Τριάντα οκτώ χρόνια μετά την είσοδο των γκεριγέρος στην Αβάνα «Το Βήμα» μιλά με τις κόρες των δύο ανθρώπων που σημάδεψαν τη συλλογική φαντασίωση της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης: του Τσε Γκεβάρα και του Φιντέλ Κάστρο
Δύο φίλοι. Δύο επαναστάτες. Ενας Αργεντινός και ένας Κουβανός που συναντήθηκαν στο Μεξικό τον Ιούλιο του 1955 και αποφάσισαν να πολεμήσουν μαζί για να φτιάξουν έναν «νέο κόσμο». Εναν κόσμο που θα γεννηθεί στην Κούβα τέσσερα χρόνια αργότερα.
Στην ανατολή του, δύο γυναίκες. Η Αλεΐδα και η Αλίνα.
Κόρη του Τσε Γκεβάρα η πρώτη. Μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος μιας κυβέρνησης από όπου ο πατέρας της παραιτήθηκε για να κυνηγήσει το όραμα μιας σοσιαλιστικής Λατινικής Αμερικής. Κάτοικος σήμερα της Αβάνας. Με σεβασμό και αγάπη για τη μορφή και τα ιδανικά του πατέρα της. Αρνούμενη να παραχωρήσει στους Αμερικανούς «έστω και ένα κομματάκι από την αξιοπρέπειά της».
Κόρη του Φιντέλ Κάστρο η δεύτερη. Καρπός ενός φλογερού δεσμού που δεν επισημοποιήθηκε ποτέ. Κάτοικος σήμερα του Μαϊάμι. Αυτοεξόριστη. Σε απόσταση ενενήντα μιλίων από έναν πατέρα που ξεχνούσε συχνά την ύπαρξή της και από ένα καθεστώς που δεν αποδέχθηκε ποτέ.
Στο πρόσωπό τους τα δύο πρόσωπα της Κούβας.
Το ένα, αυτό που επιμένει στο όνειρο (και τον εφιάλτη) του σοσιαλισμού. Που επιμένει να γράφει στους τοίχους «Σοσιαλισμός ή θάνατος» και μετά να τριγυρίζει στις φτωχογειτονιές με πλαστικά κουτάκια Κόκα – Κόλα αναζητώντας διέξοδο, με τον τουρισμό και το ξένο κεφάλαιο, από «ένα δρόμο χωρίς επιστροφή».
Το άλλο, αυτό που πολεμάει το «καστρικό» καθεστώς και δραπετεύει από το νησί πάνω σε πρόχειρες σχεδίες για να φτάσει στην απέναντι ακτή του «αμερικανικού παραδείσου». «Ο πατέρας μου ο Τσε»
ΣΚΗΝΙΚΟ
Κάθε της κίνηση και ένα συναίσθημα. Κάθε της κουβέντα και μια εικόνα. Κάθε ερώτηση και μια αφορμή. Για να πλάσει ξανά, μπροστά στα μάτια μας, κομμάτια από τον κόσμο της. Από τις στιγμές τις λιγοστές που έζησε πλάι στον πατέρα της, από την Κούβα που «προχωρεί στον σωστό δρόμο», από τον θείο της τον Φιντέλ. Με μια αμεσότητα μεσογειακή και ένα χαμόγελο βαθύ, τέτοιο που μόνο λαοί σαν και αυτούς της Καραϊβικής μπορούν απλόχερα να σκορπίσουν.
Η συνάντηση με την 36χρονη Αλεΐδα Γκεβάρα, τη διακεκριμένη παιδίατρο που ζει και εργάζεται σήμερα στην Αβάνα, έγινε σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας. Κάθησε απέναντί μου εμφανώς κουρασμένη. Ενάμιση μήνα τριγυρίζει τις «γειτονιές του κόσμου» μιλώντας για τη δράση του πατέρα της, τριάντα χρόνια μετά την ημέρα όπου έγινε θρύλος, σαν και αυτούς που κρύβονται στα παλιά ινδιάνικα παραμύθια που τόσο αγαπούσε. Η μνήμη η ανθρώπινη χρειάζεται συχνά τέτοιες αφορμές για να μην ξεχνά. Ακόμη και μορφές σαν κι αυτές, ταυτόσημες πια με την ουσία της επανάστασης. Στην Αθήνα έφθασε για έναν ακόμη λόγο. Την ελληνική έκδοση μιας σειράς ντοκουμέντων για τη ζωή και τη δράση του Τσε.
Η συνέντευξη τελείωσε μία ώρα αργότερα. Σηκώθηκε βιαστικά για να προλάβει ανοιχτό το Αρχαιολογικό Μουσείο. Η μεταφράστρια, που ήταν μαζί μας, μου είπε ότι είχε ήδη επισκεφθεί την Ακρόπολη και το Σούνιο.
Εφυγα με την εικόνα του Τσε στο μυαλό μου να απολαμβάνει τον πρωινό καφέ του σε ένα απλό τραπέζι της κουζίνας. «Σκέτο, χωρίς ζάχαρη. Με ένα ποτήρι νερό, συνήθως με ανθρακικό».
Το χαμόγελό σας μου θυμίζει το «αιώνιο χαμόγελο» του Τσε κάτω από τον μπερέ με το άστρο.
«Εμείς είμαστε άνθρωποι της Καραϊβικής. Γελάμε συνέχεια».
Μιλούσαν όμως συχνά για το χιούμορ του πατέρα σας.
«Το χιούμορ του ήταν διαφορετικό από το δικό μας. Θα το χαρακτήριζα ειρωνικό».
Τι τον έκανε να γελά;
«Γελούσε με την τρυφερότητα ενός παιδιού, με τον αυθορμητισμό του κομαντάντε και φίλου του Καμίλο Σιενφουέγκος… Γελούσε με τον θυμό της μητέρας μου για το πρώτο δώρο που μου έφερε, έναν κλόουν ντυμένο με κουρέλια… Είχα βλέπετε τα γενέθλιά μου και περίμενε ότι ο πατέρας μου θα μου αγόραζε κάτι πιο όμορφο… Αργότερα μου μιλούσε συχνά για τις ώρες που πέρασα παίζοντας μαζί του…».
Παίζατε και με τον πατέρα σας;
«Τις Κυριακές, όταν γύριζε από την εθελοντική εργασία, έβγαζε τα ρούχα του ήδη από τον διάδρομο… Η μητέρα μου φώναζε, όμως εκείνος δεν την άκουγε. Γονάτιζε και έκανε το αλογάκι. Ο αδερφός μου, ο Καμίλο, και εγώ σκαρφαλώναμε στην πλάτη του και τρέχαμε σε όλο το σπίτι… Τις περισσότερες μέρες είχε πολλή δουλειά, προσπαθούσε όμως να βρίσκεται όσο περισσότερο μπορούσε κοντά μας».
Πώς ξεκινούσε η ημέρα του;
«Το πρωί έπινε έναν καφέ χωρίς ζάχαρη και ένα ποτήρι νερό, συνήθως με ανθρακικό. Κάποιες φορές με έπαιρνε μαζί του στο γραφείο. Είχε ένα σκυλί που αγαπούσε πάρα πολύ. Το φώναζε “Μουράγια” που στα ισπανικά σημαίνει “τείχος”. Δεν του άρεσε να έχει σωματοφύλακες και έτσι στο αυτοκίνητο ήμασταν μόνο ο σοφέρ, εκείνος, ο “Μουράγια” κι εγώ».
Και τα βράδια;
«Γύριζε στο σπίτι πολύ αργά και δεν άντεχα να τον περιμένω. Ηξερα όμως ότι δεν έπεφτε ποτέ στο κρεβάτι προτού κάνει μπάνιο. Η μητέρα μου ήταν μανιώδης με την καθαριότητα και εκείνος το… εκμεταλλευόταν βάζοντάς την να τον πλύνει, να τον σκουπίσει και να του χτενίσει τα μαλλιά. Θυμάμαι όμως πάντα την πετσέτα του. Ηταν μία συγκεκριμένη, με ρίγες. Τη θυμάμαι γιατί μετά τη χρησιμοποιούσα εγώ…».
Υπάρχει κάποια εικόνα που έρχεται συχνά στο μυαλό σας;
«Εχω στο μυαλό μου τη μορφή του και εμένα καθισμένη στα πόδια του… Τον βλέπω να ψάχνει σε μια κούτα γεμάτη βιβλία για να βρει κάποιο να μου χαρίσει… Το πρώτο βιβλίο που θα μου χάριζε και ας μην ήξερα ακόμα να διαβάζω… Δεν έμαθα ποτέ τον τίτλο του…».
Γυρίζοντας πίσω, πιστεύετε ότι θα μπορούσε να έχει ένα συνηθισμένο τέλος; Ενα τέλος μακριά από το πεδίο της μάχης;
«Νομίζω ότι θα ήταν πολύ δύσκολο. Μια ημέρα έλεγα με τον αδερφό μου τον Καμίλο πόσο όμορφα θα ήταν αν ζούσε ο πατέρας, αν μπορούσαμε να συζητάμε μαζί του… Ο Καμίλο χαμήλωσε το βλέμμα του και με κοίταξε από το 1,82 μ. ύψος του. “Αν ήταν ζωντανός”, μου είπε, “δεν θα ήταν πατέρας μας”».
Τι εννοούσε;
«Εννοούσε ότι αν δεν είχε σκοτωθεί στη Βολιβία, θα τον βρίσκαμε νεκρό σε κάποια άλλη γωνιά της ηπείρου… Ο ίδιος είχε πει κάποτε ότι όταν μια επανάσταση είναι γνήσια, ή νικάς ή πεθαίνεις σε αυτήν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για έναν αντάρτη υπάρχει πάντα ένα ηλικιακό όριο…».
Γιατί έφυγε από την Κούβα;
«Οι άνθρωποι που έχουν μεγάλα οράματα είναι ικανοί να θυσιάσουν τα πάντα για να τα κάνουν πραγματικότητα. Το όνειρο του πατέρα μου ήταν μια ανεξάρτητη Λατινική Αμερική και έφυγε για να το κυνηγήσει».
Υπήρξαν στιγμές όπου η μητέρα σας ευχόταν να είχε παντρευτεί έναν «κοινό θνητό»;
«Οταν πέθανε ο πατέρας μου ήταν σαν να ήταν νεκρή και η μητέρα μου… Ξανάρχισε να ζει οκτώ χρόνια αργότερα, όταν παντρεύτηκε έναν απλό άνθρωπο».
Υπάρχει κάποιο όριο που όταν κανείς το ξεπερνά γίνεται θρύλος;
«Κοιτάξτε, η μνήμη του Τσε στην Κούβα είναι ζωντανή. Περνά, από πατέρα σε παιδί, σαν ένα άνθρωπος πραγματικός που έζησε κοντά τους, που πολέμησε στο πλευρό τους. Σαν ένα παράδειγμα προς μίμηση, όμως και όχι σαν θρύλος. Ακόμη και εγώ δεν μπορώ να ξεχωρίσω τον πατέρα από τον επαναστάτη. Ηταν ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος. Δύσκολο να τον φθάσει κανείς αλλά όχι αδύνατο…».
Σας μίλησε ποτέ για τους φόβους του, για τις στιγμές που ένιωθε αδύναμος;
«Δεν υπήρχε χρόνος για να νιώσει αδύναμος. Η ζωή στην Κούβα τα πρώτα χρόνια της επανάστασης ήταν πολύ δύσκολη… Επρεπε πολλά να γίνουν και δεν μπορούσες να αισθάνεσαι φόβο. Με τη μητέρα μου, βέβαια, μιλούσαν πολύ… Αυτές τις αναμνήσεις, όμως, τις πολύ προσωπικές, τις κρατάει για τον εαυτό της… Στην αρχή δεν μπορούσα να την καταλάβω. Της έλεγα: “Μα, πρόκειται για τον μπαμπά μου!”. Τώρα που έγινα γυναίκα, την καταλαβαίνω. Αν μοιραστείς κάτι δικό σου, παύει να σου ανήκει αποκλειστικά…».
Μοιράζεστε πάντως με τον πατέρα σας πολλά από τα πράγματα που αγαπούσε. Την ιατρική, το πάθος για την αρχαιολογία, τα ταξίδια…
«Γενετικά αυτά τα πράγματα δεν κληρονομούνται. Υπάρχουν όμως στιγμές που αμφιβάλλω… Βέβαια ούτε εγώ, ούτε και τα αδέρφια μου μοιάζουμε σε όλα με τον πατέρα μας… Μας αρέσει, για παράδειγμα, πολύ η μουσική, σε αντίθεση με εκείνον που δεν είχε καθόλου μουσικό αφτί… Είμαστε όμως όλοι λίγο ποιητές, ο Ερνέστο λατρεύει όπως και εκείνος τις μοτοσικλέτες…».
Ο Ερνέστο είναι ο μικρότερος αδερφός σας;
«Ο μικρότερος και ο πιο τρελός της οικογένειας. Θα έλεγα και ο πιο ευαίσθητος. Αν υπάρχει ένα από τα αδέρφια μου που έζησε πιο έντονα την απουσία του πατέρα αυτός ήταν σίγουρα εκείνος. Θυμάμαι ένα γράμμα που μας έγραψε ο πατέρας, όταν έκλεινα τα έξι μου χρόνια. Συμβουλεύει τον Καμίλο να μη λέει κακές κουβέντες στο σχολείο, αλλά από τον Ερνέστο ζητάει να μεγαλώσει για να πολεμήσει μαζί του τον ιμπεριαλισμό. Υπόσχεται μάλιστα ότι στην περίπτωση όπου ο ιμπεριαλισμός θα έχει πια τελειώσει, θα πάει με τους γιους του ένα ταξίδι στο φεγγάρι!».
Χωρίς τις κόρες του;
«Εμένα και την αδερφή μου μας αφήνει απ’ έξω και αυτό δεν του το συγχώρησα ποτέ. Πιστεύω όμως ότι εμείς θα ήμασταν αυτές που θα κάναμε ό,τι θέλαμε τον πατέρα μας αν ζούσε και θα τον είχαμε κακομάθει».
Πόσο έχει «κακομάθει» η εξουσία το επαναστατικό καθεστώς της Κούβας;
«Σίγουρα όχι τόσο όσο ένα καπιταλιστικό σύστημα. Η επανάστασή μας είναι ακόμη πολύ νέα… Είναι σημαντικό όμως ότι ελέγχει τους ηγέτες της και τους αναγκάζει να παραιτηθούν στην περίπτωση όπου κάνουν λάθη».
Εννοείτε ότι ο Κάστρο, παραμένοντας τόσα χρόνια στην εξουσία, είναι αλάθητος;
«Δεν μπορεί να είναι αλάθητος γιατί είναι άνθρωπος. Είναι όμως ειλικρινής. Είναι ο μοναδικός αρχηγός κράτους που έχω δει να εμφανίζεται μπροστά στον λαό του και να παραδέχεται τα λάθη του. Και αυτό μας κάνει να του έχουμε εμπιστοσύνη».
Κάτι που δεν συμβαίνει στην περίπτωση των Κουβανών που φεύγουν από το νησί.
«Δεν είναι δυνατόν να έχουν τις ίδιες απόψεις και τα 11 εκατομμύρια των Κουβανών. Υπάρχουν κάποιοι που νομίζουν ότι θα βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση πηγαίνοντας σε άλλες χώρες. Πολλοί μάλιστα από αυτούς το πετυχαίνουν. Αυτή είναι όμως η διαφορά των δύο συστημάτων. Του σοσιαλιστικού και του καπιταλιστικού. Στο πρώτο προσπαθείς να βελτιώσεις το σύνολο ενώ στο δεύτερο σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου».
Τι σκέφτεται ο Κάστρο σήμερα για την επανάσταση;
«Αυτό που θαυμάζω περισσότερο σε αυτόν είναι ότι δεν έπαψε ποτέ να νιώθει επαναστάτης. Είναι πολύ δραστήριος και χάρη σε αυτή του την ενέργεια η Κούβα προχωρεί».
Σας διηγείται ιστορίες από τα χρόνια που πολέμησε μαζί με τον πατέρα σας;
«Μου μιλά σπάνια για τον πατέρα. Πιστεύω πως τον πονά ακόμη ο θάνατός του».
Θυμάστε την πρώτη φορά που τον συναντήσατε;
«Οχι, γιατί ήμουν πολύ μικρή. Αργότερα έμαθα ότι, όταν ήμουν πέντε μηνών, τον Απρίλιο δηλαδή του 1961 όπου έγινε η εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων, είχα την πρώτη φυσική επαφή με τον θείο μου τον Φιντέλ. Η μητέρα μου είχε πάει να δει τον πατέρα μου στο δυτικό μέτωπο και εγώ έκλαιγα τρομαγμένη. Τότε με πήρε στην αγκαλιά του και ησύχασα».
Πώς διαμορφώθηκε η σχέση σας τα χρόνια που ακολούθησαν;
«Τον αγαπούσα και τον αγαπώ πολύ. Οταν ήμουν επτά χρόνων είχα αφιερώσει μάλιστα σε αυτόν και στον πατέρα μου ένα ποιηματάκι που άρχιζε κάπως έτσι: “Περνάνε τα χρόνια/ αλλά η καρδιά μου παραμένει εδώ/ όπου τα δέντρα κουνάνε τα κλαδιά τους/ όπου ο αέρας είναι καθαρός/ όπου τα πουλάκια τραγουδάνε για σένα”».
Νοσταλγεί ποτέ τα χρόνια που αγωνίστηκε μαζί με τον Τσε;
«Νοσταλγεί τα χρόνια της νιότης. Ξέρετε, όταν δύο άνθρωποι μάχονται ο ένας πλάι στον άλλον δεν χωρίζουν ποτέ. Ο Φιντέλ νιώθει τον φίλο του πάντα κοντά του. Σε μια συνέντευξη είχε μάλιστα δηλώσει ότι ακόμη ονειρεύεται πως ο Τσε είναι ζωντανός και συζητάει μαζί του τα προβλήματα της επανάστασης…».
Ερχεται και στα δικά σας όνειρα;
«Το μόνο που ονειρεύομαι είναι ότι τον φιλάω, τον αγγίζω… Δεν μπορώ να συζητήσω μαζί του, γιατί πέθανε πολύ νέος και εγώ συνέχισα να μεγαλώνω… Ακόμη και στον ύπνο μου όμως, δεν είμαι υλίστρια και έτσι ξυπνάω…». Αλίνα Φερνάντες «Ο Φιντέλ δεν με γοήτευσε ποτέ»
ΣΚΗΝΙΚΟ
Το ραντεβού μας ήταν τηλεφωνικό. Θα την έβρισκα στο δωμάτιο 323 κεντρικού ξενοδοχείου της Μαδρίτης. Ανάμεσα σε συνεντεύξεις Τύπου και φωτογραφήσεις για την προώθηση του βιβλίου της «Αλίνα: Αναμνήσεις της εξεγερμένης κόρης του Φιντέλ Κάστρο», που είχε εκδώσει πριν από λίγες ημέρες ο οίκος Plaza & Janes της Βαρκελώνης. Του πρώτου της βιβλίου.
Η φωνή της ήταν βαριά, σκοτεινή. Δεν σε άφηνε να αγγίξεις το βάθος της, να κρυφοκοιτάξεις πίσω από τις λέξεις. Οι φράσεις της κοφτές. Στεγνές από εικόνες και συναισθήματα, με φόντο σταθερό παρόν σχεδόν σε κάθε της κουβέντα την οριστική ρήξη της με τον Φιντέλ. Τον ηγέτη και τον πατέρα.
Πριν από τέσσερα χρόνια η Αλίνα Φερνάντες, καρπός της «παράνομης» ερωτικής σχέσης του Φιντέλ Κάστρο και της Νάτι Ρεβουέλτα, της «αστής που έγινε επαναστάτρια από έρωτα», έφευγε κρυφά από την Αβάνα μεταμφιεσμένη σε ισπανίδα τουρίστρια. Ο κουβανός ηγέτης θα παραδεχθεί επισήμως πως είναι πατέρας της μόνο μετά την αυτοεξορία της και τα φώτα της δημοσιότητας θα στραφούν τότε στο όμορφο πρόσωπό της. Αλλά και στις σκληρές κριτικές της ενάντια στο καθεστώς της πατρίδας της.
Σήμερα είναι 40 χρόνων. Εχει μια νεαρή κόρη, ανήκει στην κουβανική εμιγκράτσια του Μαϊάμι και ονειρεύεται να επιστρέψει όταν «αλλάξουν τα πράγματα». Στο νησί άφησε μια καριέρα στον χώρο της μόδας και των δημοσίων σχέσεων μαζί με κάποιες σπουδές στον τομέα της ιατρικής και της διπλωματίας, που δεν τελείωσαν ποτέ.
Το βιβλίο της φθάνει στα χέρια μου λίγες ώρες μετά τη συνομιλία μας. Είναι αφιερωμένο «σε όσους υπήρξαν, είναι και θα είναι Κουβανοί». Στο οπισθόφυλλο διαβάζω: «Σε ηλικία 10 χρόνων μαθαίνει από τη μητέρα της πως ο Κάστρο είναι πατέρας της. Λίγο μετά αποφασίζει πως δεν θέλει να λέγεται Κάστρο». Θυμάμαι τα λόγια της νωρίτερα, στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. «Πατέρα δεν τον φώναξα ποτέ».
Το βιβλίο «Αλίνα: Αναμνήσεις της εξεγερμένης κόρης του Φιντέλ Κάστρο» θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη.
Θα στείλετε στον Φιντέλ Κάστρο το βιβλίο σας;
«Δεν νομίζω».
Αν έφθανε στα χέρια του πιστεύετε ότι θα το διάβαζε;
«Ισως. Από περιέργεια».
Μπορείτε να φανταστείτε την αντίδρασή του;
«Κοιτάξτε, δεν πρόκειται για ένα μανιφέστο εναντίον του».
Απομυθοποιεί όμως τον πατέρα σας.
«Απομυθοποιεί την ιστορία της Κούβας. Ο κόσμος ως σήμερα πίστευε πως ο Κάστρο και η Κούβα είναι το ίδιο πράγμα».
Ενώ στην πραγματικότητα;
«Υπάρχει η καθημερινή ζωή, οι τρεις και οι τέσσερις γενιές που ζουν στο ίδιο σπίτι γιατί δεν έχουν άλλο χώρο, οι σχέσεις πάθους, η αβεβαιότητα, η έλλειψη ελευθερίας…».
Μια έλλειψη που σας οδήγησε στην αυτοεξορία;
«Ναι. Ξέρετε, ανήκω σε μια χαμένη γενιά. Εχασα 40 χρόνια απομονωμένη σε ένα νησί. Κάθε μου πράξη έπρεπε να εγκριθεί από το κόμμα… Ζούσα χωρίς επιλογές, χωρίς εναλλακτικές λύσεις…».
Και χωρίς τρυφερότητα; Σε συνέντευξη που δώσατε πρόσφατα στην εφημερίδα «Ελ Παΐς» τον κατηγορείτε πως κακομεταχειρίζεται τους ανθρώπους.
«Τους καταπιέζει. Μαζί του έζησα στιγμές τρυφερότητας μόνο όταν ήμουν πολύ μικρή».
Και στη συνέχεια;
«Η σχέση μας ήταν περιοδική. Συχνά ξεχνούσε την ύπαρξή μου. Από ένα σημείο και μετά, σταματήσαμε να συζητάμε…».
Θυμάστε μία ευτυχισμένη στιγμή;
«Ναι, ήμουν ευτυχισμένη όταν μου χάρισε ένα χνουδωτό αρκουδάκι γυρίζοντας κάποτε από τη Σοβιετική Ενωση. Οι άσχημες στιγμές όμως ήταν περισσότερες».
Σε ποια ηλικία εκφράσατε για πρώτη φορά την αντίθεσή σας;
«Διαμαρτυρόμουν πάντα, απλώς δεν μου έδιναν σημασία. Τα μέσα ενημέρωσης με “ανακάλυψαν” μόνο όταν παραδέχθηκε ο Φιντέλ πως ήμουν κόρη του. Ποτέ όμως δεν μπόρεσα να προσαρμοστώ στο καθεστώς του. Σε μια ζωή στρατιωτική, γεμάτη ύμνους και ζητωκραυγές».
Προσπαθήσατε να μιλήσετε μαζί του; Με τον πατέρα ή τον πολιτικό;
«Παλιότερα προσπάθησα να συζητήσω μαζί του θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Δυστυχώς, είναι ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να κάνει διάλογο».
Πότε τον συναντήσατε για τελευταία φορά;
«Εχω να τον δω 15 χρόνια».
Ηταν επιλογή σας;
«Ναι».
Επανάσταση κόντρα στην επανάσταση. Για να φθάσετε πού;
«Στην αλληλεγγύη. Μας γέμισαν με πολύ μίσος όλα αυτά τα χρόνια. Μίσος για τον καπιταλισμό, για τους Αμερικανούς… Ακούς τόσα χρόνια πως αυτοί ευθύνονται για τις στερήσεις και αρχίζεις να το πιστεύεις».
Δεν ευθύνεται δηλαδή ο οικονομικός αποκλεισμός των Ηνωμένων Πολιτειών για την έλλειψη τροφίμων και τη φτώχεια που υπάρχει στο νησί;
«Το εμπάργκο υπάρχει μόνο στους τύπους. Οποιος έχει δολάρια στην Κούβα μπορεί να αγοράσει ό,τι θέλει. Η εξαθλίωση είναι αποτέλεσμα του οικονομικού χάους που έχει δημιουργηθεί από τους συνεχείς πολέμους του Κάστρο σε διάφορες γωνιές του πλανήτη».
Η διαφωνία σας λοιπόν είναι θέμα καθαρά πολιτικό.
«Είναι θέμα δικαιοσύνης. Ενας ηγέτης έχει καθήκον να σκέφτεται, να σέβεται και να βοηθά τη χώρα του. Και αυτό βέβαια δεν συμβαίνει στην περίπτωση του Φιντέλ».
Γιατί;
«Γιατί από επαναστάτης ιδεαλιστής έγινε φανατικός κομμουνιστής. Σταλινιστής».
Εννοείτε πως τον διέφθειρε η εξουσία;
«Περισσότερο η αδυναμία του να καταλάβει τα σφάλματά του. Δεν ήξερε τίποτα για την οικονομία και αυτό αποδείχθηκε ολέθριο».
Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι αρνείται μέχρι στιγμής να σχολιάσει δημοσίως τις διαμαρτυρίες σας;
«Δεν ξέρω. Δεν μπορείς ποτέ να ξέρεις. Πολλές φορές έχω την εντύπωση πως έχει χτίσει έναν τοίχο ανάμεσα σε αυτόν και στον υπόλοιπο κόσμο».
Ισως πάλι να είναι μια κίνηση τρυφερότητας.
«Αν θέλετε, μπορείτε να το πάρετε και έτσι. Θα ήταν η πρώτη κίνηση τρυφερότητας που κάνει μετά από 30 χρόνια. Ξέρω όμως πως απλώς δεν μιλάει όταν δεν έχει όρεξη να μιλήσει».
Ποια ήταν για εσάς η πιο ευτυχισμένη περίοδος που έζησε η Κούβα;
«Τότε που αποτελούσε πρότυπο για τα κράτη της Λατινικής Αμερικής. Προτού την εγκαταλείψει ο Τσε Γκεβάρα».
Γνωρίσατε τον Τσε;
«Τον είδα σε πολύ νεαρή ηλικία. Δεν θυμάμαι τίποτα».
Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θυμάστε από τον πατέρα σας;
«Να μπαίνει στην Αβάνα με τη στολή του, επικεφαλής του στρατού».
Τι σας διηγούνταν η μητέρα σας για αυτόν όταν ήσασταν μικρή;
«Ντρεπόταν πολύ για τη σχέση τους. Ηταν όμως παθιασμένη… Μου διάβαζε συχνά τα γράμματα που της έγραφε από τη φυλακή…».
Μιλάτε για τα γράμματα που δώσατε πρόσφατα στη δημοσιότητα και που δείχνουν τη ρομαντική πλευρά του χαρακτήρα του. Και όμως, τον αποκαλείτε συχνά διάβολο και εγωιστή.
«Κοιτάξτε, τότε ήταν νέος, βρισκόταν στη φυλακή, ήταν αποπροσανατολισμένος… Είχε τις ιδέες του, το πάθος του για την επανάσταση…».
Η μητέρα σας τον αγάπησε πραγματικά;
«Ναι».
Τον αγαπά ακόμα;
«Θα ήταν παράλογο να συνεχίζει να αγαπά έναν άνθρωπο με τον οποίο δεν έχει πια καμία σχέση. Μπορεί όμως και να συμβαίνει».
Τι ήταν αυτό που τη γοήτευε περισσότερο στον χαρακτήρα του;
«Δεν ξέρω. Νομίζω τα πάντα».
Και εσάς;
«Δεν με γοήτευσε ποτέ ο Φιντέλ. Ποτέ».
Γιατί η μητέρα σας δεν εγκατέλειψε τη χώρα;
«Είναι ιδεαλίστρια. Βοήθησε στην επιτυχία της επανάστασης. Πιστεύει ακόμη πως ήταν το καλύτερο για την Κούβα… Δεν μπορεί να δεχθεί πως απέτυχε… Μπορώ να πω μάλιστα πως είναι το μόνο πρόσωπο που δόθηκε πραγματικά σε αυτή την ιστορία. Ο Κάστρο άλλαξε. Εκείνη όχι…».
Πολλοί σας κατηγορούν πως γράψατε αυτό το βιβλίο για να αποκτήσετε χρήματα και δόξα.
«Κοιτάξτε, δεν είμαι διάσημη. Δεν αγαπώ την εξουσία. Δεν είμαι πολιτικός ούτε καλλιτέχνις για να έχω ανάγκη από κοινό».
Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που υποστηρίζουν πως προδώσατε τον αγώνα του πατέρα σας περνώντας στην «απέναντι» όχθη.
«Δεν είμαι πολιτικός. Αναζητώ μόνο ένα χώρο δικό μου. Οι ΗΠΑ δεν ήταν κράτος επιλογής. Μου έδωσαν απλώς την άδεια».
Μιλήστε μου λίγο για την καινούργια σας ζωή.
«Μαθαίνω αγγλικά, ψάχνω για δουλειά… Στο Μαϊάμι ζουν πολλοί συμπατριώτες μου. Οι περισσότεροι έφθασαν εδώ κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Με πρόχειρες σχεδίες, ένα κομμάτι ξύλου πολλές φορές. Είναι επόμενο να είμαστε πολύ δεμένοι. Ο ένας βοηθάει πάντα τον άλλο. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν δυσκολίες».
Ονειρεύεστε την ημέρα της επιστροφής;
«Ενας Κουβανός σκέφτεται πάντα τον γυρισμό… Υπάρχουν τρία εκατομμύρια που ζουν αυτή τη στιγμή έξω από το νησί περιμένοντας τη στιγμή όπου όλα θα τελειώσουν».
Πότε δηλαδή;
«Οταν ο Κάστρο φύγει από την εξουσία. Κάτι που δεν θα αργήσει να γίνει. Τα πράγματα έχουν ήδη αρχίσει να αλλάζουν».
Τι είναι αυτό που νοσταλγείτε περισσότερο από την πατρίδα σας;
«Τον χορό. Οταν χορεύαμε νοιώθαμε πάντα ευτυχισμένοι».
