Ο άνθρωπος που κατέβηκε πεζός στην… πολιτική
Στον δρόμο από το αεροδρόμιο «Μακεδονία» ως το κέντρο της Θεσσαλονίκης κάποια υπολείμματα από γιγαντοαφίσες μένουν για να θυμίζουν ότι το πιο γλυκό, το πιο αισιόδοξο χαμόγελο της πόλης προήλθε από έναν 46χρονο αναπληρωτή καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου που αποφάσισε να κατέβει πεζός στην… πολιτική. Ο Σπύρος Βούγιας, ο κύριος του 15%, έχει πλέον επιστρέψει στα συνήθη ακαδημαϊκά καθήκοντά του και προσπαθεί να αποτοξινωθεί από την ισχυρή δόση εκλογικής πολιτικής.
Τι σημαίνει αποτοξίνωση το ξεκαθαρίζει με πολύ σαφή τρόπο ο ίδιος: «Επαναφορά στους κανονικούς ρυθμούς της ζωής μου». Πρακτικά: «Δέκα με δώδεκα ώρες δουλειά την εβδομάδα στο πανεπιστήμιο μια ευχάριστη δουλειά, η οποία με γεμίζει ενέργεια και με φέρνει σε επαφή με κόσμο». Πέρα από το πανεπιστήμιο και τις άλλες επιστημονικές ενασχολήσεις του συγκοινωνιολόγος γαρ υπάρχει το Δημοτικό Συμβούλιο, η οικογένειά του, τα δύο παιδιά του, οι συναυλίες, το σινεμά, ο αθλητισμός και τα ταξίδια. Δηλαδή το καθημερινό μενού ενός συνηθισμένου ανθρώπου που δεν σκέφτεται να εκχωρήσει το δικαίωμα των μικρών απολαύσεων για χάρη της επαγγελματικής πολιτικής.
Με τις αποσκευές του γεμάτες από μνήμες και πολιτισμό μιας πόλης και μιας εποχής συμμετείχε στο κίνημα της Αριστεράς από την εποχή του Πολυτεχνείου και της υπερπολιτικοποίησης των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων , έθεσε πρώτη φορά υποψηφιότητα στις δημοτικές εκλογές του 1990 με το ψηφοδέλτιο του Δημήτρη Φατούρου και εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος. Στις επόμενες εκλογές κατέβηκε με το ψηφοδέλτιο του Στέλιου Νέστορα και ξαναβγήκε δημοτικός σύμβουλος. Φέτος έκανε την έκπληξη συσπειρώνοντας γύρω του δυνάμεις διαφορετικής πολιτικής και κοινωνικής προέλευσης, προβάλλοντας το αίτημα μιας διαφορετικής αντιμετώπισης των τοπικών προβλημάτων.
Μετατρέψατε ένα παραδοσιακό μπαρ της πόλης, το «Sante» («υγεία» στα ελληνικά), σε ένα πολιτικό καφέ για τις ανάγκες του προεκλογικού αγώνα σας. Μάλιστα προσθέσατε δίπλα στην επωνυμία του μπαρ τον όρο «πολιτίκ». Τελικά η πολιτική βλάπτει σοβαρά την υγεία των πολιτών ή, πολύ περισσότερο, η πολιτική μπορεί να ξαναγίνει μια υγιεινή υπόθεση;
«Η πολιτική θα μπορούσε να είναι και… υγεία. Και αυτό γιατί η πολιτική είναι μια υπόθεση που δεν αφορά μόνον τους φθαρμένους ή τους συναλλασσόμενους κάτω από το τραπέζι. Η πολιτική, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να αφορά και ανθρώπους που έχουν να παρουσιάσουν μια πραγματική προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική ζωή και έχουν διάθεση προσφοράς».
Δηλαδή οι σημερινοί πολιτικοί δεν έχουν πραγματική ζωή;
«Νομίζω ότι αρκετοί εισέρχονται στον πολιτικό στίβο έχοντας μια πραγματική ζωή. Τα προβλήματα παρουσιάζονται στη συνέχεια της σταδιοδρομίας τους».
Τα προβλήματα σχετίζονται με μια ενδεχόμενη εξαργύρωση των επιδόσεων της πραγματικής τους ζωής;
«Οχι, δεν νομίζω ότι την εξαργυρώνουν. Αλλά η ίδια η πολιτική είναι τόσο δύσκολη και απαιτητική υπόθεση που καταφέρνει να απομυζά όλους τους χυμούς του μυαλού και του σώματος των ανθρώπων ύστερα από λίγα χρόνια».
Να συμπεράνω δηλαδή ότι η μονιμότητα βλάπτει; Πιστεύετε ότι θα ήταν καλύτερα τα πράγματα αν η πολιτική διατηρούσε όλα τα συστατικά γνωρίσματα μιας «ελεύθερης σχέσης» και δεν κατέληγε ποτέ στις δεσμεύσεις ενός «γάμου»;
«Πρέπει να είναι για όλους μια “ελεύθερη σχέση”. Διαφορετικά οι άνθρωποι, όσο ικανοί κι αν είναι, όσο ανοιχτοί και ευαίσθητοι στα μηνύματα των καιρών και στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, ύστερα από λίγο χρονικό διάστημα επαγγελματικής απασχόλησης με τις πολιτικές υποθέσεις φθάνουν σε ένα σημείο που το μόνο που τους απασχολεί είναι απλώς να αναπαράγουν την όποια εξουσία τους και τίποτε άλλο. Και αυτή η συμπεριφορά τους παράγει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα που ζούμε καθημερινά ως πολίτες στην πόλη μας, στη χώρα μας.
Δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτε άλλο γιατί και οι ίδιοι έχουν αποστεωθεί απ’ όλες εκείνες τις αρχικές ευαισθησίες τους, ανεξαρτήτως του αν έχουν αποκτήσει κάποια εμπειρία ή ικανότητα διοίκησης ή άσκησης μιας εξουσίας, που όμως και αυτή κινείται δυστυχώς στον… αέρα».
Αν για κάποιο λόγο οι εκλογές για τη δημαρχία έπαιρναν παράταση, με το χέρι στην καρδιά, πόσο χρόνο θα αντέχατε;
«Ειλικρινά, δεν άντεχα άλλο. Είχα πάρει τόσο υπερβολική δόση πολιτικής που είχαν χτυπήσει τα καμπανάκια του συναγερμού. Δεν μπορούσα να διαβάσω, να συζητήσω με τους φίλους μου, να αντλήσω χρόνο και σκέψη από τα πράγματα που σου δίνουν δημιουργική διάθεση. Ενιωθα ότι ήμουν άδειος από δυνάμεις και ενέργεια. Γι’ αυτό και δεν μπόρεσα να ευχαριστηθώ όσο θα έπρεπε την τεράστια απήχηση και τη μεγάλη επιτυχία του συνδυασμού μας».
Θα μπορούσατε να μας απαριθμήσετε επί τροχάδην τα δύο-τρία πράγματα που σας έκαναν να ευχαριστηθείτε συμμετέχοντας ενεργά στη μάχη των δημοτικών εκλογών;
«Αυτό που ευχαριστηθήκαμε μέχρι σημείου εξόντωσης ήταν ο τρόπος με τον οποίο κάναμε προεκλογική εκστρατεία. Το γεγονός, π.χ, ότι κάθε βράδυ γινόταν ένα πραγματικό πανηγύρι στο “Sante πολιτίκ”. Τα άλλα εκλογικά κέντρα ήταν ζωντανά από το πρωί ως τις 8 με 9 το βράδυ σαν ωράριο καταστημάτων , ενώ το δικό μας άρχιζε να ζωντανεύει το βράδυ και η γιορτή συνεχιζόταν ως τις δύο το πρωί. Αυτή η καθημερινή γιορτή άρεσε στον δικό μας κόσμο και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που την επομένη των εκλογών ένιωθαν ένα σύνδρομο στέρησης. Κι εμένα μου άρεσε αλλά ομολογώ ότι με κούρασε πάρα πολύ».
Πήγατε στο γήπεδο μετά τις εκλογές;
«Πήγα στο μπάσκετ. Στο Αλεξάνδρειο, στον αγώνα Αρης-ΠΑΟΚ, με νικητή τον ΠΑΟΚ».
Πώς σας αντιμετώπισαν; Σας αναγνώριζαν οι οργανωμένοι οπαδοί; Πώς σας υποδέχθηκαν;
«Με γνώριζε όλος ο κόσμος και ομολογώ πως δεν ήμουν προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο. Τα νέα παιδιά μάλιστα με προσφωνούσαν “Γεια σου, δήμαρχε”. Ηταν η μεγαλύτερη αναγνώριση. Ηταν σαν να είχα βγει χωρίς να έχω βγει».
Τι ομάδα είστε;
«Είμαι από χρόνια οπαδός του Ηρακλή αλλά και λίγο… Παοκτζής».
Θα πάτε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου;
«Παλαιότερα ήμουν και στην κριτική επιτροπή του φεστιβάλ. Φυσικά και θα πάω».
Πλατεία ή εξώστη;
«Για τώρα λέτε ή για παλιά; Η θέση μου πάντως ήταν στον δεύτερο εξώστη, μετά κατεβήκαμε πλατεία».
Ποια ταινία έχετε «κράξει»;
«Συγκεκριμένη ταινία δεν θυμάμαι για να σας πω. Σας διαβεβαιώ πάντως ότι ο αριθμός τους ήταν μεγάλος. Μου άρεσε πάντα ο ελληνικός κινηματογράφος αλλά δυστυχώς πέσαμε σε μια περίοδο πειραματισμών, γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1980, και υποφέραμε από τα ατελείωτα πλάνα. Δεν εννοώ πάντως τον Αγγελόπουλο…».
Πηγαίνετε σε συναυλίες;
«Πήγα στα Ξύλινα Σπαθιά και στις Μάσκες…».
Το δεύτερο συγκρότημα δεν το γνωρίζω…
«Πιστεύω ότι είναι το γκρουπ που θα κάνει μπαμ στη Θεσσαλονίκη και στην Ελλάδα».
Η ενημέρωσή σας για τη μουσική σκηνή της πόλης σας προέρχεται από την κόρη σας;
«Ναι. Η κόρη μου είναι 15 χρόνων και το κοινό της δικής της ηλικίας γεμίζει τους χώρους όπου παίζουν αυτά τα συγκροτήματα. Είναι ένα κοινό από 15 ως 20. Εγώ ήμουν ο μόνος… παππούς».
Η κόρη σας πήγε στη συναυλία;
«Με το πρόσχημα της συνοδείας της κόρης μου και των φιλενάδων της πηγαίνω στις συναυλίες. Αλλά μου άρεσε. Είναι ένα ζωντανό, νεανικό κοινό που δεν το βρίσκεις πουθενά αλλού. Το θέμα με εμένα είναι ότι έγινα αρκετά γνωστός για να περνάω απαρατήρητος ακόμη και σε χώρους όπου συχνάζει ο νεαρόκοσμος αυτών των συναυλιών».
Γιατί η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να κρατήσει κοντά της τα δικά της παιδιά και να συντηρήσει δική της καλλιτεχνική σκηνή; Γιατί οι καλλιτέχνες της το σκάνε για την Αθήνα μόλις γίνουν λίγο γνωστοί;
«Κατ’ αρχήν η ίδια η πόλη είναι πολύ “μπλαζέ”. Η κριτική είναι εύκολη για όλους και για όλα. Υπάρχει ένας μικρόκοσμος που απολαμβάνει λιγάκι την αίσθηση ότι ζει σε μια πόλη που υποτίθεται ότι είναι πολύ προχωρημένη, ενώ στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Ετσι, όταν ανακαλύπτεται ένα συγκρότημα ή ένας καλλιτέχνης με δυνατότητες και προοπτικές, η πρώτη αντίδραση είναι να τον κρύψουμε, να μην τον προβάλλουμε, να μην πούμε έναν καλό λόγο. Σαν ένα κρυφό μυστικό. Μη και μας τον αρπάξουν, μη και τον χάσουμε».
Εσείς δεν φοβάστε μήπως σας κλέψουν μετά την επιτυχία σας;
«Οχι, είμαι μεγάλος πια για τέτοια πράγματα».
Δηλαδή δεν θα κατεβείτε στην Αθήνα; Ούτε αν σας πρότειναν θέση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας ενός μεγάλου κόμματος;
«Οχι. Αλλωστε είχα απορρίψει αρκετές προτάσεις πολύ προτού έρθει η επιτυχία των δημοτικών εκλογών. Μάλιστα μία από αυτές τις προτάσεις ήταν αρκετά τιμητική για το πρόσωπό μου. Ο,τι το καλύτερο θα μπορούσε να περιμένει ένας συγκοινωνιολόγος: να γίνω πρόεδρος στον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ)».
Πότε και από ποιον έγινε η πρόταση;
«Τον Νοέμβριο ή τον Δεκέμβριο του 1997. Από τον ίδιο τον υπουργό, τον Τάσο Μαντέλη».
Δηλαδή η μετεγγραφή αναβάλλεται ή ματαιώνεται;
«Δεν έχω αποφασίσει αν θέλω να συμμετέχω στην κεντρική πολιτική σκηνή. Αυτό που κάνω τώρα με ικανοποιεί. Αλλωστε μου αρέσει πάντοτε να ολοκληρώνω τις προσπάθειές μου σε έναν τομέα».
Θα μπορούσατε να συνυπάρξετε με άλλους… Βούγιες, σε άλλες πόλεις;
«Ναι, γιατί όχι. Αλλά ξέρετε ότι τέτοιου είδους συσπειρώσεις χρειάζονται μηχανισμούς που ίσως ξεπερνούν τα πρόσωπα».
Τέτοιου είδους συσπειρώσεις και πρωτοβουλίες έχουν τη δύναμη να ανατρέψουν πράγματα και καταστάσεις; Θα έβγαιναν π.χ. νικητές από μια σύγκρουση με τους κομματικούς μηχανισμούς;
«Πιστεύω πως ναι. Πολλές τοπικές πρωτοβουλίες που διαθέτουν δυναμική στον χώρο τους και έχουν την αποδοχή των άλλων πολιτών όταν συντονιστούν μεταξύ τους μπορούν να ανατρέψουν παγιωμένες καταστάσεις. Οι κομματικοί μηχανισμοί δεν είναι ανίκητοι, είναι ευάλωτοι».
Μήπως όμως όλη αυτή η ιστορία με τις τοπικές πρωτοβουλίες και τις κινήσεις πολιτών αφορούν μόνον εκείνους που διαθέτουν πορτοφόλι, έχουν λύσει τις βασικές ανάγκες τους, διαθέτουν μια επαγγελματική και κοινωνική καταξίωση; Μήπως μιλάμε για μια «νέα αριστοκρατία» της πολιτικής;
«Δεν παίζει ρόλο το ποιος είναι εκείνος που συμμετέχει σε τέτοιου είδους πρωτοβουλίες αλλά αν εκείνος και όλοι όσοι συγκροτούν τέτοιες πρωτοβουλίες και παρεμβαίνουν σε τοπικό τουλάχιστον επίπεδο γνωρίζουν την ουσία των προβλημάτων, μπορούν να τα αναδείξουν και να δράσουν αποτελεσματικά ως προς την επίλυσή τους».
Πήγατε στο συλλαλητήριο των Παοκτζήδων στην Καμάρα;
«Πήγα. Ως πολίτης της Θεσσαλονίκης είχα υποχρέωση να είμαι εκεί. Κατά πρώτον, γιατί πιστεύω ότι οι κανόνες του παιχνιδιού πρέπει να είναι σεβαστοί και να τηρούνται απ’ όλους, μεγάλους και μικρούς, ισχυρούς και αδύναμους, Βορειοελλαδίτες και Νοτιοελλαδίτες. Δεύτερον, είμαι εναντίον οποιασδήποτε εκμετάλλευσης των αισθημάτων των φιλάθλων και οπαδών και της συντήρησης μιας διαμάχης που χωρίζει τους πολίτες αυτής της χώρας σε Βόρειους και Νότιους. Επιπλέον, πιστεύω ότι αφορμές ανάλογες εκείνης της Τούμπας το μόνο που κάνουν είναι να ανασκαλεύουν και να φέρνουν στην επιφάνεια τα πιο ταπεινά αντανακλαστικά ανθρώπων και μηχανισμών, που δυστυχώς υπάρχουν στη Θεσσαλονίκη και αξιοποιούν προς όφελος των πιο αντιδημοκρατικών, διχαστικών και ρατσιστικών συμπεριφορών και κατευθύνσεων ακόμη και την πιο δικαιολογημένη διαμαρτυρία των νέων».
Πιστεύετε ότι μπορούν να βρουν έδαφος διχαστικές απόψεις; Απόψεις τύπου «Λίγκας του Βορρά»;
«Φοβάμαι ότι μπορούν να ευδοκιμήσουν και τέτοιες απόψεις και τέτοια κινήματα. Στο χέρι μας είναι να τις προλάβουμε».
Ο δρόμος της Θεσσαλονίκης για την Ευρώπη περνάει αναγκαστικά μέσα από την Αθήνα;
«Οχι. Ούτε και από τις Βρυξέλλες υποχρεωτικά. Ο ευρωπαϊκός δρόμος της περνάει μέσα από σχέσεις που θα έχει η Θεσσαλονίκη με την Αθήνα και τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αλλά και σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη, τη Σόφια, το Βελιγράδι ή την Τεργέστη. Η νέα ευρωπαϊκή ιστορία, η ιστορία του 21ου αιώνα, θα είναι αναγκαστικά μια ιστορία πόλεων».
Οι επιστολές και τα μηνύματα πάντοτε είναι το καλύτερο σουβενίρ από μια εκλογική μάχη; Εσείς έχετε τέτοια σουβενίρ στη συλλογή σας;
«Μια προσωπική επιστολή του Παναγιώτη Γιαννάκη, που δεν τον ήξερα προηγουμένως, με ξάφνιασε και τον ευχαριστώ. Πολύ τιμητική ήταν και η πράξη του αγαπημένου ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη με ξέρει από μικρό παιδί να στείλει ένα μαγνητοσκοπημένο μήνυμα στην προεκλογική εκδήλωση που κάναμε στην πλατεία Αριστοτέλους. Ελαβα επιστολές από τον Μανώλη Γλέζο, τον Νίκο Κούνδουρο και πολλούς άλλους που δεν περίμενα να ενδιαφερθούν για το πρόσωπό μου. Πάντως δεν μπορώ να ξεχάσω και την ολόθερμη υποστήριξη προσωπικοτήτων της πόλης μας όπως ο Στέλιος Νέστωρ, ο Νίκος Ευθυμιάδης, ο Γιάννης Μπουτάρης».
Τι σημαίνει σήμερα Αριστερά;
«Με απλά λόγια, Αριστερά στις μέρες μας σημαίνει μια ηθική στάση απέναντι στα πράγματα. Ταυτόχρονα, κοινωνική ευαισθησία, οικολογική προσέγγιση και πάνω απ’ όλα αισθητική και πολιτισμός».
Υπάρχει αυτή η Αριστερά στον τόπο μας;
«Πιστεύω ότι υπάρχει, αρκεί να βρει το κουράγιο να προσδιορίζει τη στάση της με αυτούς τους όρους. Εγώ θέλω να ανήκω σε μια σύγχρονη Αριστερά. Φυσικά άλλο σύγχρονη Αριστερά και άλλο μεταμοντέρνα Αριστερά. Εγώ κάθε άλλο παρά μεταμοντέρνος αριστερός είμαι. Δεν κράτησα λίγο από το παλαιό ΚΚΕ Εσωτερικού και βάζοντας λίγη δόση τεχνοκρατισμού να παρουσιάσω μια καινούργια κουρελού».
Για το τέλος, θα ήθελα δύο σχόλια για δύο πολυσυζητημένα πρόσωπα της ελληνικής επικαιρότητας: για τον δήμαρχο Αθηναίων Δημήτρη Αβραμόπουλο και τον Αρχιεπίσκοπο κ. Χριστόδουλο.
«Δεν μπορώ να σταθώ αρνητικά σε ένα δήμαρχο ο οποίος εκλέχθηκε με το 57% των ψήφων. Δέχομαι σε κάθε περίπτωση το δημοκρατικό δικαίωμα και αντιλαμβάνομαι ότι ένα τόσο μεγάλο ποσοστό Αθηναίων δεν μπορεί να τρώει κουτόχορτο. Αρα θεωρώ ότι δεν είναι μόνον οι δημόσιες σχέσεις αλλά υπάρχουν και άλλα στοιχεία που μπορεί κανείς να διακρίνει σε μια τέτοια επιλογή. Θεωρώ, για παράδειγμα, θετικό το γεγονός της απεξάρτησης του κ. Αβραμόπουλου από τον κομματικό μηχανισμό της Νέας Δημοκρατίας. Το γεγονός ότι δεν ταυτίστηκε με έναν μηχανισμό το θεωρώ σημαντικό βήμα. Επιπλέον με εκφράζει η συναινετική διάθεση που δείχνει, η προσπάθειά του να αποφύγει τις ρήξεις.
Πιθανότατα το γεγονός αυτό μπορεί να σημαίνει, σε πρακτικό επίπεδο, την έλλειψη προσωπικών πολιτικών θέσεων. Αλλά αυτό είναι θέμα που πρέπει να αντιμετωπίσει ο ίδιος ο κ. Αβραμόπουλος.
Οσον αφορά τον Αρχιεπίσκοπο κ. Χριστόδουλο το μόνο που έχω να πω είναι ότι θα προτιμούσα να ακούω από εκείνον ένα λόγο συναινετικό, ένα λόγο ενοποιητικό και αγαπητικό. Αντίθετα, ακούω ένα λόγο προσωπικό, εμπαθή και, γιατί όχι, δημαγωγικό. Ενας λόγος που οδηγεί σε ρήξεις και όχι σε συναινέσεις».
Η προσπάθειά σας είχε χαρακτήρα ριζοσπαστικό σε ένα περιβάλλον συντηρητικών επιλογών και συμπεριφορών;
«Η προσπάθειά μας όντως είχε ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά χαρακτηριστικά κινήματος, αν προτιμάτε , αλλά αποδέχθηκε και έπαιξε με τους κανόνες του παιχνιδιού. Γι’ αυτό άλλωστε είχε και κάποιο αποτέλεσμα».
Σήμερα τι είναι ριζοσπαστισμός;
«Ο ριζοσπαστισμός είναι να μπορέσεις να δώσεις γενναίες ενέσεις αξιοπιστίας, ειλικρίνειας, σοβαρότητας και ανθρώπινου λόγου μέσα σε ένα σύστημα το οποίο διψάει για κάτι τέτοιο. Επιπλέον, να ενθαρρύνεις και να πείσεις νέους ανθρώπους που είναι απομονωμένοι στον ιδιωτικό χώρο τους να συμμετέχουν στην πολιτική, την ίδια στιγμή που η πολιτική χρειάζεται οξυγόνο και… αισθητική».
