Απώλειες στα αδράχτια της Σοφοκλέους

Τι κατάφεραν το 1996 οι μεγάλες κλωστοϋφαντουργικές βιομηχανίες που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Απώλειες στα αδράχτια της Σοφοκλέους Ν. ΦΡΑΝΤΖΗΣ Η ΧΡΟΝΙΑ που μόλις έκλεισε άφησε τα σημάδια της και στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της κλωστοϋφαντουργίας και έφερε πάλι στην επικαιρότητα το θέμα των προβλημάτων της. «Ο κλάδος δεν είναι προβληματικός», αναφέρουν σημαντικά στελέχη του. «Είναι ένας από

ΤΟ ΒΗΜΑ

Η ΧΡΟΝΙΑ που μόλις έκλεισε άφησε τα σημάδια της και στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της κλωστοϋφαντουργίας και έφερε πάλι στην επικαιρότητα το θέμα των προβλημάτων της. «Ο κλάδος δεν είναι προβληματικός», αναφέρουν σημαντικά στελέχη του. «Είναι ένας από τους πλέον ανταγωνιστικούς, αφού αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο τον διεθνή ανταγωνισμό σε μια απελευθερωμένη αγορά και δείχνει να τα καταφέρνει καλά. Τα όποια προβλήματά του δεν είναι εγγενή αλλά προέρχονται από το οικονομικό του περιβάλλον».


Η χρηματιστηριακή αγορά περιλαμβάνει τις μεγαλύτερες εταιρείες της κλωστοϋφαντουργίας, η οποία έχει σημαντική συμμετοχή Σοφοκλέους.


Το 1995 η ομάδα των εισηγμένων κλωστοϋφαντουργικών επιχειρήσεων είχε αυξήσει τις πωλήσεις της, ενώ οι απώλειες είχαν περιοριστεί σε μικρό ποσοστό στο πεδίο των κερδών. Για το 1996 φαίνεται ότι οι απώλειες είναι μεγαλύτερες. Εν αναμονή ολοκληρωμένης εικόνας που θα σχηματισθεί μετά τη δημοσίευση των ισολογισμών στις αρχές του ερχόμενου Ιουνίου, ας δούμε στη συνέχεια τι σημειώνουν οι πρώτες αναφορές των επιχειρήσεων για τα πεπραγμένα της οικονομικής χρήσης που έληξε πριν από λίγες εβδομάδες.


*Αν και οι συνθήκες που επικράτησαν στην αγορά βάμβακος, όπως και η εξέλιξη των συναλλαγματικών ισοτιμιών επηρέασαν τη δραστηριότητά της για το 1996, η Επίλεκτος Κλωστοϋφαντουργία, που ελέγχεται και διευθύνεται από την οικογένεια Δοντά, διατήρησε και το 1996 την ιδιότητα της κλωστοϋφαντουργίας με τα υψηλότερα κέρδη. Στη χρήση του 1996 η εταιρεία πραγματοποίησε πωλήσεις ύψους 17,3 δισ. δρχ., οι οποίες είναι αυξημένες κατά 8% έναντι των 16 δισ. δρχ. της προηγούμενης χρήσης. Τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης σημείωσαν υποχώρηση και διαμορφώθηκαν τελικά σε 2,6 δισ. δρχ. από 2,8 δισ. δρχ. που είχαν φθάσει πριν από ένα χρόνο. Η εταιρεία το 1996 ολοκλήρωσε επένδυση συνολικού ύψους 7 δισ. δρχ., που αφορά τη δημιουργία τέταρτης μονάδας κλωστηρίου δυναμικότητας 20.000 αδραχτιών.


*Δύσκολη ήταν η χρήση του 1996 για τη μεγαλύτερη σε πωλήσεις ελληνική κλωστοϋφαντουργία, τα Κλωστήρια Ναούσης, που ελέγχονται από την οικογένεια Λαναρά. Ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης διαμορφώθηκε το 1996, σύμφωνα με τη διοίκηση της επιχείρησης, σε 23 δισ. δρχ. από 24,3 δισ. δρχ. που ήταν το 1995, παρουσιάζοντας δηλαδή μικρή μείωση μεταξύ των δύο ετών. Μειωμένα ωστόσο κατά υψηλότερο ποσοστό θα είναι τα καθαρά αποτελέσματα της επιχείρησης. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στο εξάμηνο του έτους η επιχείρηση είχε παρουσιάσει μείωση των καθαρών κερδών της από 1.304 εκατ. δρχ. σε 410 εκατομμύρια.


*Μικρή βελτίωση των πωλήσεων για το 1996 ­ γύρω στο 3% από τα 13 δισ. δρχ. του 1995 ­ αναφέρει η διοίκηση της κλωστοβιομηχανίας Ελ. Δ. Μουζάκης ως αποτέλεσμα της μειωμένης ζήτησης των προϊόντων του κλάδου. Σε ό,τι αφορά τα καθαρά κέρδη που θα παρουσιασθούν στον ισολογισμό της για το 1996 δεν θα πρέπει να αναμένονται σημαντικές διαφοροποιήσεις σχετικά με την τάση που έχει καταγραφεί στα εξαμηνιαία αποτελέσματα της επιχείρησης. Σε αυτή τη λογιστική κατάσταση είχε παρουσιάσει κύκλο εργασιών 7,2 δισ. δρχ. (-2%) και καθαρά κέρδη 754 εκατ. δραχ. (-25%), ενώ για το σύνολο της χρήσης 1995 τα κέρδη είχαν διαμορφωθεί σε 1,3 δισ. δραχμές. Τον περασμένο χρόνο η εταιρεία, που ελέγχεται και διευθύνεται από τον κ. Ελ. Μουζάκη, πραγματοποίησε εξαγωγική δραστηριότητα που έφτασε τα 3,9 δισ. δρχ., ενώ οι επενδύσεις της σε πάγια ανήλθαν περίπου στο ύψος του 1 δισ. δραχμών.


*Μια καλή χρήση ήταν το 1996 για την καθετοποιημένη εταιρεία παραγωγής ενδυμάτων Fanco, που έχει τις βασικές της παραγωγικές εγκαταστάσεις στη Θράκη αλλά αναπτύσσεται παραγωγικά στην Αλβανία, στη Βουλγαρία και στα Σκόπια. Η εταιρεία, που ελέγχεται μετοχικά από τους κκ. Γ. Νατάν και Κ. Μπιτζάνη, έκλεισε το 1996, όπως αναφέρει η διοίκησή της, με κύκλο εργασιών ύψους 7,6 δισ. δραχμών έναντι 6.825 εκατ. δρχ. του 1995, που της απέφερε κέρδη αυξημένα κατά 8% από τα περυσινά. Το 1995 η Fanco είχε παρουσιάσει στον ισολογισμό της κέρδη ύψους 662 εκατ. δραχμών. Σε ενοποιημένη βάση οι πωλήσεις της επιχείρησης έφτασαν τα 8,9 δισ. δρχ. από 7,5 δισ. δρχ. του 1995. Κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση των αποτελεσμάτων της το 1996 έπαιξαν ­ όπως σημειώνει η διοίκηση της επιχείρησης ­ ο έντονος ανταγωνισμός των τρίτων χωρών, η πολιτική ισοτιμιών της δραχμής που επικράτησε το 1996 και οι ελλείψεις υποδομής που αντιμετωπίζει έχοντας την έδρα της και τη βασική παραγωγική της μονάδα στη Θράκη.


*Αρκετά χιλιόμετρα κοντύτερα στην Αθήνα, στη Θεσαλονίκη, βρίσκεται η μονάδα μιας άλλης κλωστοϋφαντουργικής επιχείρησης, η οποία στον τομέα της, στην παραγωγή υφάσματος denim για την κατασκευή των τζιν, είναι η μεγαλύτερη στην Ελλάδα και μία από τις επικεφαλής εταιρείες της ευρωπαϊκής παραγωγής. Η Ελληνική Υφαντουργία, που ελέγχεται μετοχικά από τον ολλανδικό όμιλο Ten Cate και τους αδελφούς Γιώργο και Χρήστο Ακκά, πέρασε μια δύσκολη διετία, αφού το 1995 είχε αντιμετωπίσει μικρή μείωση των πωλήσεών της κατά 4,5% στα 17 δισ. δρχ. και είχε παρουσιάσει ζημίες 289 εκατ. δρχ. μετά από πολλά έτη συνεχούς ανοδικής και κερδοφόρας πορείας. Στο πρώτο εξάμηνο του 1996 η εταιρεία παρουσίασε σοβαρή ανάκαμψη των πωλήσεών της, οι οποίες έφθασαν τα 7.834 εκατ. δραχμές (+46%), ενώ το αποτέλεσμά της ήταν οριακά αρνητικό στα 33 εκατ. δρχ. από κέρδη 205 εκατ. δρχ. στο αντίστοιχο πρώτο εξάμηνο του 1995.


*Η πορεία των εταιρειών του ομίλου παραγωγής πολυεστερικών και συνθετικών νημάτων ΕΤΜΑ το 1996 καθορίστηκε από τις έντονες διακυμάνσεις που επικράτησαν στη διεθνή αγορά των προϊόντων αυτών, αφού ο όμιλος απευθύνεται κυρίως στην εκτός Ελλάδας αγορά όπου πραγματοποιεί πάνω από τα δύο τρίτα των ετήσιων πωλήσεών του. Οι ενοποιημένες πωλήσεις του ομίλου για το 1996, που ελέγχεται μετοχικά από τους κκ. Α. Μάσχα και Χ. Λιάμπεη, ανήλθαν, όπως αναφέρει η διοίκησή του, σε περισσότερα από 25,5 δισ. δρχ. έναντι 21,3 δισ. δρχ. το 1996, ενώ τα κέρδη, επίσης ενοποιημένα, μειώθηκαν σε 1,2 δισ. δρχ. από 1,55 δισ. δρχ. στην περασμένη χρήση.


Οι εξελίξεις στις τρεις εταιρείες του ομίλου που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, από τις τέσσερις που συνολικά εντάσσονται στο δυναμικό του, διαφέρουν ανάλογα με τον επιμέρους τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται η καθεμία. Η ΕΤΜΑ με αντικείμενο κυρίως την παραγωγή ρεγιόν, η αγορά της οποίας υπέστη καθίζηση το 1996, έκλεισε τη χρονιά αυτή με μείωση τόσο των πωλήσεών της όσο και των κερδών της που το 1995 είχαν διαμορφωθεί σε 12,5 δισ. δρχ. και 589 εκατ. δρχ., αντίστοιχα, ενώ στο πρώτο εξάμηνο του 1996 ήταν ύψους 6,1 δισ. δρχ. (-4%) και 330 εκατ. δρχ. (-18%). Στον τομέα των συνθετικών νημάτων όπου η ευρωπαϊκή αγορά, η οποία απορροφά προϊόντα υψηλής ποιότητας, διατηρήθηκε σε ικανοποιητικά επίπεδα, η Ελλατέξ είχε το 1996 σταθερότητα των πωλήσεών της ­ που ήταν ύψους 8,2 δισ. δρχ. το 1995 ­ και αύξηση των κερδών της έναντι των 456 εκατ. δρχ. της προηγούμενης χρονιάς. Υπενθυμίζεται ότι με πωλήσεις 4,3 δισ. δρχ. στο πρώτο εξάμηνο του 1996 η εταιρεία είχε διαμορφώσει κέρδη ύψους 403 εκατ. δραχμών. Η μικρή εμπορική εταιρεία του ομίλου, η Νηματεμπορική, η οποία ασχολείται κυρίως με τη διανομή των προϊόντων των άλλων δύο στην ελληνική αγορά, πραγματοποίησε το 1996 πωλήσεις στα ίδια επίπεδα του 1995 ­ γύρω στο 1 δισ. δρχ. ­ και κέρδη αυξημένα έναντι των οριακών 5 εκατ. δρχ. που είχε το 1995.


*Μία από τις νεοφώτιστες στο Χρηματιστήριο επιχειρήσεις, η Κλωστοϋφαντουργία Ναυπάκτου, η οποία ελέγχεται από τον κ. Γ. Πολύχρονο, αντιμετώπισε το 1996 μείωση των πωλήσεών της που προήλθε κυρίως από τις απώλειες που είχε ο τομέας δραστηριότητας της εταιρείας που αφορά την εισαγωγή και διάθεση στην αγορά ειδικών κατηγοριών νημάτων. Η εξέλιξη αυτή στοίχισε στην επιχείρηση γύρω στα 600 εκατ. πωλήσεις και οι συνολικές πωλήσεις της ήταν το 1996 περίπου 3,4 δισ. δρχ. ­ 4 δισ. ήταν το 1995. Ενδεικτικό σε ό,τι αφορά το καθαρό αποτέλεσμα της επιχείρησης για το τέλος του έτους είναι η εξαμηνιαία λογιστική της κατάσταση, όπου από κύκλο εργασιών 1.801 εκατ. δρχ. (-20%) είχαν προκύψει κέρδη 445 εκατ. δρχ. (-27%). Αντίθετες με την πορεία που είχε ο εμπορικός τομέας της επιχείρησης ήταν οι εξελίξεις στους άλλους δύο τομείς της, την παραγωγή υφάσματος υποκαμίσων και νημάτων πενιέ. Ετσι η εταιρεία προχώρησε το 1996, όπως σημειώνει η διοίκησή της, στην ενίσχυση του προγράμματός της για τον διπλασιασμό της παραγωγικής δυναμικότητάς της σε νήματα πενιέ.


*Το κύριο μέλημα της νέας ιδιοκτησίας και διοίκησης της εταιρείας βαφείων φινιριστηρίων Ηλιοφίν είναι η νέα μορφή που θα πάρει η εταιρεία μετά την πρόσφατη αλλαγή ιδιοκτήτη της, που είναι πλέον η οικογένεια Χατζηιωάννου στη θέση της Εθνικής Τράπεζας. Το 1996 έκλεισε για την επιχείρηση με πωλήσεις ύψους 2,9 δισ. δρχ. έναντι 2,7 δισ. δρχ. το 1995. Το καθαρό αποτέλεσμα της επιχείρησης θα είναι πάνω από τα 200 εκατ. δρχ., φαίνεται όμως ότι θα είναι μειωμένο σε σχέση με το 1995 που είχε φθάσει τα 242 εκατομμύρια.


*Μια μικρή αύξηση της τάξης του 6% στις πωλήσεις έφερε το 1996 στην εταιρεία παραγωγής νημάτων Λανακάμ, η οποία το 1995 είχε πραγματοποιήσει κύκλο εργασιών ύψους 1,6 δισ. δρχ. αποκομίζοντας κέρδη 129 εκατ. δραχμών. Στο πρώτο εξάμηνο του 1996 η εταιρεία, η οποία ελέγχεται και διευθύνεται από τους κκ. Ο. Ουραηλίδη, Π. Καλφόγλου, Κ. Ζαννή και Ι. Δαμίγο, παρουσίασε στην εξαμηνιαία λογιστική της κατάσταση πωλήσεις 835 εκατ. δρχ. (+0,2%) και κέρδη 119 εκατ. (+2,6%).


*Πολύ μεγαλύτερη ήταν η αύξηση των πωλήσεων για το 1996 που αναφέρει η διοίκηση της εταιρείας βαφείων – φινιριστηρίων Ελφίκο, μιας συγγενούς ιδιοκτησίας εταιρείας με τη Λανακάμ. Η επιχείρηση, η οποία ελέγχεται από τις οικογένειες Κουλουλία και Ουραηλίδη, είδε στο τέλος της χρήσης του 1996 τις πωλήσεις της να είναι αυξημένες κατά περισσότερο από 36%, στα 3 δισ. δραχμές. Σε ό,τι αφορά δε το καθαρό αποτέλεσμα αναφέρεται διατήρηση της τάσης του πρώτου εξαμήνου, όταν τα κέρδη είχαν φτάσει στα 65 εκατ. δραχμές και το καθαρό περιθώριο κέρδους είχε διαμορφωθεί στο 6,2%.


*Μείωση των πωλήσεών της, που ακουμπά σε περιορισμό της ζήτησης στην αγορά, για το 1996 αντιμετώπισε η βορειοελλαδίτικη κλωστοϋφαντουργία Δούδος, που παράγει φαντεζί νήματα και ελέγχεται μετοχικά από την οικογένεια Δούδου. Ο κύκλος εργασιών της για το 1996 διαμορφώθηκε, όπως αναφέρει η διοίκησή της, σε 3,2 δισ. δρχ. έναντι 3,7 δισ. δρχ. που ήταν το 1995. Μειωμένο θα είναι και το καθαρό αποτέλεσμα της εταιρείας, το οποίο προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί μεταξύ 320-350 εκατ. δρχ. από 405 στην προηγούμενη χρήση.


*Η εξαγωγικού προσανατολισμού εταιρεία παραγωγής ταπήτων – μοκετών Φίντεξπορτ αύξησε το 1996 τις εξαγωγές της, οι οποίες ήταν το 83% του κύκλου εργασιών της γι’ αυτή τη χρονιά. Οι πωλήσεις της εταιρείας, στη χρήση που έκλεισε πριν ένα μήνα περίπου, ανήλθαν σε 2,75 δισ. δρχ. από 2,44 δισ. δρχ. το 1995. Αυξημένο αναμένεται να είναι και το καθαρό αποτέλεσμα της χρήσης, που ήταν το 1995 13 εκατ. δρχ. και στο πρώτο εξάμηνο του 1996 είχε φθάσει τα 62 εκατομμύρια.


*«Παρά τη σημαντική μείωση των λιανικών πωλήσεων στους κλάδους ένδυσης – υπόδησης οι καθαρές πωλήσεις της εταιρείας Minerva ανήλθαν στο ποσό των 4.927 εκατ. δρχ. το 1996 έναντι 5.003 εκατ. δρχ. του 1995. Τα κέρδη της χρήσης προβλέπεται να διαμορφωθούν σε ικανοποιητικά επίπεδα», αναφέρει η διοίκηση της βιομηχανίας πλεκτικής Minerva, η οποία ελέγχεται από την οικογένεια Λαδένη. Το 1995 τα κέρδη της επιχείρησης είχαν διαμορφωθεί σε 377 εκατ. δρχ., ενώ στο πρώτο εξάμηνο του 1996 σε 277 εκατ. δρχ. (+10%) προερχόμενα από πωλήσεις 2,1 δισ. δρχ.


*Η εριουργία Τρία Αλφα, που ελέγχεται από την οικογένεια Εφραίμογλου, αύξησε το 1996 τις πωλήσεις της κατά ένα μικρό ποσοστό, γύρω στο 6%, όπως σημειώνει η διοίκησή της, έναντι του 1,6 δισ. δρχ. που είχε παρουσιάσει το 1995. Η ίδια πηγή εκτιμά ότι το καθαρό αποτέλεσμα που θα παρουσιάσει η εταιρεία στον ισολογισμό της για το 1996 θα είναι θετικό έναντι ζημιών 47 εκατ. δρχ. το 1995.


*Σημαντική μείωση των πωλήσεών της αλλά και ζημίες αντιμετώπισε το 1996 μια άλλη εριουργία, η Δημητριάδης, η οποία ελέγχεται από την οικογένεια Θεοχαράκη εδώ και πέντε χρόνια αλλά δεν έχει κατορθώσει να ανακάμψει. Μέσα στο 1996 η επιχείρηση ολοκλήρωσε πρόγραμμα δραστικού περιορισμού του προσωπικού της από 110 σε 30 άτομα και ανάλογης μείωσης της παραγωγής της.


Ετσι ο κύκλος εργασιών της ανήλθε μόλις σε 550 εκατ. δραχμές από 787 εκατ. το 1995. Το καθαρό αποτέλεσμα της χρήσης θα είναι και πάλι αρνητικό ­ στη χρήση του 1995 η εταιρεία είχε ζημίες 289 εκατ. δραχμών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version