Ο διάσημος βρετανός ηθοποιός του κινηματογράφου και του θεάτρου (με ιδιαίτερη αδυναμία στον Σαίξπηρ, πιθανώς λόγω της κλασικής παιδείας του) έχει υποδυθεί με επιτυχία μερικούς από τους πιο δύσκολους ρόλους των τελευταίων δεκαετιών. Για την ακρίβεια, όλοι οι ρόλοι που έχει αναλάβει ο Τζέρεμι Αϊρονς ως σήμερα είναι ξεχωριστοί. Είναι ένας άνθρωπος για επικίνδυνες αποστολές; Πάντως, χωρίς να καταβάλλει την παραμικρή προσπάθεια εντυπωσιασμού, χωρίς ποτέ να επιχειρεί επί σκηνής εντυπωσιακές, πλην όμως ματαιόδοξες, υποκριτικές πιρουέτες και χωρίς να έχει καμία ανάγκη τα μάγια του σύγχρονου μάρκετινγκ, είναι από τους ελάχιστους σύγχρονους ηθοποιούς που καταφέρνει σε κάθε εμφάνισή του να εντυπωσιάζει τόσο το (απαιτητικό) κοινό όσο και τους (πολλές φορές δύστροπους) κριτικούς. Οπως έχει συμβεί σε ταινίες του επιπέδου «Στο φως του φεγγαριού», «Οι διχασμένοι», «Το γύρισμα της τύχης», «Η ερωμένη του γάλλου υπολοχαγού», «Μαντάμ Μπατερφλάι», «Λολίτα» και πιο πρόσφατα στο «Callas for ever». Η εντύπωση που δίνει είναι ενός ήρεμου, συγκροτημένου ανθρώπου. Αυτό που μερικοί ονομάζουν «ώριμος». Ηπιων τόνων, σχεδόν μοναχικός τύπος. Είναι μεγάλη απόλαυση να τον ακούς με αυτή τη χαρακτηριστική, διαπεραστική φωνή, με την τέλεια άρθρωση και τη γοητευτική βρετανική προφορά να αποκαλύπτει τον εσωτερικό του κόσμο. Δεν είναι όπως τον περιμένεις. Είναι ακόμη καλύτερος. Είναι ανθρώπινος, άμεσος. Είναι ένας καταξιωμένος καλλιτέχνης που δεν θέλει με τίποτε να αλλάξει την παιδική του ψυχή. Απολαύστε τον.
– Αν δεν είχατε αυτή τη συνέντευξη, πού θα βρισκόσασταν αυτή τη στιγμή;
«Κατά πάσα πιθανότητα σε κάποιο μπαρ κοντά στο ξενοδοχείο. Μόλις τελειώσουμε τα γυρίσματα και αντιμετωπίσουμε όλα τα ανακύψαντα προβλήματα της ημέρας, συνήθως πηγαίνω να πιω μια μπίρα».
– Μόνος;
«Πάντοτε υπάρχουν βέβαια ορισμένοι άνθρωποι γύρω μου, αλλά εγώ συνήθως πηγαίνω μόνος».
– Σας αρέσει να είστε μόνος;
«Ναι. Στη δουλειά, ξέρετε, περιστοιχίζομαι από πολλούς ανθρώπους, οπότε από ένα σημείο και μετά μου αρέσει μερικές φορές να ξεφεύγω».
– Αυτό ήταν που θέλατε να κάνετε στη ζωή σας; Να γίνετε ηθοποιός, να ταξιδεύετε συνέχεια, να δουλεύετε ως τόσο αργά και στο τέλος της ημέρας να πίνετε μόνος σας; Ανταποκρίνονται όλα αυτά στο αρχικό σας όνειρο;
«Μμμ… Ναι. Τελικά αυτό ήταν. Ηθελα να γίνω “τσιγγάνος”. Να ταξιδεύω, να εργάζομαι με μια ομάδα ανθρώπων, να διηγούμαι μια ιστορία, είτε από σκηνής είτε μέσω του κινηματογράφου… Στο τέλος όλοι αυτοί οι άνθρωποι που εργάζονται για να γίνει μια ταινία ή ένα θεατρικό έρχονται κοντά, γίνονται σαν οικογένεια, οπότε στην πραγματικότητα δεν είσαι ποτέ μόνος. Απλώς για ένα διάστημα ζεις μακριά από τη δική σου οικογένεια. Εχω πλέον συνηθίσει».
– Παρατηρώ ότι αναφέρετε συχνά τη λέξη «φίλος». Σας είναι εύκολο να κάνετε νέες φιλίες;
«Οχι. Οι καλύτεροι φίλοι είναι οι παλαιοί φίλοι. Βεβαίως κάθε φορά που κάνω μια ταινία δημιουργώ καινούργιες παρέες, αλλά οφείλω να παραδεχτώ ότι δεν είμαι και τόσο καλός φίλος διότι δεν κρατάω επαφές μαζί τους μετά το τέλος των γυρισμάτων. Συμβαίνει όμως συχνά να τους συναντώ ξανά για δεύτερη ή και για τρίτη φορά μέσα σε μία χρονιά, όταν γυρίζουμε μια καινούργια ταινία. Και τότε η φιλία μας συνεχίζεται από εκεί όπου την αφήσαμε. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με την καλή μου φίλη Φανί Αρντάν, με την οποία μέσα σε περίπου 20 χρόνια έχουμε κάνει τρεις ταινίες».
– Πότε αποφασίσατε να γίνετε «τσιγγάνος», δηλαδή ηθοποιός;
«Πρέπει να ήμουν γύρω στα 19. Οταν ακόμη ήμουν μαθητής μού άρεσε να διαβάζω βιογραφίες ηθοποιών και έτσι άρχισα σιγά σιγά να έρχομαι σε επαφή σχεδόν με όλους τους μεγάλους βρετανούς ηθοποιούς, όπως για παράδειγμα τον Τσάρλι Τσάπλιν. Ερωτεύτηκα τον τρόπο ζωής τους, τον τρόπο με τον οποίο σκέπτονταν. Μου άρεσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι, όταν είσαι ηθοποιός, καλείσαι να εργαστείς σε μια συγκεκριμένη δουλειά και όταν αυτή ολοκληρωθεί, φεύγεις, αλλάζεις, αρχίζεις να δουλεύεις σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτό είναι που αποκαλώ εγώ “τσιγγάνικο τρόπο ζωής”. Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο: αποφάσισα να γίνω ηθοποιός επειδή νόμιζα ότι μόνο έτσι μπορούσε κανείς να μπει στον κόσμο του θεάτρου. Δεν γνώριζα, βλέπετε, και πολλά για το αντικείμενο. Διαφορετικά, θα μπορούσα να είχα γίνει καμεραμάν ή ακόμη και φροντιστής, αλλά εκείνη την εποχή δεν με ενδιέφερε και πολύ κάτι τέτοιο. Μου αρκούσε μόνο το να μπω σε αυτόν τον χώρο. Ετσι, πήγα σε μια δραματική σχολή, συγκεκριμένα στην Bristol Old Vic Theatre School».
– Στη δραματική σχολή γραφτήκατε αμέσως μετά το σχολείο ή ασχοληθήκατε πρώτα με κάτι άλλο;
«Οχι αμέσως. Τελείωσα το σχολείο στα 17 και αμέσως μετά εργάστηκα ως κοινωνικός λειτουργός στο νότιο Λονδίνο. Για έξι-επτά μήνες δούλεψα με απροσάρμοστα παιδιά και προβληματικά άτομα. Στην πορεία όμως συνειδητοποίησα ότι τελικά είμαι πολύ εγωιστής. Διότι ήθελα από τη δουλειά μου να παίρνω και εγώ κάτι ως αντάλλαγμα. Οταν εργάζεται κανείς με τέτοια άτομα, πρέπει να είναι πολύ δοτικός. Για να μπορείς να αντιμετωπίσεις τέτοιου είδους προβλήματα πρέπει να επικεντρώνεσαι αποκλειστικά πάνω στον άλλο, στον πάσχοντα. Εγώ προτιμούσα να υπάρχει με τους γύρω μου μια αμφίδρομη επικοινωνία. Να τους δίνω και αναλόγως να εισπράττω. Κάτι το οποίο βρήκα στο θέατρο».
– Υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο σας επηρέασε στην απόφασή σας να ασχοληθείτε με το θέατρο;
«Οχι, για την ακρίβεια μάλλον με αποθάρρυναν. Οι άνθρωποι του περιβάλλοντός μου μού έλεγαν συνεχώς ότι δεν το βρίσκουν και τόσο καλή ιδέα. Δεν είχα απολύτως καμία ενθάρρυνση. Προσπάθησα να προβάλω στον εαυτό μου όλες τις πιθανές επιλογές που είχα ως εκείνη τη στιγμή. Να με φανταστώ σε μια άλλη καριέρα. Αλλά τίποτε δεν μου άρεσε. Ούτε οι επιχειρήσεις ούτε ο στρατός ούτε το να ακολουθήσω κάποιο άλλο από τα επαγγέλματα των συγγενών μου. Ηθελα, πρέπει να ομολογήσω, να κάνω κάτι το οποίο θα μου επέτρεπε να μείνω κάπως “έξω” από τη ζωή. Να περιπλανιέμαι από τη μια πραγματικότητα στην άλλη, να μη χρειάζεται να μένω εγκλωβισμένος σε μία και μοναδική αλήθεια. Ηθελα αυτό που σας είπα και στην αρχή, να ζήσω σαν τσιγγάνος».
– Πώς συνειδητοποιεί κάποιος σε ηλικία 19 ετών κάτι τόσο σημαντικό για τον εαυτό του;
«Ολα αυτά που σας λέω τα συνειδητοποιώ σήμερα, κοιτάζοντας ψύχραιμα προς τα πίσω. Εκείνη τη στιγμή δεν είχα και τόσο μεγάλη επίγνωση. Το μόνο που επεδίωξα ήταν να ακολουθήσω το ένστικτό μου. Να “ακούσω” τι πραγματικά θέλει ο εαυτός μου και να φανώ συνεπής ως προς αυτό. Να μην επηρεαστώ από άλλους ανθρώπους, να μη φοβηθώ μπροστά σε πράγματα που τελικά δεν έχουν καμία αξία».
– «Ενστικτο» είπατε; Τι είναι το ένστικτο; Μήπως είναι μια κρυφή γνώση που λειτουργεί στη ζωή μας ως οδηγός;
«Ετσι νομίζω. Κατ’ αρχήν όλοι μας έχουμε το ένστικτο να σταματήσουμε μπροστά σε έναν γκρεμό για να μην πέσουμε. Είναι κάτι αρχέγονο το ένστικτο, με το οποίο γεννιόμαστε, αλλά συγχρόνως και κάτι το οποίο μαθαίνουμε να “ακούμε” από τα πρώτα ακόμη χρόνια της ζωής μας».
– Μοιάζει δηλαδή με αυτό που ονομάζουμε «ταλέντο»;
«Οχι, το ταλέντο είναι κάτι διαφορετικό. Το ταλέντο είναι ένα πολύ σύνθετο πράγμα, του οποίου τα συστατικά διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Για έναν ηθοποιό ταλέντο σημαίνει να έχει φαντασία, αρκετή δόση αυτοπεποίθησης – καθώς είναι σίγουρο ότι θα συναντήσει στη ζωή του αρκετές αποτυχίες, οπότε θα πρέπει να είναι σε θέση να τις ξεπεράσει χωρίς μεγάλο κόστος -, να έχει το χάρισμα να είναι ευχάριστος στις συνεργασίες του, δηλαδή να κάνει τους άλλους που δουλεύουν μαζί του να περνούν καλά… Πρέπει ακόμη να μπορεί να μεταδίδει με πολύ καθαρό τρόπο τα συναισθήματα και τις σκέψεις του. Μερικοί άνθρωποι, ξέρετε, μπορούν να μεταβιβάσουν συναισθήματα πιο εύκολα από κάποιους άλλους».
– Γεννιόμαστε με τα ταλέντα μας ή τα αποκτούμε στην πορεία;
«Πραγματικά δεν έχω ιδέα. Κατά πάσα πιθανότητα μερικοί άνθρωποι γεννιούνται με ορισμένα χαρίσματα ή με κάποια συγκεκριμένη φυσιογνωμία η οποία είναι κατάλληλη για το θέατρο ή τον κινηματογράφο. Οπως και να ‘χει, σε κάθε περίπτωση πρέπει κανείς να δουλέψει πάνω στα ταλέντα του, κατά κάποιο τρόπο να τα λουστράρει. Το να γεννηθείς με κάποιο ταλέντο νομίζω ότι τελικά δεν αρκεί. Χρειάζεται δουλειά, δουλειά, δουλειά…».
– Με ποιο τρόπο καλλιεργείται το ταλέντο;
«Κατ’ αρχάς πρέπει να γνωρίζεις τι ακριβώς θέλεις, τι θέλεις να γίνεις. Και μετά να καθήσεις να βρεις τι ακριβώς χρειάζεται για να το πετύχεις. Πρέπει να είσαι απολύτως ειλικρινής και ξεκάθαρος σε αυτή τη διαδικασία. Πρέπει να καταφέρεις να δεις τον εαυτό σου σαν τρίτο. Και έτσι να θέσεις εις εαυτόν μερικά βασικά ερωτήματα, όπως: Τι ακριβώς θέλω να γίνω; Τι είδους ηθοποιός; Προς ποια κατεύθυνση θέλω να κινηθώ; Τι είναι αυτό που μπορώ να κάνω; Ποια είναι τα πράγματα τα οποία δεν μπορώ να κάνω αλλά πρέπει να τα μάθω; Σε τι είμαι καλός και σε τι είμαι κακός; Με μια τέτοιου είδους άσκηση νομίζω ότι καλλιεργείται το ταλέντο».
– Καταφέρατε να πάρετε μια πολύ σημαντική απόφαση σε ηλικία μόλις 19 ετών. Αυτό δεν είναι μια σημαντική νίκη στη ζωή;
«Τώρα που το συζητάμε θα έλεγα ότι ήταν πράγματι μια σοβαρή απόφαση. Αν και τότε δεν μου φαινόταν και τόσο σημαντική. Νομίζω ότι μια καριέρα χτίζεται από πολλές μικρές αποφάσεις, από επιλογές που κάνουμε σε πολλούς μικρότερους τομείς. Το σύνολο όλων αυτών των επιλογών και των αποφάσεων, αυτό είναι που κάνει το αποτέλεσμα της δουλειάς σου καλό, κακό, αδιάφορο ή οτιδήποτε άλλο. Μιλάμε για ένα επάγγελμα το οποίο έχει γερές δόσεις ρίσκου. Κάθε μικρή απόφαση εμπεριέχει και το ρίσκο της, γι’ αυτό και κάθε ρόλος είναι τόσο διαφορετικός από τον άλλο, όπως επίσης και κάθε ηθοποιός διαφέρει από τους άλλους. Διότι ο καθένας κάνει τις δικές του επιλογές και παίρνει τα δικά του ρίσκα».
– Ποιο είναι το μεγαλύτερο ρίσκο που έχετε πάρει ποτέ;
«Οταν εγκατέλειψα κάποιους ρόλους που έκανα στην τηλεόραση, παραβιάζοντας το συμβόλαιό μου, την εποχή που έκανα τα πρώτα μου βήματα. Ημουν γύρω στα 29 και το σωματείο θα μπορούσε να με έχει διαγράψει και να μην μπορώ ποτέ να ξαναδουλέψω».
– Ποια είναι η διαφορά τηλεόρασης και κινηματογράφου;
«Υπάρχουν τεράστιες διαφορές. Στην τηλεόραση οι περισσότεροι θεατές σε παρακολουθούν αφηρημένα εναλλάξ με κάποιο άλλο κανάλι που δείχνει ποδόσφαιρο, φτιάχνοντας καφέ ή κάνοντας διάλειμμα για να πάνε στην τουαλέτα. Στον κινηματογράφο, πάλι, πηγαίνουν κατά δεκάδες για να κλειστούν σε μια σκοτεινή αίθουσα με τεράστια οθόνη, οπότε έρχονται σε πολύ πιο άμεση επαφή με την ταινία. Ο κινηματογράφος είναι πολύ πιο δυνατό μέσο. Οταν οι άνθρωποι μου λένε ότι είδαν μια ταινία στο βίντεο, τους απαντώ ότι είναι σαν να είδαν την Καπέλα Σιστίνα σε καρτ ποστάλ».
– Για εσάς η τηλεόραση είναι εχθρός του κινηματογράφου;
«Οχι, δεν θα έλεγα εχθρός. Μάλλον ετεροθαλής αδελφός. Με τον οποίο μάλιστα δεν έχει ιδιαιτέρως καλές σχέσεις. Θα ήθελε πολύ να τον αγνοήσει, αλλά δυστυχώς κάνει πολύ φασαρία και δεν αφήνει τον μεγάλο αδελφό στην ησυχία του».
– Και το θέατρο; Σε τι διαφέρει το θέατρο από τον κινηματογράφο;
«Κατ’ αρχήν ως προς την κλίμακα. Οταν βρίσκομαι στη σκηνή είμαι ένα μικρό κομμάτι ενός μεγαλύτερου καμβά και πρέπει να επικοινωνήσω με το κοινό με το κορμί μου, με τη στάση μου, με την κίνησή μου, με τη φωνή μου. Η φωνή στο θέατρο παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Διότι το κοινό δεν μπορεί να δει τα μάτια σου. Μόνο η κάμερα μπορεί να τα δει. Στον κινηματογράφο επικοινωνείς περισσότερο με το πρόσωπό σου».
– Τι σημαίνει για εσάς «καλός ηθοποιός»;
«Πράγματι δεν γνωρίζω. Νομίζω ότι είναι η ικανότητα να έχεις διαρκή επικοινωνία με το κοινό. Με ένα κοινό που θέλει πολύ να μάθει περισσότερα για τον ρόλο τον οποίο υποδύεσαι, που θέλει να έρθει πιο κοντά σου, που θέλει να σε γνωρίσει καλύτερα. Οταν ένας ηθοποιός καταφέρει να προκαλέσει το ενδιαφέρον του κόσμου για την προσωπικότητά του, τότε νομίζω ότι έρχεται σε επαφή με την καρδιά και την ψυχή του κοινού. Το κοινό τού το ανταποδίδει με το να τον αποκαλεί “σπουδαίο ηθοποιό”».
– Λέμε συχνά για ταλαντούχους ηθοποιούς. Ταλαντούχο κοινό υπάρχει;
«Βεβαίως. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί κανείς να το αντιληφθεί στο θέατρο. Είναι θέμα επικοινωνίας. Οταν παίζεις στο θέατρο είναι σαν να ανοίγεις διάλογο με το κοινό. Χρειάζεσαι την ανταπόκρισή του, χρειάζεσαι να σου δίνει τις ιδέες του. Για να υπάρξει καλός διάλογος πρέπει να υπάρχουν και δύο καλοί συνομιλητές».
-Εσείς πώς προσεγγίζετε έναν ρόλο;
«Μελετώ τον χαρακτήρα προσεκτικά και προσπαθώ να εντοπίσω όλα όσα αυτός μπορεί να κάνει και όλα όσα δεν θα έκανε. Μετά προσπαθώ να βρω ποια από αυτά μπορώ να κάνω και ποια πρέπει να μάθω. Ωσπου, αν όλα πάνε καλά, να καταφέρω να γίνω ο χαρακτήρας που πρέπει να παίξω. Αν τα καταφέρω, αυτό σημαίνει ότι θα μπορώ να κάνω όλα όσα μπορεί να κάνει και εκείνος. Θα μπορώ να μπω στο “μυαλό” του και να ταυτιστώ μαζί του».
– Γιατί, αλήθεια, οι ηθοποιοί παίρνουν πάντα ως δεδομένο τον χαρακτήρα και όχι τη δική τους προσωπικότητα; Γιατί, δηλαδή, προσπαθούν να προσαρμόσουν την προσωπικότητά τους στον ρόλο και όχι το αντίθετο;
«Διότι η προσωπικότητά μου είναι η μόνη στερεή βάση από την οποία μπορώ να παρατηρήσω τον ρόλο. Πρέπει να γνωρίζω τη δική μου προσωπικότητα για να μπορώ να βρω τα κοινά που έχω με τον χαρακτήρα τον οποίο καλούμαι να υποδυθώ. Οι περισσότεροι άνθρωποι, ξέρετε, έχουμε πάρα πολλά στοιχεία μέσα μας τα οποία δεν γνωρίζουμε. Και που στην καθημερινή μας ζωή δεν χρησιμοποιούμε. Είμαστε σαν το πιάνο. Εξωτερικά έχουμε τις βασικές νότες, στο εσωτερικό όμως οι χορδές είναι πολύ περισσότερες. Υπάρχει ένας πολύ μεγάλος αριθμός κρυμμένων χορδών τις οποίες δεν αγγίζουμε ποτέ, είτε επειδή δεν τολμάμε είτε επειδή δεν έχουμε μάθει να τις αναζητούμε. Εγώ, ως ηθοποιός, καλούμαι να ψάξω μέσα στη δική μου προσωπικότητα και να βρω όλες εκείνες τις χορδές που δεν χρησιμοποιώ στην κανονική ζωή μου, οι οποίες όμως ενδεχομένως να μου χρησιμέψουν στον ρόλο. Το καταλαβαίνετε έτσι όπως σας το λέω; Πρέπει να ψάξω στα βάθη του εαυτού μου. Εγώ είμαι το όργανο. Εγώ είμαι το πιάνο».
– Πώς μπορεί ένας «άγιος» της καθημερινής ζωής να υποδυθεί πειστικά έναν εγκληματία;
«Μα όλοι μας κρύβουμε έναν εγκληματία μέσα μας. Οι εγκληματίες είναι άνθρωποι όπως εμείς, με τη μόνη διαφορά ότι αυτοί έχουν διαπράξει μια ανοησία. Εν δυνάμει μπορεί όλοι κάποια στιγμή να εγκληματήσουμε, συνήθως όμως δεν περνάμε όλοι αυτά τα όρια».
– Ποιο είναι το κόστος της επιτυχίας και ποιο το κέρδος της αποτυχίας;
«Το κόστος της επιτυχίας και το κέρδος της αποτυχίας! Χμ. Η αποτυχία σε ξυπνάει. Διότι σου χτυπάει ένα καμπανάκι. Σε υποχρεώνει να ανασυνταχθείς. Και ώσπου να το κάνεις αυτό σε κρατάει σε εγρήγορση. Η επιτυχία σε υπνωτίζει. Σου δημιουργεί ευχαρίστηση, σε κάνει να νιώθεις όμορφα με τον εαυτό σου και έτσι σταματάς να προσπαθείς. Πάντα θεωρούσα ότι είναι καλό πού και πού να δοκιμάζεις και την αποτυχία».
– Τι είναι αυτό που χάνει κανείς καθώς μεγαλώνει; Μήπως είναι η φαντασία;
«Μπορεί πράγματι η φαντασία να είναι μία από τις πρώτες απώλειες. Μια τόσο σοβαρή απώλεια όμως δεν επιτρέπεται σε έναν ηθοποιό. Εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να κρατάμε ανοικτή επικοινωνία με την παιδικότητά μας. Είναι, αν θέλετε, μέρος των επαγγελματικών μας δεσμεύσεων. Αλλά αυτό ισχύει για όλους. Ασχέτως του τι δουλειά κάνει ο καθένας, οφείλει να περιορίζει τις απώλειες που προκύπτουν από την ενηλικίωση. Διότι καθώς περνούν τα χρόνια και πληθαίνουν οι εμπειρίες μας, είναι πολύ εύκολο να καταστραφεί ένας χαρακτήρας αν αρχίσει να χάνει τα ευγενικότερα των συναισθημάτων του».
– Εσείς πώς νιώθετε τώρα; Παιδί ή ενήλικος;
«Χωρίς καμιά συζήτηση παιδί».
– Εξακολουθείτε, δηλαδή, να κάνετε λάθη ή ακόμη και τρέλες όπως όταν ήσασταν παιδί;
«Φυσικά. Διότι θεωρώ ότι χωρίς λάθη και ρίσκο δεν μπορούμε να ανακαλύπτουμε ενδιαφέροντα πράγματα. Γι’ αυτό προσπαθώ να συμπεριφέρομαι όσο μπορώ σαν παιδί».
– Εχει η τέχνη τη δυνατότητα να θεραπεύει τον ανθρώπινο πόνο;
«Σίγουρα. Διότι σε κάνει να νιώθεις ότι δεν είσαι μόνος. Οταν βλέπεις έναν σπουδαίο πίνακα που σε συγκινεί, συνειδητοποιείς ότι ο καλλιτέχνης αισθάνθηκε κάτι το οποίο ένιωσες και εσύ. Και αυτό είναι πολύ όμορφο συναίσθημα το οποίο απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο».
– Θεωρείτε τον εαυτό σας άνθρωπο της εξουσίας;
«Οχι, σε καμιά περίπτωση. Εγώ είμαι απλώς ένας αφηγητής ιστοριών. Εμείς οι άνθρωποι χρειαζόμαστε τους αφηγητές για να μας λένε ιστορίες και να μπορούμε έτσι να αντιμετωπίζουμε πράγματα τα οποία μας προκαλούν τρόμο. Συγχρόνως όμως μας βοηθούν και στο να καταλάβουμε καλύτερα την ανθρώπινη φύση. Νομίζω ότι τα λογοτεχνικά έργα, οι πίνακες, οι ταινίες, τα θεατρικά είναι μέρος αυτής της διαδικασίας».
– Γιατί είναι τόσο σημαντικό για εμάς τους ανθρώπους να παρακολουθούμε τέτοιες ιστορίες;
«Διότι μας βοηθούν να ανακαλύπτουμε το νόημα της ύπαρξής μας».
– Αν μπορούσατε να δείτε στην ψυχή σας αυτή τη στιγμή, τι θα βλέπατε;
«Θα έβλεπα έναν άνθρωπο πεινασμένο, έτοιμο να παραγγείλει το δείπνο του…».
– Να υποθέσω ότι έχω αρχίσει να σας κουράζω;
«Οχι, όχι. Απλώς όταν βρισκόμαστε σε περίοδο γυρισμάτων δεν μας μένει καθόλου χρόνος και έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε πολλά πράγματα συγχρόνως. Θα ήθελα να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας, μόνο που συγχρόνως θα ήθελα να μου επιτρέψετε να παραγγείλω κάτι προτού καταρρεύσω. Εχει πολύ ενδιαφέρον η συζήτησή μας, ελπίζω μόνο να βγάζουν κάποιο νόημα τα όσα σας λέω».
– Είναι αλήθεια αυτό που λένε ότι μετά τα όρια βρίσκεται η χώρα των θαυμάτων;
«Κοιτάξτε, εγώ κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων μιας ταινίας πηγαίνω καθημερινά στη χώρα των θαυμάτων. Ταξιδεύω σε νέα μέρη με νέους ανθρώπους».
– Πώς είναι λοιπόν στη χώρα των θαυμάτων;
«Καμιά σχέση με την πραγματικότητα! (γέλια) Νομίζω ότι εκεί βλέπει κανείς τα πράγματα πιο καθαρά. Οπως όταν είσαι διακοπές. Νιώθεις πιο ζωντανός. Και μπορείς να εκτιμήσεις καλύτερα το καλό και το κακό».
-Τι γίνονται οι φόβοι μας όταν πηγαίνουμε στη χώρα των θαυμάτων; Μένουν πίσω στη χώρα της λογικής ή μας ακολουθούν;
«Να σας πω την αλήθεια, δεν έχω και πολλούς φόβους. Φοβάμαι μήπως πληγωθεί ή πάθει κάτι κάποιος που αγαπάω, αλλά δεν μπορώ να πω ότι φοβάμαι ιδιαιτέρως. Οταν ήμουν μικρός, βεβαίως, φοβόμουν το σκοτάδι, τώρα πια όμως ο φόβος δεν είναι μέρος της ζωής μου».
– Αν σας έλεγαν ότι υπάρχει ένας τόπος, ας πούμε ένα νησί, το νησί των επιθυμιών, στο οποίο θα μπορούσατε να πάτε, αλλά δεν θα μπορούσατε να γυρίσετε, θα τολμούσατε ένα τέτοιο ταξίδι;
«Οχι. Διότι δεν μου αρέσει να νιώθω παγιδευμένος».
– Ούτε καν σε έναν τέτοιο παράδεισο;
«Οχι, διότι δεν πιστεύω σε παραδείσους. Πιστεύω σε παραδεισένιες στιγμές, σε στιγμές ευτυχίας. Οι μεγαλύτερες απολαύσεις μου έχουν πάντα το στοιχείο της αντίθεσης. Της αλλαγής. Από μια κατάσταση σε μιαν άλλη. Σε έναν παράδεισο όπως αυτός που λέτε εγώ θα έπληττα».
– Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, και η ζωή η ίδια είναι μια παγίδα. Αφού κάποτε όλα θα τελειώσουν…
«Και όμως η ζωή δεν είναι παγίδα. Η ζωή είναι υπέροχη. Διότι σου δίνει τη δυνατότητα να κάνεις ό,τι θέλεις. Να ξεκινήσεις κάτι, να το δεις να ολοκληρώνεται, να αρχίσεις μετά κάτι άλλο…».
– Τι είναι ζωή;
«Ζωή είναι να κάθεσαι κάπου, να περιμένεις το δείπνο, να κρατάς ένα ποτήρι κρασί, κάτω από έναν ζεστό ουρανό, γνωρίζοντας ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να πας για ύπνο για να ξυπνήσεις μετά και να προσπαθήσεις να βρεις λύση σε ένα σωρό νέα προβλήματα, για τα οποία κανένας δεν σε έχει προετοιμάσει. Αυτό είναι ζωή».
– Γιατί αυτό να πρέπει πάντα να έχει ένα τέλος;
«Διότι το επιβάλλει η φύση».
– Και τι ακολουθεί την «αυλαία»;
«Μετά όλα τελειώνουν και, αν είσαι τυχερός, ίσως μείνουν κάποιοι οι οποίοι θα σε θυμούνται».
– Μήπως αυτός είναι ένας από τους φόβους σας; Το αν θα σας θυμούνται μετά;
«Το μόνο που ξέρω είναι ότι θα ήταν πολύ κρίμα να ζήσω μια ζωή και στο τέλος να μη μείνει τίποτε που να αξίζει να το θυμούνται οι άλλοι. Ελπίζω τουλάχιστον ότι τα παιδιά μου, οι φίλοι μου, το κοινό μου θα με θυμούνται…».
– Υπάρχει ένας συγκεκριμένος άνθρωπος για τον οποίο θα λέγατε ότι έχει επηρεάσει τη σκέψη σας;
«Υπάρχουν, αλλά δεν ξέρω αν τους γνωρίζετε. Ο πρώτος είναι ο Ντάνιελ Μπάρινγκαν…».
– Τι ήταν αυτός;
«Ο μέντοράς μου κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας “Η Αποστολή” (σ.σ.: «The Mission»)».
– Τι μάθατε από αυτόν τον άνθρωπο;
«Μου έμαθε τι σημαίνει πνευματικότητα. Και μου απέδειξε την ύπαρξη του Θεού με έναν πολύ απλό τρόπο».
– Δεν είναι παράδοξο αυτό; Πρώτα πήγατε στη ζούγκλα για να υποδυθείτε έναν ιεραπόστολο και μετά, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ανακαλύψατε ότι πράγματι υπάρχει Θεός.
«Εχετε δίκιο. Συχνά όμως αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο συμβαίνουν τα πράγματα στη ζωή. Κάνεις το πρώτο βήμα και μετά σου ανοίγεται ο δρόμος».
– Εμείς πηγαίνουμε προς τη γνώση ή έρχεται η γνώση προς εμάς;
«Νομίζω ότι η γνώση βρίσκεται γύρω μας και εμείς το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να τη διακρίνουμε και να την εκμεταλλευθούμε. Χρειάζεται όμως να καταβάλει κανείς σημαντική προσπάθεια, διότι η γνώση αιωρείται παντού, δεν έρχεται από μόνη της προς εμάς».
– Τα λάθη είναι γνώση;
«Χμ… Νομίζω ότι τα λάθη βοηθούν στο να αποκτήσουμε γνώση. Θέλω να πω, υπάρχουν φορές που τελικώς βλέπεις το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας και λες: “Ναι, αυτό πήγε καλά, αν και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση εγώ δεν θα είχα κάνει αυτή την επιλογή, η οποία τελικώς ευθύνεται για το καλό αποτέλεσμα”. Μαθαίνεις, λοιπόν, από τα λάθη σου, ακόμη περισσότερο όμως μαθαίνεις από τις αποτυχίες σου. Οταν δηλαδή δεν έχεις κάνει κάποιο λάθος, απλώς έκανες κάτι το οποίο δεν στέφθηκε με επιτυχία».
– Ποιος άλλος έχει επηρεάσει τη σκέψη σας;
«Η σύζυγός μου η οποία προέρχεται από θεατρική οικογένεια. Ο πατέρας της ήταν ηθοποιός, το ίδιο και ο παππούς της».
– Μήπως αυτός είναι ένας ακόμη από τους φόβους σας; Το να τη χάσετε;
«Κοιτάξτε, δεν φοβάμαι μήπως τη χάσω, διότι γνωρίζω ότι κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα τη χάσω. Φροντίζω απλώς να χαίρομαι όσα έχω, όσο καιρό ακόμη τα έχω».
– Σας ευχαριστώ.
«Κι εγώ. Αν και έχω την αίσθηση ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας».
Ο Τζέρεμι Αϊρονς εμφανίζεται στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, στη μουσική παράσταση «Καρναβάλι των ζώων», η οποία βασίζεται στο ομώνυμο έργο του Σεν-Σανς. Η σκηνοθεσία είναι του Γιάννη Κακλέα. Η εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, ενώ τα έσοδα θα διατεθούν για την ενίσχυση των παιδιών που πάσχουν από την ασθένεια του AIDS στην Αφρική. Τα εισιτήρια κοστίζουν 110, 65, 45 και 22 ευρώ. Πληροφορίες στα τηλ. 010 3600.410 και 010 3232.771. Ωρα έναρξης: 20.30.
