Μια παράξενη συνομιλία σήμερα. Την οφείλω στον Αντρέα τον Μανωλικάκη. Τον σπουδαίο έλληνα καθηγητή της υποκριτικής στο Actors Studio και γνωστό σκηνοθέτη, που ζει μόνιμα στη Νέα Υόρκη. Σε αυτόν τον άνθρωπο οφείλω μερικές υπέροχες φιλικές βραδιές στη Νέα Υόρκη, μερικές από τις καλύτερες συνεντεύξεις που έχω κάνει με πρόσωπα που χωρίς τη βοήθεια του Αντρέα θα παρέμεναν μακρινό όνειρο για μένα, αλλά και την παρακάτω συνέντευξη με έναν άνθρωπο που δεν λέει τίποτε σε εσάς, είναι όμως αυτή τη στιγμή ένας από τους ιδρυτές της Δραματικής Σχολής του Actors Studio, ένας από τους λίγους στον κόσμο που στο τηλεοπτικό του πρόγραμμα δεν αρνούνται να εμφανιστούν ούτε ο Ντε Νίρο ούτε ο Σπίλμπεργκ ούτε ο Γούντι Αλεν ούτε ο Πατσίνο ούτε η Φέι Ντάναγουεϊ ούτε ο Μάρλον Μπράντο. Είναι ο δάσκαλος που γράφει μιούζικαλ, διδάσκει, παίζει, σκηνοθετεί. Είναι ένας μύθος στους καλλιτεχνικούς κύκλους των ΗΠΑ. Τον συνάντησα στο Actors Studio ένα βράδυ ενώ κρατούσα ένα ταψί γαλακτομπούρεκο. «Το έφτιαξε με τα ίδια της τα χέρια η μητέρα μου» του είπα και αυτός κάλεσε όλους τους καθηγητές του Actors Studio και δοκίμασαν το γλυκό που γι’ αυτόν είναι το καλύτερο στον κόσμο! Ο Αντρέας μού είχε πει: «Δεν μιλάει σε κανέναν, αλλά νομίζω ότι ξέρω τον τρόπο να τον κάνω να δεχθεί. Βέβαια θα υποχρεωθείς να κουβαλήσεις από την Ελλάδα ένα ταψί γαλακτομπούρεκο!». Αυτό ήταν. Το ραντεβού κλείστηκε. Μιλήσαμε τρεις ώρες. Γίναμε φίλοι. Με κάλεσε στο σεμινάριο που τελικώς αποτελεί το υλικό της πιο γνωστής αυτή τη στιγμή τηλεοπτικής εκπομπής στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Είδα σε βίντεο πολλές από τις ήδη ολοκληρωμένες εκπομπές του και τον θαύμασα. Κυρίες και κύριοι, καιρός να σας αφήσω να απολαύσετε έναν άγνωστο για σας, αλλά διάσημο για μένα αφηγητή: τον κ. Τζέιμς Λίπτον!
Εσείς τι ακριβώς είχατε ξεκινήσει να κάνετε στη ζωή σας;
«Κατ’ αρχήν να σας πω ότι ο πατέρας μου ήταν ποιητής, μάλλον ένας από τους πιο διάσημους αμερικανούς ποιητές της γενιάς των μπίτνικ και σίγουρα πολύ διάσημος για την εκκεντρικότητά του. Κάποια στιγμή μας παράτησε εμένα και τη μητέρα μου και πήγε στην Καλιφόρνια, όπου έζησε ως γκουρού. Η μητέρα μου έκανε δύο δουλειές: ήταν δασκάλα και βιβλιοθηκονόμος. Τώρα οι αναγνώστες σας μπορεί να σκεφτούν ότι λέω ψέματα αλλά αυτό που θα σας πω είναι αλήθεια. Οταν ήμουν ενάμισι χρόνου, ήξερα ήδη να διαβάζω. Μάλλον ο πατέρας μου ανυπομονούσε τόσο πολύ να διαβάσω τα ποιήματά του που ενάμισι χρόνου παιδί με εκπαίδευσε λες και ήμουν καμιά μαϊμού. Τριών ετών διάβαζα επική ποίηση. (γέλια) Σας μιλάω για φρίκη. Αλλά έτσι με μεγάλωσαν, με το όνειρο υποθέτω να γίνω μια ημέρα συγγραφέας. Ως τα 12 είχα γράψει τρία μυθιστορήματα, τα οποία ήταν και τα τρία απαίσια, αλλά όντως έτσι έγινε δεν σας λέω ψέματα».
Μπορεί κάποιος που δεν έχει γεννηθεί συγγραφέας ή καλλιτέχνης να γίνει;
«Φυσικά. Δεν είναι θέμα γενετικής αυτό που λέτε. Διαφορετικά όλοι οι απόγονοι των Ντίκενς, π.χ., θα είχαν γίνει συγγραφείς. Αν θέλεις να βασανίσεις ένα παιδί, να το πάρεις και να το εκπαιδεύσεις λες και είναι καμιά μαϊμού. Με όλα τα παιδιά μπορείς να το κάνεις. Εν πάση περιπτώσει, όταν έφυγε ο πατέρας μου, εγώ και η μητέρα μου αντιμετωπίσαμε τεράστιο οικονομικό πρόβλημα. Και όσο ήταν εκεί, δηλαδή, πάλι φτωχοί ήμασταν ποτέ ένας ποιητής δεν βγάζει αρκετά χρήματα. Δεν ξέρω πώς είναι τα πράγματα στην Ελλάδα αλλά στην Αμερική και ειδικά εκείνη την εποχή κανένας ποιητής δεν έγινε πλούσιος. Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι, όταν εγώ έγινα 13-14 χρόνων, το τελευταίο πράγμα που ήθελα να κάνω ήταν να γίνω συγγραφέας, από φόβο μήπως καταλήξω σαν τον πατέρα μου. Ποιο επάγγελμα ήταν το πιο μακρινό από το επάγγελμα του συγγραφέα; Δικηγόρος. Μπήκα λοιπόν σε αυτή τη διαδικασία από το γυμνάσιο ακόμη και φυσικά συνέχισα και όταν πήγα στο κολέγιο».
Οταν λέτε ότι ο πατέρας σας ήταν εκκεντρικός, τι εννοείτε;
«Είχε παντρευτεί πέντε φορές και κουβαλούσε όλη αυτή τη φιλοσοφία των drugs που σημάδεψε τη γενιά του. Εγώ δεν πήρα ποτέ στη ζωή μου ναρκωτικά. Να φανταστείτε ότι δεν πίνω καν. Μια στο τόσο μόνο καμιά ρετσίνα. Ο πατέρας μου ήταν βουτηγμένος στα ναρκωτικά. Η αγαπημένη του λέξη ήταν “πρέζα” σαν να λέμε, δηλαδή, ορκισμένος να παραμείνει μια ζωή φτωχός και ρεμάλι. Οχι ότι έχω πρόβλημα με έναν άνθρωπο που σκέφτεται και λειτουργεί έτσι, αρκεί να μην είναι ο πατέρας μου! (γέλια) Τα λεφτά που έβγαζε η μητέρα μου δεν έφταναν για να ζήσουμε. Και έτσι αναγκάστηκα από 13 χρόνων να βγω να δουλέψω και έκτοτε δεν έχω σταματήσει ποτέ να δουλεύω. Σε εκείνη την ηλικία καταλαβαίνετε πως, όποια δουλειά και αν έκανα, τα λεφτά που έπαιρνα ήταν ελάχιστα. Παράλληλα ήμουν ο υπεύθυνος έκδοσης της εφημερίδας που έβγαζε το σχολείο μας, η οποία κάθε χρόνο έπαιρνε το πρώτο βραβείο σχολικής εφημερίδας σε όλη τη χώρα, και συμμετείχα σε μια ερασιτεχνική ομάδα ως ηθοποιός, στην ομάδα του Καθολικού Θεάτρου, η οποία έκανε εξαιρετική δουλειά».
Σπουδάσατε ποτέ ηθοποιός;
«Κάποια στιγμή με είδε κάποιος και θεώρησε ότι ήμουν τόσο καλός ως ηθοποιός που προσπάθησε να με πείσει ότι μπορούσα να ασχοληθώ με αυτό επαγγελματικά. Να βγάζω, δηλαδή, κανονικά το ψωμί μου. Εν τέλει, αρχίζοντας να παίζω επαγγελματικά, ανακάλυψα ότι πράγματι για μένα ήταν κάτι το ιδανικό. Επιασα δουλειά σε μια ραδιοφωνική εκπομπή η οποία εκείνη την εποχή έκανε πάταγο σε όλη την Αμερική. Το πιο ωραίο ήταν ότι μου άφηνε χρόνο για να μπορώ να ασχολούμαι και με τις σπουδές μου. Ετσι έγινε και ασχολήθηκα με την ηθοποιία. Οταν ήρθα στη Νέα Υόρκη, ο σκοπός μου ήταν να τελειώσω τις σπουδές μου ως δικηγόρου αλλά παράλληλα έπρεπε να συνεχίσω να δουλεύω για να συντηρώ και εμένα και τη μητέρα μου. Στο Μίσιγκαν, όπου μέναμε, τα πράγματα δεν ήταν τόσο σκληρά. Στη Νέα Υόρκη όμως ο ανταγωνισμός ήταν αδυσώπητος. Κατάλαβα ότι για να επιβιώσω έπρεπε να σπουδάσω ηθοποιία. Αρχισα μαθήματα ορθοφωνίας σχεδόν σε επίπεδο κλασικών σπουδών , μοντέρνο χορό, μπαλέτο… Και όλα αυτά για να δώσω στον εαυτό μου τα εφόδια που χρειαζόταν για να μπορεί αύριο να βγάλει το ψωμί του. Ωσπου μια ημέρα γυρνάω στον εαυτό μου και λέω: “Ποιον πας να κοροϊδέψεις; Δεν το κάνεις γι’ αυτό· το κάνεις επειδή όλα αυτά είναι η ζωή σου”. Επί 15 χρόνια σπούδαζα και συγχρόνως έβγαζα το ψωμί μου δουλεύοντας ως ηθοποιός. Ενας από τους δασκάλους μου σκηνοθέτης ο ίδιος με ώθησε να στραφώ και εγώ προς τη σκηνοθεσία».
Και να σας θυμίσω ότι γιά δικηγόρος ξεκινήσατε… (γέλια)
«Ναι από δικηγόρος κατέληξα και σκηνοθέτης… Εχει όμως και συνέχεια… Εγώ που είχα αποφασίσει να γίνω δικηγόρος μόνο και μόνο για να μην καταλήξω συγγραφέας σαν τον πατέρα μου έφθασα στα 25 μου σχεδόν κάθε βράδυ να ξενυχτάω γράφοντας θεατρικά έργα. Παρ’ όλο που έπαιζα και σκηνοθετούσα, κάθε ημέρα ένιωθα να με κατακτά όλο και περισσότερο η ιδιότητα του συγγραφέα. Και όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, άρχισα να ασχολούμαι και με την παραγωγή. Ο λόγος που με ώθησε να το κάνω ήταν κυρίως επειδή δεν υπάρχουν πολλοί που να ασχολούνται επαγγελματικά με αυτό το αντικείμενο. Ολο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν σιγά σιγά να με πιέζουν να ανεβάζω μόνος μου τα έργα μου. Κάπως έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα αλλά, με ό,τι και αν έχω ασχοληθεί στη ζωή μου, θεωρώ τον εαυτό μου πάνω απ’ όλα συγγραφέα. Η μουσική, ο χορός, το τραγούδι, η ηθοποιία, η σκηνοθεσία, το γράψιμο, όλα αυτά με τα οποία ασχολήθηκα, υπάρχει ένα είδος μόνο στο οποίο μπορούν να συναντηθούν και να συνυπάρξουν: το αμερικανικό μιούζικαλ. Ετσι άρχισα να γράφω μιούζικαλ».
Οταν αρχίσατε να κάνετε διάφορα πράγματα στη ζωή σας, είχατε επικοινωνία με τον πατέρα σας;
«Ναι, τον ενδιέφερε να μάθει τι κάνω, είχε περιέργεια. Αλλά ποτέ δεν ήρθαμε αρκετά κοντά. Οταν πέθανε, για μένα ήταν σαν να είχε πεθάνει ένας ξένος, ένας διάσημος ξένος, τον οποίο θαύμαζα. Οχι ότι δεν τον συμπαθούσα· απλώς δεν τον ήξερα. Κάποτε μου έγραψε ένα γράμμα. Είχα ήδη παντρευτεί, που σημαίνει ότι αυτό συνέβη πριν από 30 χρόνια περίπου. Μου έλεγε ότι είχε αρχίσει να γράφει την αυτοβιογραφία του. “Εχω φθάσει” μου έγραφε “στο σημείο να θέλω να γράψω για σένα και για τον ρόλο που έπαιξες στη ζωή μου… Το ξέρεις, φαντάζομαι, ότι πάντα παρακολουθούσα τα βήματά σου, ποτέ δεν ήμουν μακριά. Μπορεί εσύ να μην το ήξερες, αλλά εγώ σε παρακολουθούσα. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν κάποια πράγματα που θα ήθελα να σε ρωτήσω…”. Και μου είχε ετοιμάσει ολόκληρο ερωτηματολόγιο. Το διάβασα και είπα από μέσα μου: “Για όνομα του Θεού…”. Πού είχα πάει σχολείο, τι σπούδασα, ποια ήταν τα ενδιαφέροντά μου… Ηταν προφανές διαβάζοντας το ερωτηματολόγιο ότι αγνοούσε τα πάντα για μένα. Οπότε του έγραψα κι εγώ ένα γράμμα στο οποίο του έλεγα ότι το καλύτερο που είχε να κάνει μόλις έφθανε στο κεφάλαιο για μένα ήταν να δημοσιεύσει το γράμμα που μου έστειλε. Αυτό από μόνο του θα τα έλεγε όλα. Η γυναίκα μου σχεδόν με παρακαλούσε να μη στείλω το γράμμα που είχα ετοιμάσει κι εγώ τελικώς την άκουσα. Του έγραψα όμως ένα άλλο γράμμα, στο οποίο του έλεγα ότι δεν είμαι καλός σε αυτά, ότι σύντομα θα κυκλοφορούσε και μια δική μου βιογραφία και μόλις ήταν έτοιμη θα του την έστελνα. Μπορεί να λυπάμαι που το λέω, αλλά δεν έτρεφα για τον πατέρα μου τα συνηθισμένα αισθήματα που τρέφει ένας γιος για τον πατέρα του».
Πιστεύετε ότι μόνο τα καλά μένουν στη μνήμη μας; Τα κακά τα απωθούμε;
«Μακάρι να ήταν έτσι. Νομίζω ότι μερικά από τα χειρότερα πράγματα που μας συμβαίνουν στη ζωή όσο και να προσπαθούμε μας είναι αδύνατον να τα ξεχάσουμε. Επειδή σας βλέπω να ετοιμάζεστε, μη με ρωτήσετε ποια ήταν τα μεγαλύτερα λάθη που έκανα στη ζωή μου. Σας διαβεβαιώνω όμως ότι τα θυμάμαι όσο και τα καλά».
Οι κακές ή οι καλές στιγμές μας, τις οποίες θυμόμαστε αλλά δεν τις ομολογούμε, είναι η πηγή της δημιουργίας μας;
«Μερικές φορές και οι κακές στιγμές μας είναι πηγή δημιουργίας. Παρ’ όλο που τις κρύβουμε και από τον ίδιο τον εαυτό μας, αυτές συχνά βρίσκουν έναν σχετικά ασφαλή τρόπο να εκφραστούν».
Αρα κάτι που μας επηρεάζει, είτε θετικά είτε αρνητικά, μπορεί να αποδειχθεί απόλυτα καθοριστικό για τις επιλογές ζωής που θα κάνουμε…
«Ακριβώς. Κάνουμε ό,τι κάνουμε για να γλιτώσουμε από μια αρνητική επιρροή είτε για να πάμε προς κάτι που νιώθουμε να μας επηρεάζει θετικά. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για πτήση προς ή μακριά από κάπου. Μάλλον αυτός είναι ο λόγος που μου αρέσει με πάθος να πιλοτάρω».
Εννοείτε ότι οδηγείτε ο ίδιος αεροπλάνο;
«Ναι, βέβαια. Εδώ και 20 χρόνια».
Τι σας αρέσει πιο πολύ όταν πετάτε;
«Οι δύο πιο υπέροχες στιγμές μιας πτήσης είναι η στιγμή της απογείωσης όταν ξέρεις ότι βρίσκεσαι πια σε μια άλλη διάσταση και φυσικά η στιγμή της προσγείωσης. Είναι και τα δύο πάρα πολύ σημαντικά. Υπάρχει μια λέξη την οποία γνωρίζουν καλά όσοι πετάνε: PIC (Pilot In Command). Είτε μικρό είτε μεγάλο είναι το αεροπλάνο, υπάρχει ένας μόνο πιλότος, ο οποίος εκτελεί εντεταλμένη υπηρεσία. Εκείνη τη στιγμή δεν μπορείς να σκέφτεσαι τίποτε άλλο, φέρεις την αποκλειστική ευθύνη για ό,τι συμβεί και, πιστέψτε με, είναι μια υπέροχη αίσθηση αυτή η ευθύνη· σε απογυμνώνει από κάθε εγωισμό που μπορεί να έχεις ως άνθρωπος, σε κάνει πάρα πολύ ταπεινό και απόλυτα συγκεντρωμένο σε αυτό».
Το βάρος αυτής της ευθύνης σάς δίνει περιθώρια απόλαυσης όταν ξέρετε ότι το παραμικρό λάθος μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή;
«Μα αυτό ακριβώς είναι που απολαμβάνω. Δεν μιλάω τώρα για έναν άνθρωπο που έχει βαρεθεί να κάνει το δρομολόγιο Αθήνα – Νέα Υόρκη, Νέα Υόρκη – Αθήνα. Σας μιλάω για κάποιον που πετάει από ευχαρίστηση. Ολη η χαρά αυτή είναι, το να ξέρεις ότι η διαφορά ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος είναι ο θάνατος. Υπάρχει μεγαλύτερη πρόκληση από αυτήν; Οσο πλησιάζει η ώρα της προσγείωσης τα πάντα επιταχύνονται. Μιλάς με τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, οι οδηγίες έρχονται πάρα πολύ γρήγορα, εσύ πρέπει να καταλάβεις αμέσως τι σου λένε, περιθώρια για λάθη δεν υπάρχουν, όσο πλησιάζεις προς το αεροδρόμιο ξέρεις ότι στους διαδρόμους υπάρχουν και άλλα αεροπλάνα. Στον αέρα, όταν πετάς με ταχύτητα 400 μίλια την ώρα, έχεις την αίσθηση ότι είσαι ακίνητος. Οσο περισσότερο πλησιάζεις στο έδαφος η αίσθηση αυτή χάνεται. Τα πάντα αρχίζουν να επιταχύνονται. Πρέπει λοιπόν να είσαι απόλυτα συγκεντρωμένος. Η στιγμή που θα μεταφέρεις το βάρος από τα φτερά στους τροχούς, η απειροελάχιστη εκείνη στιγμούλα είναι που κρύβει μέσα της όλη την απόλαυση και ας είναι το πιο δύσκολο που έχεις να κάνεις. Το να προσγειώσω ένα αεροπλάνο είναι το πιο δύσκολο πράγμα που έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου».
Η ζωή χάνει το νόημά της όταν απουσιάζει η απειλή του θανάτου;
«Οχι. Πιο σημαντική λέξη σε αυτή την περίπτωση είναι ο κίνδυνος. Εγραψα ένα άρθρο για το περιοδικό “Newsweek”, το οποίο δημοσιεύθηκε στη στήλη “My Turn” με τον τίτλο “Here Be Dragons”. Αυτή ήταν μια έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι χαρτογράφοι του 14ου, του 15ου, ακόμη και του 16ου αιώνα για να υποδηλώσουν στους χάρτες το σημείο όπου εξαντλούνταν οι γνώσεις τους και ξεκινούσε πλέον το άγνωστο. Εδειχναν έτσι στον ταξιδιώτη ή στον εξερευνητή ως πού μπορούσε να φθάσει. Εδωσα λοιπόν αυτόν τον τίτλο στο άρθρο μου, το οποίο είχε αντικείμενο τα άλογα που εκτελούν άλματα. Για μένα είναι ίσως το πιο επικίνδυνο άθλημα που υπάρχει. Μέσα από αυτό εκθειάζεται γενικά η έννοια του κινδύνου. Δεν μπορείτε να φαντασθείτε πόσα γράμματα πήρα από αναγνώστες. Μετά το πήρε το “Reader’s Digest” και το επαναδημοσίευσε και τα γράμματα πολλαπλασιάστηκαν. Μόνο που οι αναγνώστες του “Reader’s Digest” έμειναν με την εντύπωση ότι μέσα από αυτό το άρθρο μιλούσα για τον Θεό. Δεν ξέρω γιατί. Ισως όσοι το διάβασαν να νομίζουν ότι το συγκεκριμένο περιοδικό τα ανάγει όλα στον Θεό».
Θα πρέπει να πιστεύετε πολύ και στην έννοια του ρίσκου…
«Ναι, πιστεύω πάρα πολύ στην έννοια του ρίσκου. Και δεν εννοώ το ρίσκο που έχει μια λανθασμένη πηγή ή μια πράξη που θέλει να μοιάζει με ρίσκο χωρίς να είναι. Αυτό που κατάλαβαν κάποιοι διαβάζοντας το συγκεκριμένο άρθρο μου ήταν ότι επιτίθεμαι σε αυτούς που κάθονται μπροστά σε μια τηλεόραση και συγκινούνται βλέποντας άλλους ανθρώπους να ρισκάρουν τη ζωή τους ποδοσφαιριστές, οδηγούς αγώνων αυτοκινήτου… Εχω την εντύπωση ότι αυτοί που πηγαίνουν σε αγώνες αυτοκινήτου, αν δεν δουν ένα γερό τρακάρισμα, ως και τα λεφτά τους είναι σε θέση να ζητήσουν πίσω. Αυτό όμως δεν είναι ρίσκο· είναι το ρίσκο που παίρνει ένας άλλος. Και δεν μιλάω μόνο για ό,τι βάζει σε κίνδυνο τη ζωή ενός ανθρώπου. Μιλάω για το να γράφεις κάτι, να το δίνεις στο κοινό να το διαβάσει και να περιμένεις μετά να σου πουν αν το “μωρό” που γέννησες είναι όμορφο ή δεν είναι, για το ρίσκο μιας πρεμιέρας, για το ρίσκο τού να μην κάθεσαι με τα χέρια σταυρωμένα. Να τεντώνεις συνεχώς τον εαυτό σου ώσπου να αγγίξει τα όρια, να δοκιμάζεις κάτι στο οποίο μπορεί και να αποτύχεις. Για μένα αυτό είναι το ρίσκο και στην εποχή μας όλο και λιγότερο το αναλαμβάνουν οι άνθρωποι γύρω μας. Γίναμε θεατές του ρίσκου…».
Πόσο ρίσκο περικλείει μια καλλιτεχνική προσπάθεια;
«Μια από τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχτηκε η ίδρυση του Actors Studio ήταν αυτή του ρίσκου και ήταν ίσως ό,τι καλύτερο του συνέβη. Αυτό που είχαμε στόχο όλοι εμείς και εκείνοι οι άνθρωποι το 1947 ήταν να δημιουργήσουμε έναν χώρο όπου κεκλεισμένων των θυρών, μακριά από κριτικούς και κοινό, χωρίς προβολείς, χωρίς τίποτε, θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε όλα εκείνα που δεν τολμούσαμε να δοκιμάσουμε επάνω στη σκηνή ή στην οθόνη. Γιατί εκεί, αν αποτύχεις, δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία. Ο καινούργιος αυτός χώρος όχι μόνο δεχόταν την αποτυχία, αλλά τη θεωρούσε και ευπρόσδεκτη. Αν τα πράγματα που έκανες στο Actors Studio έβγαιναν μέσα από μια ασφάλεια ή μια ευκολία, αν δεν ήταν τίποτε άλλο από μια έκφραση των δυνατοτήτων σου, πράγματα που ήξερες και μπορούσες να τα κάνεις, τότε απλώς έχανες τον χρόνο σου. Τέντωμα, ένταση, ρίσκο… αυτά καλείσαι να δοκιμάσεις ακόμη και σήμερα εδώ μέσα».
Ποιο είναι το κέρδος του ρίσκου όταν οδηγεί σε μια αποτυχία και ποιο είναι το κόστος του όταν οδηγεί στην επιτυχία;
«Κατ’ αρχήν δεν πιστεύω ότι υπάρχει καλλιτέχνης ο οποίος δεν θα σας πει πως ό,τι έμαθε το έμαθε κυρίως μέσα από αποτυχίες. Από την αποτυχία μαθαίνεις, από τις πληγές σου. Κοιτάζεις τις ουλές και λες “δεν θα το ξανακάνω”. Νομίζω ότι οι ωραιότερες στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου είναι οι στιγμές που ρισκάρει και πετυχαίνει. Βέβαια εξαρτάται και από το τι εννοεί ο καθένας λέγοντας επιτυχία. Το πώς απαντάει κάποιος στην κοινή ερώτηση “Τι είναι επιτυχία; ” καθορίζει και τη στάση του απέναντι στο ρίσκο… Επιτυχία είναι να κάνεις κάτι που να αρέσει στο κοινό; Τι είναι επιτυχία; Πολλά πράγματα μπορεί να σημαίνουν επιτυχία. Μπορεί, για παράδειγμα, να γράψεις ένα έργο το οποίο ξεφεύγει εντελώς από ό,τι έχεις κάνει ως αυτή τη στιγμή, το κοινό να το απορρίψει και δύο κριτικοί που εσύ εκτιμάς να το χαρακτηρίσουν πρωτοποριακό. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία;».
Μπορεί;
«Για μένα σαφώς και μπορεί».
Αρα η επιτυχία δεν είναι ίδια για όλους, ο κάθε άνθρωπος έχει τα δικά του κριτήρια για να την ορίσει.
«Ακριβώς».
Από όλα αυτά που έχετε κάνει στη ζωή σας ποιο θεωρείτε το πιο σημαντικό;
«Ο γάμος μου με μια γυναίκα που εδώ και 30 χρόνια είναι για εμένα το πιο σημαντικό πρόσωπο στη ζωή μου είναι σίγουρα ό,τι πιο σημαντικό έχω καταφέρει. Πανέμορφη γυναίκα μισή Γιαπωνέζα, μισή Ιρλανδή. Τα υπόλοιπα τα αφήνω στη φαντασία των αναγνωστών σας. Για εμένα είναι η πιο όμορφη γυναίκα του πλανήτη και η πιο καλή, η πιο ευγενική. Το πρώτο είναι αυτό. Μετά είναι η σχολή στο Actors Studio. Πριν από έξι χρόνια στο Actors Studio δεν υπήρχε δραματική σχολή. Τώρα υπάρχει και νιώθω υπερήφανος γι’ αυτό. Πολύ λίγα πράγματα στη ζωή μας ξεκινούμε όπως ξεκίνησε για εμένα αυτή η ιστορία…».
Δηλαδή πώς ξεκίνησε;
«Ξυπνάω ένα πρωί ήμουν ήδη μέλος του Actors Studio δύο χρόνια και λέω στη γυναίκα μου: “Γιατί να μην μπορεί κάποιος να έρθει εκεί μέσα και να σπουδάσει;”. Ποτέ ως τότε το Studio δεν είχε λειτουργήσει σαν σχολή.
Ηταν πολύ δύσκολο για κάποιον να γίνει μέλος. Ο Τζακ Νίκολσον χρειάστηκε να περάσει από οντισιόν πέντε φορές, ο Ντάστιν Χόφμαν έξι. Ο Χάρβεϊ Καϊτέλ 11… Μιλάμε δηλαδή για ένα όχι απλώς κλειστό, αλλά επτασφράγιστο κύκλωμα, από το οποίο όμως βγήκαν μερικοί από τους καλύτερους ηθοποιούς σε όλο τον κόσμο: Τζέιμς Ντιν, Στιβ Μακ Κουίν, Μέριλιν Μονρόε, Πολ Νιούμαν, Τζόαν Γούντγουορντ, Αλ Πατσίνο, Ρόμπερτ ντε Νίρο, Τζιν Χάκμαν, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Τζούλι Χάρισον… Θα λέγαμε ότι περισσότερο υπήρξε ένας “καυτός χώρος” ανάπτυξης δεξιοτήτων παρά μια δραματική σχολή με την κλασική έννοια. Κανείς δεν βγήκε από εκεί μέσα έχοντας πάρει πτυχίο, κανείς δεν πλήρωσε ποτέ δίδακτρα, δεν υπάρχουν υποχρεωτικές παρακολουθήσεις… Γενικά δεν ισχύει τίποτε από αυτά που ισχύουν σε μια σχολή.
Ξαφνικά λοιπόν μου ήρθε αυτή η τρελή ιδέα και πάω την άλλη ημέρα στους συναδέλφους μου εγώ στο Actors Studio συμμετέχω με την ιδιότητα του αντιπροέδρου, του μόνιμου μέλους της εκτελεστικής επιτροπής και του μέλους του ΔΣ , πάω λοιπόν στους συναδέλφους μου και τους λέω το εξής: “Να σας πω κάτι; Ποτέ στην ιστορία του θεάτρου δεν υπήρξε οργανισμός που να συγκέντρωσε τόσο πολλούς και μεγάλους καλλιτέχνες όσους το Actors Studio εδώ και 47 χρόνια. Μιλάμε δηλαδή για ένα φοβερό τιμ, το οποίο όμως δεν λειτούργησε ποτέ ως ομάδα. Ο καθένας από εμάς έχει τις δουλειές του, πάμε, ερχόμαστε, φεύγουμε, ξαναγυρνάμε… Τι θα λέγατε αν όλο αυτόν τον πλούτο που διαθέτουμε σε ανθρώπινο δυναμικό τον χρησιμοποιήσουμε για να διδάξουμε ανθρώπους που θα έρχονται εδώ για να σπουδάσουν;”.
Σαράντα επτά χρόνια δεν είχε τολμήσει κανείς να προτείνει κάτι τέτοιο, ήταν μια ιδέα άκρως επαναστατική, για την οποία όμως είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Μου ανέθεσαν να κάνω ό,τι χρειαζόταν για να ξεκινήσουμε και το πρώτο που έκανα ήταν ένα τηλεφώνημα σε κάποιον κύριο ονόματι Τζόναθαν Θάνατον, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν πρόεδρος μιας καινούργιας σχολής. Τον ήξερα από τη γυναίκα μου, η οποία είναι απόφοιτος της Σχολής Parson. Είχαμε βρεθεί και είχαμε φάει κάποιες φορές μαζί. Ενα από τα πράγματα για τα οποία είναι ονομαστή η σχολή Parson είναι ότι τη δεκαετία του 1930 υπήρξε το μοναδικό πανεπιστήμιο που προσπάθησε να γλιτώσει καλλιτέχνες και φοιτητές από τα δόντια του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Εδωσε τη δυνατότητα σε 400 άτομα να κλειστούν εδώ μέσα και να ξεκινήσουν αυτό που τότε ονομάστηκε Πανεπιστήμιο στην εξορία. Μια ομάδα δημιούργησε την πρώτη σημαντική δραματική σχολή της Αμερικής. Να φανταστείτε ότι εδώ δίδαξε ο Λι Στράτφορντ. Οι πρώτοι που αποφοίτησαν γύρω στο 1945 ήταν ο Μάρλον Μπράντο, η Σέλεϊ Γουίντερς, ο Γουόλτερ Ματάου, ο Τενεσί Γουίλιαμς… Αυτά τα ονόματα αποτελούσαν την πρώτη τάξη αποφοίτων. Ρώτησα λοιπόν τον Τζόναθαν Θάνατον αν ήταν πρόθυμος να μας βοηθήσει σε περίπτωση που έπειθα τους συναδέλφους μου να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να διδάξουμε σε πανεπιστημιακό επίπεδο φοιτητές που θα έρχονταν στο Actors Studio για να σπουδάσουν. Μόλις το άκουσε, μου λέει: “Φέρε μου το στυλό να υπογράψω”. Ετσι ξεκίνησε η προετοιμασία, η οποία κράτησε περίπου ενάμιση χρόνο. Δημιουργήθηκε μια επιτροπή, η οποία αποτελούνταν από τον Αρθουρ Πεν, τον Νόρμαν Μέιλερ, τον Πολ Νιούμαν, την Ελεν Μπέρνστιν, τον Κόλιν Γκλιν, τον Λι Γκραντ, τον Ρόμπερτ Βάνκροφτ και εμένα. Κάναμε την προεργασία που χρειαζόταν και το 1994 η σχολή άνοιξε τις πύλες της για να δεχθεί τους πρώτους φοιτητές. Πέραν αυτού εγώ δεν είχα σκοπό να έχω άλλη ανάμειξη γιατί είχα τις δουλειές μου έγραφα, ετοίμαζα ένα καινούργιο μιούζικαλ… Επειδή όμως, όπως σας είπα, ήμουν πρόεδρος της επιτροπής, μου είπαν οι υπόλοιποι: “Τζιμ, είμαστε σχολή τώρα. Δική σου ιδέα ήταν, εσύ πρέπει να ξεκινήσεις τα σεμινάρια…”.
Ξεκινήσαμε με ένα τριετές μεταπτυχιακό πρόγραμμα, το οποίο μέσα σε έξι μήνες έγινε αυτοτελές τμήμα, το έβδομο της καινούργιας αυτής σχολής. Παρ’ όλο λοιπόν που δεν ήταν μέσα στις προθέσεις μου, ανακηρύχθηκα δόκτωρ. Σήμερα διαθέτουμε τον μεγαλύτερο αριθμό αποφοίτων δραματικής σχολής σε όλη την Αμερική. Κάθε χρόνο βγαίνουν από εδώ 230 ηθοποιοί, συγγραφείς και σκηνοθέτες κάτι που συμβαίνει μόνο στο Actors Studio. Η διδασκαλία σε όλες τις ειδικότητες γίνεται με τη μέθοδο Στανισλάφσκι έτσι ώστε να υπάρχει για όλους μια κοινή γλώσσα. Τον τρίτο χρόνο η μεταπτυχιακή εργασία όλων δοκιμάζεται και επί σκηνής. Στο θέατρο της σχολής ανεβαίνουν έργα που έχουν γραφτεί από φοιτητές μας, τα έχουν σκηνοθετήσει φοιτητές μας και έπαιζαν επίσης άτομα που τελειώνουν το μεταπτυχιακό τους στην υποκριτική. Οταν ξεκινήσαμε, καλέσαμε όλους τους σπουδαίους καλλιτέχνες που βγήκαν από εδώ να έρθουν ξανά και να διδάξουν».
Και ήρθαν;
«Το πρόβλημα με όλους αυτούς ποιο ήταν; Οτι ο καθένας από αυτούς μπορούσε να έρθει εδώ και να μας αφιερώσει μία μόνο ημέρα από τη ζωή του. Το πρόγραμμα σπουδών διαρκεί 30 εβδομάδες και, όπως καταλαβαίνετε, κανείς δεν θα μπορούσε να βρίσκεται εδώ σε μόνιμη βάση για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Το σκεφθήκαμε λοιπόν και αποφασίσαμε να γίνει ως εξής: Να έρχονται για μία ημέρα και να μας δίνουν τα φώτα τους στο πλαίσιο ενός κύκλου σεμιναρίων, τα οποία λειτουργούν όμως σαν κανονικά μαθήματα. Οταν άρχισαν να δέχονται άνθρωποι όπως η Σάλι Φιλντ, ο Αρθουρ Πεν, ο Ντένις Χόπερ, ο Πολ Νιούμαν και άλλοι πολλοί, είπα ότι αυτό το πράγμα πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να “μείνει”. Θα ήταν κρίμα να αφήσουμε την εμπειρία και τον πλούτο όλων αυτών των ανθρώπων να εξατμιστούν, να αποτελέσουν μια εμπειρία για όσους τυχερούς έτυχε να παρακολουθήσουν τα σεμινάρια. Και ποιος ήταν ο μόνος τρόπος για να “μείνουν” όλα αυτά; Η τηλεόραση. Ετσι δημιουργήθηκε αυτή η εκπομπή και μέσα σε έναν χρόνο κατάφερε να έρθει πρώτη στις προτιμήσεις των τηλεθεατών στην κατηγορία του talk show. Είναι η δεύτερη χρονιά που είμαστε υποψήφιοι για τα βραβεία Εμι μια εκπομπή που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μάθημα σε φοιτητές. Μέχρι στιγμής έχουμε φιλοξενήσει 48 από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους του θεάτρου και του κινηματογράφου. Στην αρχή ορισμένους από αυτούς σχεδόν τους παρακαλούσα να έρθουν. Σήμερα μου το ζητούν οι ίδιοι, όλοι θέλουν να φιλοξενηθούν σε αυτή την εκπομπή. Δεν λέω ότι με παρακαλούν. Σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να θεωρηθεί αλαζονεία αυτό που λέω. Γιατί ούτως ή άλλως δεν έχει να κάνει με εμένα, αλλά με όλους αυτούς τους μεγάλους καλλιτέχνες, οι οποίοι έρχονται στην εκπομπή και καταθέτουν την ψυχή τους. Εγώ απλώς κάνω την εισαγωγή, υποδέχομαι τους καλεσμένους και έχω κατά κάποιον τρόπο την ευθύνη της σύνταξης. Ο σκηνοθέτης μας είναι ιδιοφυΐα και ο Μάικ Κοστέλο είναι αυτός που ασχολείται με την παραγωγή».
Για σας ποιος είναι ο στόχος αυτών των σεμιναρίων; Τι περιμένετε να ακουστεί από το στόμα ενός σταρ;
«Μια λέξη μόνο περιγράφει το ζητούμενο από εμάς: “μαεστρία”… Η μαεστρία που διαθέτουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι και τους κάνει να ξεχωρίζουν. Εκείνο που μας ενδιαφέρει να μας πουν όλοι αυτοί είναι με ποιον τρόπο κάνουν αυτό που κάνουν. Αυτή τη στιγμή οι εκπομπές αυτές μεταδίδονται και στη Γαλλία, καθημερινώς, από Δευτέρα ως Παρασκευή. Την επόμενη εβδομάδα θα έρθει συνεργείο από το Canal Plus για να ετοιμάσει ένα αφιέρωμα με θέμα τα γυρίσματα της εκπομπής και γενικά τον τρόπο που λειτουργεί η σχολή, το οποίο θα φιλοξενηθεί στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του καναλιού και θα μεταδοθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σας λέω και πάλι ότι εγώ σε αυτή την εκπομπή κάνω ελάχιστα πράγματα. Υποβάλλω πού και πού ερωτήσεις στους καλεσμένους, αλλά η επιτυχία κρύβεται στη διάθεση που έχουν οι ίδιοι να πουν πράγματα. Είναι όλοι τους τρομερά γενναιόδωροι απέναντι στους φοιτητές. Μοιραζόμαστε τέσσερις ώρες δύο ώρες με εμένα επάνω στη σκηνή και άλλες δύο στην τάξη μαζί με τα παιδιά. Το τελικό αποτέλεσμα αυτό δηλαδή που βλέπει ο κόσμος στην TV είναι μία ώρα και το επιμελούμαι εγώ. Υπήρξαν κάποιες περιπτώσεις που η τηλεοπτική εκπομπή διήρκεσε δύο ώρες, όπως αυτή με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ».
Πιστεύετε ότι η εμπειρία είναι κάτι που μεταφέρεται;
«Α, να είστε σίγουρος γι’ αυτό. Να σας το πω ελληνικά και με όλα τα γράμματα κεφαλαία: ΝΑΙ. Εκείνο που δεν διδάσκεται είναι το ταλέντο. Η ικανότητα όμως, ο τρόπος να διαχειρίζεται κάποιος το ταλέντο του, είναι κάτι που σαφώς μπορείς να το διδάξεις».
Πιστεύετε ότι η φήμη σκοτώνει την ψυχή και το μυαλό;
«Αν είχατε τη δυνατότητα να παρακολουθήσετε την εκπομπή που σας περιγράφω, θα καταλαβαίνατε από μόνος σας ότι η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι. Είναι τόσο γενναιόδωροι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που φιλοξενούμε που οι φοιτητές δεν το πιστεύουν. Δεν μπορούν να πιστέψουν ότι όλοι αυτοί οι μεγάλοι καλλιτέχνες είναι δυνατόν να είναι τόσο ευγενικοί, τόσο ταπεινοί… Οχι, δεν είναι η φήμη που σκοτώνει· τα χρήματα είναι που σκοτώνουν. Οταν γνωρίσει κάποιος την επιτυχία σε νεαρή ηλικία και μπορεί με τα χρήματα που κερδίζει να αγοράσει ό,τι θέλει, αρχίζει να πίνει, να παίρνει ναρκωτικά… Αυτά είναι που σκοτώνουν».
Ολοι οι καλεσμένοι σας όμως έχουν πολλά χρήματα, είναι άνθρωποι πλούσιοι, έτσι δεν είναι;
«Ναι, είναι πολύ πλούσιοι, αλλά αυτοί που επιλέγουμε εμείς να καλέσουμε είναι άνθρωποι οι οποίοι δεν σταμάτησαν ποτέ να δουλεύουν, άνθρωποι προικισμένοι, οι οποίοι έριξαν όλο το βάρος στην τέχνη τους. Είναι δεδομένο ότι, αν κάποιος δεν είναι ικανός σ’ αυτό που κάνει, δεν συμπεριλαμβάνεται στη λίστα με τους καλεσμένους μας. Και ο λόγος είναι ότι δεν θα έχει τίποτε να πει στα παιδιά. Εκεί κάνουμε μάθημα, εγώ διδάσκω σε αυτά τα παιδιά. Τη Δευτέρα θα έχουμε τον Τζέιμς Κάαν. Επί δύο χρόνια ήταν εξαφανισμένος. Ναρκωτικά, ασωτίες, σχεδόν είχε καταστρέψει μόνος του τον εαυτό του…».
Οταν σε κάποιον έχουν συμβεί όλα αυτά, ανοίγεται, μιλάει γι’ αυτό το θέμα;
«Μερικές φορές ναι. Μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές στην ιστορία αυτής της εκπομπής ήταν όταν είχε έρθει ο Τζακ Λέμον και συζητούσαμε για την ταινία “Wine and roses”, στην οποία υποδυόταν έναν αλκοολικό. Εκπληκτική ερμηνεία. Ενα από τα πράγματα που μου αρέσει να κάνω κατά τη διάρκεια αυτών των σεμιναρίων είναι να βάζω τους καλεσμένους να λένε τις πιο γνωστές ατάκες που έχουν πει σε ταινίες τους. Η σκηνή που μου έχει μείνει από αυτή την ταινία του Τζακ Λέμον είναι όταν πάει στους Ανώνυμους Αλκοολικούς και πρέπει μπροστά σε όλη την ομάδα να πει την κλασική φράση που λένε όλοι όσοι ζητούν βοήθεια από αυτούς: “Με λένε… και είμαι αλκοολικός”. Ξεκίνησα λοιπόν εγώ αυτή τη φράση και άφησα να την τελειώσει εκείνος. Με το που την είπε, του λέω: “Αυτό είναι… Το λες τόσο απλά και συγχρόνως τόσο συγκινητικά”. “Οχι, Τζιμ” μου λέει. “Είμαι και εγώ αλκοολικός, γι’ αυτό το λέω έτσι… Δεν υποκρίνομαι… Δεν είμαι τέρας της υποκριτικής τέχνης… Είμαι ένας κοινός αλκοολικός σαν αυτούς”. Το κοινό, μόλις τον άκουσε να ομολογεί τον αλκοολισμό του, τρελάθηκε… κοκάλωσε. Μετά η γυναίκα του μου είπε ότι ήταν η πρώτη φορά που ο Τζακ το έλεγε αυτό δημοσίως. Συγκλονιστική στιγμή!».
Πώς νιώθετε όταν τελειώνει η κουβέντα;
«Ξεθεωμένος, σαν παλαιστής που μόλις έχει τελειώσει τον 15ο γύρο στη μεγαλύτερη κατηγορία κιλών που υπάρχει».
Τι είναι αυτό που έχει αυτή η εκπομπή και δεν έχουν οι άλλες εκπομπές λόγου;
«Το κλίμα οικειότητας… Αυτό το κλίμα δεν υπάρχει σε καμία άλλη εκπομπή της τηλεόρασης. Ο Ντάνι Γκλόμπερ κάποια στιγμή ενώ συζητούσαμε ξέσπασε σε λυγμούς. Δεν ήταν αυτός ο στόχος μου. Απλώς, όταν ο άλλος νιώθει ότι δεν απειλείται μπορεί να χαλαρώσει σε τέτοιο σημείο που να σου ξεγυμνώσει τελείως την ψυχή του. Γιατί σας τα λέω όμως όλα αυτά; Αφού τα ξέρετε καλύτερα από μένα. Πάω στοίχημα ότι εσείς είστε πολύ καλύτερος από μένα σ’ αυτή τη δουλειά. Εχετε πάρει συνέντευξη από τόσους ανθρώπους. Για μένα, ας πούμε, αυτή η συνέντευξη ήταν μια από τις καλύτερες που έχω δώσει. Σας απάντησα σε ερωτήσεις που πολύ δύσκολα θα απαντούσα. Ωστόσο να σας πω κάτι στο οποίο δεν θα σας απαντούσα; Αν με ρωτούσατε ποια είναι η αγαπημένη μου βρισιά. Με ρωτάει πολύς κόσμος και είναι το μόνο πράγμα που δεν θέλω να πω».
Γιατί;
«Οχι γιατί ντρέπομαι, αλλά γιατί κάπως έτσι οριοθετώ το τι μπορεί να λέγεται δημόσια και τι μόνο ιδιωτικά… Αλλά σας λέω και πάλι, το μυστικό σε αυτές τις συνομιλίες είναι να βάζεις αυτόν που έχεις απέναντί σου να σου μιλάει για τα μύχια της ψυχής του. Οταν καταφέρνεις να σου μιλήσει κάποιος για αυτά, ακούς τον άλλον να σου μιλάει και είναι σαν ν’ ακούς μουσική».
Συμφωνώ μαζί σας. Και όταν οι άνθρωποι μιλούν για τα μύχια της ψυχής τους γίνονται κατανοητοί σε όλους…
«Απολύτως. Εχω μια θεωρία, ξέρετε, ότι κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του έναν ποιητή. Και μπορώ να το αποδείξω. Πάρτε έναν φορτηγατζή, έναν απλό άνθρωπο δηλαδή, και ρωτήστε τον τι όνειρα βλέπει. Αυτά που θα σας διηγηθεί θα κρύβουν ένα μυστήριο, θα περιέχουν συμβολισμούς και αναγωγές σε άλλα πράγματα, θα αποκαλύπτουν σίγουρα πτυχές που διά γυμνού οφθαλμού δεν φαίνονται, θα είναι συναρπαστικά, όμορφα, θα έχουν πάντα να κάνουν με την ποίηση που κρύβει μέσα του αυτός ο άνθρωπος. Ολα τα όνειρά μας έχουν να κάνουν με την ποίηση, γιατί η ουσία της ποίησης είναι ο συμβολισμός, η μεταφορά. Μεταφορικά είναι αυτά που ονειρευόμαστε. Επίσης ζητήστε από τον φορτηγατζή να σας πει τι ακριβώς κάνει για να οδηγήσει το φορτηγό του από τη Νέα Υόρκη προς το Λος Αντζελες, να σας μιλήσει στη γλώσσα της δουλειά του. Οσα θα έχει να σας πει θα ακουστούν συναρπαστικά».
Αν μπορούσατε ποιο κομμάτι της ζωής σας θα σβήνατε;
«Οχι πολλά πράγματα, τα περισσότερα πάντως θα ήταν από την παιδική μου ηλικία. Ημουν πολύ μοναχικός ως παιδί, δεν θα έλεγα ότι υπήρξα ευτυχισμένος. Ο πατέρας μου, όπως σας είπα, μας εγκατέλειψε, η μητέρα μου δούλευε πάντα σκληρά κι εγώ έμενα μόνος μου. Ποιο παιδί γράφει τρία μυθιστορήματα προτού καλά καλά κλείσει τα δώδεκα; Μάλλον αυτά θα έσβηνα. Υπήρχε ένα ιδιωτικό σχολείο στο Μίσιγκαν, όπου τα παιδιά μάθαιναν ξένες γλώσσες. Ηθελα πολύ να πάω κι εγώ σ’ αυτό το σχολείο, αλλά δυστυχώς τα χρήματα δεν έφθαναν. Θα έσβηνα λοιπόν το σχολείο στο οποίο πήγα και θα το άλλαζα με αυτό όπου τα παιδιά μιλούσαν γαλλικά. Μου αρέσουν πάρα πολύ τα γαλλικά, όπως και τα ελληνικά. Αρκετά χρόνια έκανα λατινικά, αλλά τα σχολεία από τα οποία πέρασα δεν είχαν την κατάλληλη υποδομή να τα διδάξουν σωστά. Θα ήθελα να έχω δώσει στον εαυτό μου την υποδομή που είχαν άλλα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία και, κυρίως, στις ξένες γλώσσες».
Ποιο είναι το πιο ενδιαφέρον πράγμα που έχετε δει;
«Η θέα της Ακρόπολης, έτσι όπως την είδα πρώτη φορά από την οδό Ερμού. Θυμάμαι, έφθασα στην Ελλάδα αργά απόγευμα Σαββάτου. Ηταν η πρώτη φορά που πήγαινα στην Ευρώπη. Επειδή η επόμενη ημέρα ήταν αργία, είχα πολύ χρόνο ελεύθερο και έτσι το έριξα στις βόλτες. Μόλις είχε μπει η άνοιξη και ήταν ό,τι έπρεπε για βόλτα στο πάρκο. Ξαφνικά βλέπω μπροστά μου έναν θάμνο από αυτούς που ανθίζουν, ολόιδιο με αυτόν που είχαμε στην πίσω αυλή του σπιτιού μας στο Μίσιγκαν. Στον “Χαμένο Χρόνο” η ιστορία ξεκινάει τη στιγμή που ο Προυστ μυρίζει τα κουλουράκια που του σερβίρουν μαζί με το τσάι. Ο Στανισλάφσκι έλεγε ότι η όσφρηση είναι η αίσθηση που ξυπνάει στον άνθρωπο τις περισσότερες αναμνήσεις. Ετσι κι εγώ, μόλις μύρισα το άρωμα που ανέδιδαν τα λουλούδια του θάμνου κατάλαβα ότι ήταν ο ίδιος θάμνος με αυτόν που είχαμε στο σπίτι μας όταν ήμουν παιδί. Και τότε συνειδητοποίησα πόσο πολύ είχε αλλάξει τελικά η ζωή μου. Μπορεί ο θάμνος να ήταν ο ίδιος, εγώ όμως βρισκόμουνα στην Ελλάδα, για πρώτη φορά στη ζωή είχα έρθει στην Ευρώπη».
Πείτε μου το καλύτερο που έχετε ακούσει.
«Μια κατάρα… Η χειρότερη κατάρα που έχω ακούσει είναι κινεζική και λέει: “Μακάρι να ζήσεις σε καιρούς που έχουν μεγάλο ενδιαφέρον”. Η τέλεια κατάρα νομίζω. Δεν βρίσκω τίποτε που να μπορεί να συγκριθεί με αυτό. Ο,τι χειρότερο μπορείς να ευχηθείς σ’ έναν άνθρωπο».
Υπάρχει μια γεύση που δεν θα ξεχάσετε ποτέ;
«Η γεύση του γαλακτομπούρεκου!». (γέλια)
Σας ευχαριστώ.
«Κι εγώ. Ηταν υπέροχα».
