Αντεπίθεση από την Εμπορική

Τι θα ρωτήσουν οι μέτοχοι στη γενική συνέλευση της Τράπεζας και τι θα τους απαντήσει η διοίκηση Αντεπίθεση από την Εμπορική Τα επιχειρήματα για την πώληση του πακέτου της Ιονικής ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Οι εξελίξεις πώλησης της Ιονικής Τράπεζας θα αρχίσουν να δρομολογούνται από τις 19 Ιουνίου που θα συνέλθει η γενική συνέλευση της Εμπορικής Τράπεζας, η οποία ως πλειοψηφών μέτοχος της Ιονικής είναι αυτή που

Αντεπίθεση από την Εμπορική






Οι εξελίξεις πώλησης της Ιονικής Τράπεζας θα αρχίσουν να δρομολογούνται από τις 19 Ιουνίου που θα συνέλθει η γενική συνέλευση της Εμπορικής Τράπεζας, η οποία ως πλειοψηφών μέτοχος της Ιονικής είναι αυτή που θα αποφασίσει την πώληση. Είναι φανερό λοιπόν ότι η συνέλευση είναι η αφετηρία της όλης διαδικασίας ιδιωτικοποίησης και η συζήτηση που θα γίνει θα ρίξει φως σε θέματα που θα κρίνουν και θα αξιολογήσουν τη διαφάνεια και τη σκοπιμότητα της πώλησης.


Ο πρόεδρος της Τράπεζας κ. Κ. Γεωργουτσάκος (φωτογραφία) θα κληθεί να απαντήσει σε τρία κρίσιμα ερωτήματα των μετόχων ­ και να τους πείσει: 1. Για τη σκοπιμότητα της πώλησης. 2. Για το όφελος των μετόχων. 3. Γιατί δεν επελέγη η λύση της συγχώνευσης.


ΤΡΙΑ είναι τα θέματα που θα δεσπόσουν στη γενική συνέλευση της Εμπορικής και στα οποία θα κληθεί να απαντήσει η διοίκηση της Τράπεζας.


Το πρώτο αφορά τη σκοπιμότητα της πώλησης, το αν δηλαδή είναι σκόπιμο να αποξενωθεί η Εμπορική από το πλέον σημαντικό περιουσιακό της στοιχείο, που είναι η Ιονική.


Κατά τις ίδιες πληροφορίες η τεκμηριωμένη απάντηση της διοίκησης στο ερώτημα αυτό των μετόχων θα επικαλεσθεί τα εξής στοιχεία:


Οι μετοχές της Ιονικής αποτελούν πάγιο περιουσιακό στοιχείο της Εμπορικής που είναι εγγεγραμμένο στον λογαριασμό «συμμετοχές» της Εμπορικής στην αξία των 55,7 δισ. δρχ., αξία η οποία ισοδυναμεί στο 32,6% των παγίων (ενσώματων και ασώματων), συμπεριλαμβανομένων των συμμετοχών σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις στοιχείων.


Οσο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο είναι όμως η συμμετοχή της Εμπορικής στην Ιονική τόσο ασήμαντη είναι η απόδοσή του ως στοιχείου επένδυσης. Η μέση ετήσια απόδοση της συμμετοχής στην Ιονική διαμορφώθηκε την τελευταία πενταετία σε 3,3% με βάση τη μέση χρηματιστηριακή τιμή ανά έτος ή σε 4,4% με βάση τη λογιστική τιμή της συμμετοχής, όπως εκφράζεται στον ισολογισμό εκάστου έτους. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι αποδόσεις των ετήσιων εντόκων γραμματίων σε μέσα επίπεδα για την ίδια περίοδο διαμορφώθηκαν σε 14,98%. Με αυτά τα επιτόκια η αντίστοιχη απόδοση των συμμετοχών στην Ιονική Τράπεζα (σωρευτικά και χωρίς να υπολογίζεται η επανεπένδυση της καθαρής ωφέλειας) θα ήταν 51,1 δισ. δρχ. με βάση τη μέση χρηματιστηριακή τιμή ανά έτος ή 37,6 δισ. δρχ. με βάση τη λογιστική τιμή, όπως αυτή είναι εγγεγραμμένη στα βιβλία της Εμπορικής, έναντι πραγματοποιηθείσης είσπραξης μερισμάτων ύψους μόνο 10,7 δισ. δρχ.


Το δεύτερο στοιχείο το οποίο πρέπει με έμφαση να υπογραμμισθεί είναι αυτό του ανταγωνισμού και ειδικότερα ενός «ιδιότυπου» ανταγωνισμού ανάμεσα στις δύο Τράπεζες ο οποίος αναπτύχθηκε βαθμιαία μέσα σε μια μακρά περίοδο ετών, με κύριο χαρακτηριστικό την απουσία κάθε είδους συμπληρωματικότητας στις λειτουργίες των Τραπεζών. Είναι γνωστό ασφαλώς ότι τόσο η Εμπορική όσο και η Ιονική λειτουργούσαν και λειτουργούν πλήρως ανταγωνιστικά τόσο στο επίπεδο των αγορών με όρους γεωγραφικής διασποράς των δικτύων και επιχειρηματικής παρουσίας όσο και στο επίπεδο των δραστηριοτήτων – προϊόντων. Ο ανταγωνισμός αυτός σε πολλές περιπτώσεις ήταν οξύτερος από κάθε άλλη περίπτωση ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών.


Με τις σημερινές ανάγκες αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού του τραπεζικού συστήματος, με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς του, είναι περισσότερο από βέβαιο ότι και οι δύο Τράπεζες και ιδιαίτερα η Ιονική έχουν άμεση ανάγκη κεφαλαιακής ενίσχυσης, η οποία όμως αποτελεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα με τις παρούσες συνθήκες, όσο δηλαδή διατηρείται το σημερινό καθεστώς σχέσεων Εμπορικής και Ιονικής.


Οπως είναι γνωστό το περίπου 60% του μετοχικού κεφαλαίου της Ιονικής κατέχεται από την Εμπορική. Με τις σημερινές συνθήκες η Εμπορική δεν είναι σε θέση να προσελκύσει από την αγορά τα κεφάλαια για τη βελτίωση της δικής της κεφαλαιακής βάσης, που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την περαιτέρω ανάπτυξή της, και ταυτόχρονα να αντλήσει επιπροσθέτως και το 60% της αύξησης των κεφαλαίων που απαιτούνται για την πλέον επείγουσα ανάλογη περίπτωση αύξησης των κεφαλαίων της Ιονικής. Ετσι και οι δύο Τράπεζες βρίσκονται σε δυσχερή θέση, η οποία θα χειροτερεύει με την πάροδο του χρόνου.


Μοναδική λύση στο πρόβλημα αυτό είναι η εξάλειψη ή η αποσύνδεση της μετοχικής εξάρτησης της Ιονικής από την Εμπορική, γεγονός που θα ανοίξει τον δρόμο για την ανεξάρτητη κεφαλαιακή ενίσχυση και των δύο Τραπεζών. Η άρση της εξάρτησης αυτής είναι δυνατόν να επιτευχθεί με δύο τρόπους και ειδικότερα με τη συγχώνευση των δύο Τραπεζών ή με τη διάθεση του πακέτου των μετοχών της Ιονικής που κατέχεται από την Εμπορική σε τρίτους.


* Το δεύτερο κρίσιμο ερώτημα που θα τεθεί είναι γιατί δεν συγχωνεύεται η Εμπορική με τη θυγατρική της Ιονική, ώστε να αποτελέσουν ένα πανίσχυρο συγκρότημα. Και επ’ αυτού η απάντηση της διοίκησης της Εμπορικής θα είναι πειστική και θα θεμελιώνεται στα εξής στοιχεία:


Οι δύο Τράπεζες ανέθεσαν, προ έτους περίπου, στη διεθνούς κύρους εξειδικευμένη εταιρεία Monitor εντολή για την εξεύρεση λύσης μέσα σε συγκεκριμένο χώρο έρευνας, ο οποίος άρχιζε από τη διατήρηση της σημερινής κατάστασης ανεξάρτητης λειτουργίας των δύο Τραπεζών, προχωρούσε στη διερεύνηση των δυνατοτήτων ύπαρξης διαφόρων μορφών αμοιβαίας συνεργασίας και τελείωνε με την εξέταση της δυνατότητας της μεταξύ τους συγχώνευσης. Υστερα από μελέτη περίπου 10 μηνών, κατά τη διάρκεια των οποίων αναλύθηκαν σε βάθος όλα τα επικρατέστερα σενάρια, η εταιρεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μέσα στο συγκεκριμένο πλέγμα λύσεων που της ανατέθηκε να εξετάσει η καλύτερη λύση για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των δύο Τραπεζών, σε επίπεδα που διασφαλίζουν την ομαλή μελλοντική λειτουργία τους, είναι η μεταξύ τους συγχώνευση. Κατά την εταιρεία, βασικές προϋποθέσεις για την υλοποίηση της συγχώνευσης είναι η σύμφωνη γνώμη των συλλόγων προσωπικού και των δύο Τραπεζών καθώς και κυβερνητική και ευρύτερη πολιτική συναίνεση.


Η πραγματοποίηση της συγχώνευσης συνδέεται όμως με τη λήψη ιδιαίτερα οδυνηρών μέτρων, μεταξύ των οποίων είναι:


α. Ο περιορισμός των θέσεων εργασίας στις δύο Τράπεζες κατά 3.100 άτομα.


β. Η μείωση του αριθμού των καταστημάτων και των δύο Τραπεζών από 546 σε 393.


Ο περιορισμός των θέσεων εργασίας αφορά κατά ποσοστό άνω του 50% θέσεις οι οποίες κατέχονται από άτομα νεότερης υπηρεσιακής και βιολογικής ηλικίας και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να αποχωρήσουν με την προσφορά προγραμμάτων εθελούσιας εξόδου, ελκυστικά για υπαλλήλους που βρίσκονται κοντά στο κατώφλι της συνταξιοδότησης. Η ομαλή αποχώρηση του απαιτούμενου αριθμού νεότερων υπαλλήλων εμφανίζεται ιδιαίτερα δυσχερής, αν ληφθεί υπόψη και η σημερινή κατάσταση στην αγορά εργασίας, γεγονός που θα επέβαλλε ανεπιθύμητες λύσεις.


Πρόσθετη, ιδιαίτερα σημαντική, δυσκολία είναι ότι το σύνολο των παραμενόντων υπαλλήλων και των δύο Τραπεζών πρέπει να επανακριθεί από μηδενική βάση, με σκοπό την επιλογή των καταλληλότερων για την πλήρωση των θέσεων ευθύνης στη μία, πλέον, νέα Τράπεζα.


Με βάση τα παραπάνω η συγχώνευση των δύο Τραπεζών εμφανίζει ανυπέρβλητες δυσκολίες, που φθάνουν στα όρια του αδύνατου κατά την υλοποίησή της. Η κατάσταση αυτή επιτείνεται ακόμη περισσότερο από τις μεγάλες αβεβαιότητες που συνεπάγεται η μεγάλη διάρκεια του χρόνου (πενταετία) μέσα στον οποίο προβλέπεται να ολοκληρωθεί. Ετσι η συγχώνευση των δύο Τραπεζών κρίνεται ως ανέφικτη και δεν είναι δυνατό να αποτελέσει λύση στα προβλήματα και στις σχέσεις της Εμπορικής και της Ιονικής.


Οι απαντήσεις στα δύο αυτά ερωτήματα είναι φανερό ότι θα πείσουν τους μετόχους της Εμπορικής ότι η μόνη λύση στα προβλήματα που έχουν οδηγήσει σε αδιέξοδο τις δύο Τράπεζες είναι να διατεθεί σε τρίτους το πακέτο των μετοχών της Ιονικής που κατέχει η Εμπορική.


* Στη φάση αυτή είναι όμως φανερό ότι θα τεθεί από τη γενική συνέλευση το τρίτο ερώτημα. Τι θα ωφεληθεί η Εμπορική, τι θα ωφεληθούν οι μέτοχοί της, που κατά πλειοψηφία είναι Ταμεία των εργαζομένων, από αυτή την πώληση; Η απάντηση είναι ότι από την πώληση η Εμπορική θα ενισχυθεί σημαντικά με πρόσθετα κεφάλαια, λόγω της σημερινής υπεραξίας των μετοχών της Ιονικής, ενώ επιπλέον το σύνολο του προϊόντος της ρευστοποίησης των μετοχών που θα υποκαταστήσει στο ενεργητικό τη σημερινή αξία των μετοχών της Ιονικής θα έχει πολλαπλάσια απόδοση από τη σημερινή αντίστοιχη της επένδυσης σε μετοχές της Ιονικής.


Με απλά λόγια οι μέτοχοι της Εμπορικής Τράπεζας ωφελούνται διπλά. Πρώτον, από τη σημαντική αύξηση του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας, λόγω της ρευστοποίησης της σημαντικής υπεραξίας που υπάρχει σήμερα κρυμμένη στις μετοχές της Ιονικής και, δεύτερον, από τη σημαντική ενίσχυση των εσόδων της Τράπεζας, λόγω της τοποθέτησης του προϊόντος της πώλησης των μετοχών με απόδοση για την Τράπεζα πολύ υψηλότερη από αυτή που απέφεραν για πολλά χρόνια οι μετοχές της Ιονικής. Ο συνδυασμός αύξησης της αξίας του ενεργητικού της Εμπορικής με τη διεύρυνση της κερδοφορίας της είναι βέβαιο ότι θα ασκήσει πολλαπλασιαστικές επιδράσεις στην τιμή της μετοχής της Τράπεζας.


Το σημαντικότερο είναι όμως ότι ανοίγεται πλέον διάπλατα ο δρόμος για άνετες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της Εμπορικής οι οποίες θα επιτρέψουν στην Τράπεζα την απρόσκοπτη πραγματοποίηση του στρατηγικού της σχεδιασμού.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version