Το σόου, τα παραλειπόμενα, και η «οργή λαού» των αποκλεισθέντων από το θέαμα «κορομηλοφρόνων», που έμειναν στο «Μπράβο, «καλώς ήρθατε»… αλλά μέσα δεν θα μπείτε! «Το Βήμα» σκαρφαλώνει στους βράχους του Λυκαβηττού και παρακολουθεί τους «ρουλικούς» εν δράσει
«Αίσχος! Αίσχος! Αίσχος!». Δεν είναι παλαιοημερολογίτες εξορκιστές του «666», δεν είναι Αλβανοί, θύματα των «πυραμίδων», δεν είναι συνταξιούχοι δαρμένοι από ΜΑΤ. Οχι. Είναι φωνή λαού, που για σήμερα ειδικά δεν επισείει και οργή Θεού. Η αντιδιαδήλωση της χρονιάς, που στήθηκε τυχαία έξω από το θέατρο του Λυκαβηττού την περασμένη Κυριακή: τουλάχιστον χίλιοι εξαγριωμένοι «ρουλοκορομηλικοί», ασφυκτικά στοιβαγμένοι μπρος στην καγκελόπορτα. Δυο χιλιάδες χέρια να πηγαινοέρχονται σε σχηματισμό μούντζας, το «ουουουου!» πασατέμπος και όσο οι καθιστοί πατρίκιοι από μέσα ζητωκραυγάζουν, οι πληβείοι απ’ έξω βράζουν: «Αίσχος! Αίσχος!».
«Προδότραααα!» η εύσωμη κυρούλα δίπλα μου χτυπά τα χέρια στον αέρα. Προδομένη πιστή της Ρούλας και αυτή, σαν όλους τους άλλους, τους «κορομηλόφρονες» από τα πέρατα της Ελλάδος. Μείναν απ’ έξω απόψε, κι ας τους κάλεσε το τροφαντό τους ίνδαλμα ν’ απολαύσουν τα λαμέ τεκταινόμενα στον Λυκαβηττό για τελευταία φορά εφέτος. «Δεν υπάρχουν θέσεις». «Δεν χωράτε», λένε και ξαναλένε οι «μαυροσκούφηδες» της καγκελόπορτας. «Είμαι από “Το Βήμα”», αντιτείνω. «Και τι να σας κάνω; Αν ανοίξουμε να μπείτε εσείς, θα γίνει εδώ… η νέα θύρα επτά! Ακόμη και τεχνικοί του σόου βγήκαν έξω να πάρουν νερό, και τώρα δεν μπορούν να ξαναμπούν!».
Σύνθημα «αφήστε μας να μπούμε, τη Ρούλα να χαρούμε», και αντί πολιορκητικών κριών, ανθοδέσμες να χτυπιούνται στην κλειστή καγκελόπορτα. Και ο Δημήτρης, που είναι επτά στα οκτώ, να σπαράζει στο κλάμα. «Μαμά, γιατί μας φώναξε η Ρούλα; (λυγμός) Γιατί, μαμά; (λυγμός) Αφού δεν μας ήθελε, μαμά…».
Τρία περιπολικά. Πάνω από δέκα αστυνομικοί. Γύρω στους πενήντα «μαυροσκούφηδες». Σεκιουριτάδες παντού. Αλλά οι πιστοί, απτόητοι. Εχουν ήδη εντοπίσει μια τρύπα στα κάγκελα και μια ελιά δίπλα στο συρματόπλεγμα. Για τον κότινο της ρουλικής δόξας νέοι, γέροι και παιδιά διακινδυνεύουν κατάγματα, ξεχνούν ρευματισμούς. Κοιτάζω έκπληκτη τη σαραντάρα με το μπλε ελεκτρίκ κολάν να πηδά τη μάντρα πιασμένη από κλάδο ελαίας, και εκείνη εκλαμβάνει ως θαυμασμό το βλέμμα μου. «Ελα, έλα, και εσύ κορίτσι μου. Τώρα που δεν σε βλέπουν!».
Εν τω μεταξύ, στην τρύπα του κάγκελου έχει σφηνώσει γονατιστή μια εύσωμη γρια με παρδαλό ένδυμα. Κάνει μπρος, κάνει πίσω, τίποτε. Η περιφέρεια έχει φρακάρει στις… συμπληγάδες! Και τότε νιώθει ένα χέρι να τη χτυπά στα οπίσθια αλλά όχι με πονηρούς σκοπούς. Απλώς είναι το μόνο τμήμα της που έχει απομείνει… εκτός κάγκελων. «Κυρία μου! Τι κάνετε εκεί;». Γυρίζει και… ανοίγει τα μάτια της δυο πήχες. Αστυνομικός! «Εεε, παιδάκι μου… Να ξαποστάσω έκατσα, και πιάστηκα στο σύρμα…». Τον αστυνομικό τον πιάνουν τα γέλια. Η κυρούλα τρομοκρατημένη. «Μη με πάτε στο τμήμα κύριε πολισμάνε μου. Μη, κι έχω παιδάκια που πρόλαβαν και μπήκαν μέσα! Εκεί είναι». Σχεδόν περήφανη, δείχνει στον αστυνομικό τούς σχεδόν κάθετους βράχους του Λυκαβηττού, σχεδόν πενήντα μέτρα από το έδαφος, εκεί όπου κρέμονται οι φανατικότεροι των «ρουλικών». Αναρωτιέμαι πώς έφθασαν εκεί τα παιδάκια της, και μήπως η λύση των βράχων σώσει τελικώς το ρεπορτάζ μου, και ξαφνικά ένας πιτσιρίκος, ο Μάκης, εμφανίζεται ως από μηχανής θεός. Περί τα 17, με μαλλί ως την πλάτη, ξεφεύγει από τον αστυνομικό κλοιό, και πλησιάζει τους βράχους. Σκαρφαλώνει σαν γατί χάριν του ρεπορτάζ τον ακολουθώ μετά φόβου Θεού… «Ημουνα και πριν επάνω, αλλά κατέβηκα να πάρω μπίρες» μου λέει. «Ακολούθα!».
Είκοσι λεπτά αναρρίχησης, και φθάνουμε στην κορυφή. Επιτέλους, βλέπουμε κάτι από σόου ή, για την ακρίβεια, τη Ρούλα ως λαχανί κουκκίδα να περιφέρεται, και κάτι σε λευκό να άδει στο βάθος: κάποια καλλιτέχνιδα υψηλών προδιαγραφών σαρώνει την εξέδρα, τραγουδώντας πασίχαρη «όταν βλέπω αεροπλάνο μου ‘ρχεται να… σου την κάνω». «Ααα, να κι η Λίτσα Γιαγκούση!» με πληροφορεί ο Μάκης. Προτού προλάβω να θαυμάσω, η Ρούλα την αποχαιρετά λέγοντας «είναι πολύ καλό μεγάλα αστέρια να συνυπάρχουν εδώ σήμερα», και καλεί αυθωρεί έτερο παγκοσμίως άγνωστο άστρο που θα συνυπάρξει στο σόου…
«Γιατί ήρθες εδώ, Μάκη;» ρωτάω. «Ε, ξέρω εγώ;». Σαν να ντρέπεται. «Τζέρτζελο να γίνεται… Πες κι εσύ, ρε Λευτέρη!» προσπαθεί να «πασάρει» την ερώτηση δίπλα. «Κάτσε ρε!», ο Λευτέρης. «Ακούω κάτι σαν Περίδη… Θα ‘ρθει ο Ορφέας Περίδης στη Ρούλα; Αυτός είναι σοβαρός άνθρωπος… Αδελφέ, θα τρελαθούμε τελείως!». Αλλά όχι! Απλώς παίζουν οι νότες τού «Πες μου αν άλλον αγαπάς» και τραγουδάει ποια άλλη; η Ρούλα! Ο Λευτέρης γελάει. Σκέφτεται, λέει, τον Περίδη μέσα στην μπανιέρα με την τηλεόραση απέναντι. Να κόβει μία μία τις φλέβες του, αργά και βασανιστικά…
Στο πάλκο, εν τω μεταξύ, το μοντέλο Ρέα Τουτουντζή παίρνει συνέντευξη από κάποια «πασίγνωστη τραγουδίστρια, δανέζα καλλονή», ονόματι Μαρία Μοντέν, που τραγουδά «Ντι, ντα, ντι, ντι ντα, ντι, η άνοιξη είσ’ εσύ, ντι, ντα ντι», το οποίο, αν δεν το ξέρατε, «είναι σούπερ χιτ, σε όλα τα τοπ της Ευρώπης»… ή τουλάχιστον τάδε έφη Ρούλα. Η Ρέα αποπειράται να μας μεταφράσει: «Μας λέει ότι το τραγούδι της ήταν δανέζα η κοπέλα, οι Γιαπωνέζοι αναγνώρισαν το τραγούδι και το μετέφρασε στα Αγγλικά και τα Ιαπωνικά και τώρα βρίσκεται στην Ελλάδα»!».
Ερχεται η ώρα που το αποδεκατισμένο πια τσούρμο της εισόδου δικαιώνεται. «Να μπουν και οι απέξω» Ρούλας παρούσης, πας σεκιουριτάς παυσάτω, και οι διακόσιοι πάνω κάτω εναπομείναντες πιστοί τής καγκελόπορτας εισβάλουν στην «πλατεία» μαινόμενοι, για το γκραν φινάλε. Το κορομήλειο λογύδριο αποχαιρετισμού: «Μη διαβάζετε και μην ακούτε τίποτε. Ο,τι θέλετε, εμάς να ρωτάτε… Ολους τους ανθρώπους εγώ τους αγαπώ κι ας με πονάνε κάπου κάπου. Δεν με πειράζει» και, βουρκωμένη, προς το κοινό: «Κλαίτε; Γιατί; Μην κλαίτε!». Ο Λευτέρης κουνάει το κεφάλι «Αυτο είναι που λένε… το δάκρυ κορόμηλο!».
Οι κάμερες κλείνουν, τα φώτα σβήνουν… Τέλος, και η μάζα των πιστών διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη. Η κυρία Εφη, κάθιδρη κατεβαίνει με τη 10χρονη κόρη της προς το αυτοκίνητο. «Ηταν σαν να μπήκα μες στην τηλεόραση απόψε», μονολογεί εκστατικά. «Αν διασκέδασα; Μα… τι ερώτηση είναι αυτή; Και βέβαια!». Ο Λευτέρης και ο Μάκης, πάλι, το είδαν αλλιώς: «τι το ψάχνεις; Σινεμά καλό δεν έχει, τη Βουγιουκλάκη τη χάσαμε, τη Λιάνη τη βαρεθήκαμε… Τι έμεινε; Μια Κορομηλά, μια Πάνια και ένας Μικρούτσικος. Οποιος είναι “λάιβ” και τζάμπα από τους τρεις, κερδίζει!». Ο εστί μεθερμηνευόμενον, στη διάλεκτο της Ρούλας, «εγώ θαυμάζω το αλάνθαστο κριτήριο του τηλεοπτικού κοινού. Να είστε αυστηροί, να μας επιλέγετε! Καλό καλοκαίρι»… και χωρίς «Μπράβο»!
