Εννοώ ότι σε αυτό το δυσάρεστο αποτέλεσμα συμβάλλουν οι πρωτοβουλίες του κ. υφυπουργού Εμπορίου με τις οποίες προβαίνει, είτε διά λόγων είτε διά πράξεων, σε άμεση ή έμμεση αστυνόμευση των τιμών. Επειδή λοιπόν βρισκόμαστε σε πολύ κρίσιμο σημείο στην προσπάθεια ελέγχου του πληθωρισμού και οι εν λόγω ενέργειες υποσκάπτουν την πιθανότητα επιτυχίας τους, αξίζει να επανέλθω επί του θέματος με την ελπίδα ότι θα σταματήσει να «ρίχνει λάδι στη φωτιά».
Ας υποθέσουμε ότι μια επιχείρηση εισάγει και διαθέτει στην εγχώρια αγορά ένα εμπόρευμα. Ακόμη, έστω ότι το κατά μονάδα κόστος εισαγωγής του πριν από την υποτίμηση ήταν 100 δραχμές. Τέλος, έστω ότι μετά την υποτίμηση το κατά μονάδα κόστος εισαγωγής διαμορφώνεται στις 115 δραχμές. Το ερώτημα τότε που έχει να αντιμετωπίσει η επιχείρηση είναι το εξής: Πώς πρέπει να αντιδράσει στην αύξηση του κόστους του προϊόντος που εισάγει, ώστε να περιορίσει τις αρνητικές επιπτώσεις της υποτίμησης στην οικονομική της κατάσταση;
Το πρώτο πράγμα που θα κάνει είναι να κοιτάξει έξω στην αγορά και να διαμορφώσει απαντήσεις στα ακόλουθα ερωτήματα. Τι περιθώρια της αφήνουν οι συνθήκες του ανταγωνισμού να περάσει την αύξηση του κόστους στους αγοραστές του προϊόντος; Αν περάσει όλη την αύξηση του κόστους στους τελευταίους, πόσο θα μειωθούν τα έσοδά της από τις πωλήσεις του; Αν μειωθούν τα έσοδα από τις πωλήσεις, ας πούμε, κατά 10%, πόσο θα μειωθούν τα μεικτά της κέρδη; Υπό το φως της απάντησης στο τελευταίο ερώτημα, μήπως είναι σκόπιμο για να διατηρήσει τη θέση της στην αγορά να μην περάσει όλη την αύξηση του κόστους στους αγοραστές και να δεχθεί κάποια μείωση του κέρδους της;
Αν η επιχείρηση του παραδείγματός μας είναι δυνατή, με την έννοια ότι τα περιθώρια του κέρδους της είναι πάνω από τα μέσα του κλάδου της, μπορεί να δεχθεί να τα μειώσει για να κερδίσει έδαφος στην αγορά. Αν πάλι είναι αδύνατη, μπορεί να προσπαθήσει να περάσει όλη την αύξηση του κόστους στους αγοραστές του προϊόντος της και να δεχθεί μια χειροτέρευση της θέσης της στην αγορά. Αλλά στο σύνολο του κλάδου κανείς δεν μπορεί να πει εκ των προτέρων πόσο από το ποσοστό της υποτίμησης θα μετακυλισθεί στις εγχώριες τιμές του προϊόντος, γιατί εξαρτάται από τη συμπεριφορά και τις αποφάσεις πολλών επιχειρήσεων που είναι ανταγωνιστικές μεταξύ τους και είναι αδύνατο να συνεννοηθούν.
Με τις ενέργειες του ο κ. υφυπουργός Εμπορίου αμφισβητεί την ορθότητα της τελευταίας πρότασης. Οχι λέει. Δεν είναι ακριβώς έτσι, γιατί η αγορά ενδέχεται να είναι ολιγοπωλιακή και οι επιχειρήσεις να μπορούν να συνεννοηθούν. Οπότε, χρειάζεται να κινητοποιηθούν οι αρμόδιες αρχές για να καταστείλουν τις οποιοσδήποτε προσπάθειες συνεννόησης μεταξύ των επιχειρήσεων. Αλλά τότε, οι επιχειρήσεις του κλάδου, στις προσπάθειές τους να αντιμετωπίσουν τις επιδράσεις της υποτίμησης, θα πρέπει να λάβουν υπόψη και τις απειλές του κ. υφυπουργού για ελέγχους και άλλες κατασταλτικές ενέργειες. Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι πως αυτές οι απειλές μπορεί να επηρεάσουν τη συμπεριφορά τους.
Ενα ενδεχόμενο είναι να τις αγνοήσουν. Αυτό θα ήταν το πιο ευνοϊκό για την κυβέρνηση, γιατί οι αυξήσεις που θα προκύψουν στις τιμές λόγω της υποτίμησης θα αντανακλούν διαχρονικά τις συνθήκες στην αγορά. Ενα δεύτερο ενδεχόμενο είναι να πάρουν τις απειλές του κ. υφυπουργού στα σοβαρά. Τότε, προσπαθώντας να καλυφθούν από το κόστος των πιθανών ελέγχων, η ασφαλέστερη συμπεριφορά είναι να προσαρμόσουν τις τιμές τους στο μέγιστο ποσοστό που νομιμοποιούνται από την υποτίμηση. Αυτό θα ήταν πολύ κακό για την κυβέρνηση γιατί κατά μέσο όρο στις τιμές θα περάσει όλη η υποτίμηση. Τέλος, το τρίτο και πιο επικίνδυνο ενδεχόμενο είναι οι παράγοντες της αγοράς να εκλάβουν αυτές τις ενέργειες ως πανικό της κυβέρνησης και να θεωρήσουν ότι επίκειται έκρηξη του πληθωρισμού. Τότε, με τη συμπεριφορά τους, οι επιχειρήσεις και οι αγορές θα οδηγήσουν την κυβέρνηση σε μια νέα ήττα και την οικονομία σε έναν νέο κύκλο επώδυνης ύφεσης.
Εν κατακλείδι, αν θέλει να βγάλει πέρα τη μεταρρύθμιση που ξεκίνησε, ο κ. Πρωθυπουργός πρέπει να χαλιναγωγήσει τις πρωτοβουλίες του κ. υφυπουργού Εμπορίου στην αστυνόμευση των αγορών, γιατί υπάρχει ορατός κίνδυνος να δημιουργήσουν πληθωριστικές προσδοκίες.
Ο κ. Γεώργιος Κ. Μπήτρος είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
