρμακεία, ο ετήσιος τζίρος των οποίων υπερβαίνει τα 5 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι κατά μέσον όρο το κάθε φαρμακείο πραγματοποιεί ετήσιες πωλήσεις ύψους 550.000 ευρώ περίπου, μόνο από τη διάθεση φαρμακευτικών σκευασμάτων. Οι δραστηριότητές τους όμως δεν εξαντλούνται στη χορήγηση φαρμάκων. Στο παραπάνω ποσό πρέπει να προστεθεί και ο τζίρος από την πώληση των λεγόμενων παραφαρμακευτικών προϊόντων, καθώς σημαντική μερίδα φαρμακείων έχει εισέλθει δυναμικά στην αγορά των καλλυντικών.
* Οι παράλληλες δραστηριότητες
Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των πωλήσεων των φαρμακείων την τελευταία πενταετία προσεγγίζει το 20% μόνον από τη διάθεση φαρμάκων, ενώ σημαντική άνοδο καταγράφουν και οι πωλήσεις των παραφαρμακευτικών προϊόντων. Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένα μεγάλα φαρμακεία, διαθέτουν ξεχωριστές «γωνίες» για κάθε είδος προϊόντος, καθώς εντός των καταστημάτων μπορεί να λειτουργούν εκτός από τον παραδοσιακό χώρο διάθεσης των φαρμάκων, τμήμα καλλυντικών, οπτικό τμήμα, τμήμα ορθοπαιδικών ειδών, τμήμα συμπληρωμάτων διατροφής ή τμήμα προϊόντων βρεφανάπτυξης.
Παράγοντες της συγκεκριμένης αγοράς τονίζουν ότι για την ανάπτυξη αυτών των παράλληλων δραστηριοτήτων σημαντικό ρόλο παίζει η θέση του φαρμακείου, προσθέτοντας πάντως ότι η μέση αναλογία στις πωλήσεις φαρμάκων – προϊόντων ομορφιάς ανέρχεται πλέον σε 70-30, όταν πριν από λίγα χρόνια η αναλογία διαμορφωνόταν στο 90-10. Το περιθώριο κέρδους στα φάρμακα φθάνει, βάσει νόμου, στο 35% επί των τιμών χονδρικής στα φάρμακα, ωστόσο στην τσέπη του φαρμακοποιού μπαίνει ένα 15% επί του τζίρου που πραγματοποιεί. Αυτό σημαίνει ότι η καθαρή κερδοφορία του συνόλου των φαρμακείων που λειτουργεί στην ελληνική αγορά ξεπερνά τα 750 εκατ. ευρώ τον χρόνο, μόνον από τα φάρμακα.
