Πιερ Γκανιέρ

ΠΕΡΙ ΟΡΕΞΕΩΣ Πιερ Γκανιέρ Ο λυρικός σεφ Κουρασμένος έπειτα από μια επαγγελματική πτώση, αναστήθηκε στο Παρίσι. Επικός, αρτίστας, παιδικός, εκφράζει τις αρετές του στα πιάτα του ΜΑΡΙΑ ΧΑΡΑΜΗ Χιονίζει. Η κουρτίνα του ανέμου τρέμει μόλις. Οι όγκοι σβήνουν, το βάρος των πραγμάτων εξαερώνεται. Το χιόνι για μας, τέκνα του Νότου, σημαίνει κάτι το εξαιρετικό. Μια παρένθεση αγγελικής σκανταλιάς. Αλλά δεν είναι

Πιερ Γκανιέρ

Ο λυρικός σεφ Κουρασμένος έπειτα από μια επαγγελματική πτώση, αναστήθηκε στο Παρίσι. Επικός, αρτίστας, παιδικός, εκφράζει τις αρετές του στα πιάτα του


Χιονίζει. Η κουρτίνα του ανέμου τρέμει μόλις. Οι όγκοι σβήνουν, το βάρος των πραγμάτων εξαερώνεται. Το χιόνι για μας, τέκνα του Νότου, σημαίνει κάτι το εξαιρετικό. Μια παρένθεση αγγελικής σκανταλιάς. Αλλά δεν είναι μόνο οι νιφάδες. Το σημερινό πακέτο γενικώς υπήρξε ευφορικό. Συνάντησα ένα μάγειρο-καλλιτέχνη: τον Pierre Gagnaire.


Ως τώρα είχα γνωρίσει ποικίλες εκδοχές του επαγγέλματος. Chefs φιλόσοφους, υπερεπιχειρηματίες, δάσκαλους, ηγέτες κουζινικών ρευμάτων, επιμελείς εκτελεστές, καπριτσιόζους ήλιους της διασημότητας που με τη λάμψη τους προκαλούν έκλειψη σε οιονδήποτε σταρ θα κοτούσε να τους αντιπαρατεθεί. Αρτίστα δεν είχα ματαδεί. Συνέβη και αυτό. Η συνέντευξη πήγε καλά. Το γεύμα καλύτερα.


Πάει καιρός που λογάριαζα να τον δω. Προσφάτως πήρε πάλι πίσω τα τρία μακαρόν του οδηγού Μισλέν. Την ύπατη διάκριση του κλάδου. Το καινούργιο, παρισινό πλέον, εστιατόριό του κόβει αβέρτα εισιτήρια και συζητείται ζωηρά. Ολοι οι γαστρόφιλοι χαίρονται με την ανάσταση του Γκανιέρ. Διότι, αλίμονο, προηγήθηκε ένας μικρός θάνατος. Ονείρων και ακριβών οραμάτων που διαψεύστηκαν. Προ τριετίας το πολυβραβευμένο ρεστοράν του στη βιομηχανική πόλη Σεντ Ετιέν κατέβασε τα ρολά. «Η χρεοκοπία ενός σεφ τριών αστέρων συνιστά εθνικό σκάνδαλο. Ενα λεκέ ντροπής για τη Γαλλία» μου είχε τότε πει ο συνάδελφός του Conticini, τον οποίον σας παρουσίασα παλαιότερα. Σκάνδαλο, μάλιστα, που ταρακούνησε προξενώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις στις υψηλότερες βαθμίδες της κρατικής εξουσίας. Υπουργοί κινητοποιήθηκαν, ελήφθησαν μέτρα για την αρωγή των νέων και ευφάνταστων μαγείρων, ρυθμίστηκαν αξιοπρεπώς οι οφειλές του Γκανιέρ. Το σινάφι του ­ αν και όχι σύσσωμο ­, η πιστή πελατεία ­ εν οις προβεβλημένα πρόσωπα ­, το κοινό στήριξε τον συμπαθή Πιερ, που ξαναστάθηκε στα δυο του πόδια αφού σύναξε όλο του το κουράγιο στα δυο του χέρια. Νυν η δικαίωση.





­ Υπήρξατε αιθεροβάμων;


«Πίστεψα πως η υψηλή κουζίνα στην επαρχία είναι βιώσιμη. Εφτιαξα τρία μαγαζιά, πάλεψα 18 χρόνια για να υλοποιήσω την ιδέα μου και δεν τα κατάφερα» μου αποκρίνεται.


Ο Πιερ Γκανιέρ θα γίνει 50 ετών στο γύρισμα της χιλιετίας. Και τα εδέσματά του θωρούν το μέλλον από ένα σχετικώς μακρύ παρελθόν. Υπήρξε τολμητίας, κοσμοπολίτης, απρόβλεπτα επινοητικός από νέος. Κάτι μάλλον ασυνήθιστο για τους Φραντσέζους που λιμνάζουν στα προγονικά μαγειρικά κλέη. Γεννήθηκε στο Απινάκ, ορεινό χωριό με 300 ψυχές κοντά στο Σεντ Ετιέν. Γιαγιά ταβερνιάρισσα που θα του μάθει τα πρώτα βήματα στη στράτα – στρατούλα της μαρμίτας. Ο μπαμπάς του εστιάτορας στη φαμελίτικη φάρμα. «Πέντε ετών μου φορούσαν κιόλας τη στολή του μάγειρου. Κατσουφιασμένος αλλά υπάκουος στη δρομολογημένη ρότα» σημειώνει. Σεμινάρια από τα 14 του και πρακτική εξάσκηση πλάι σε συνετούς δασκάλους. Ταξιδεύει στο Σαν Φρανσίσκο, μα άρον άρον επιστρέφει στα πάτρια για να βοηθήσει τον ανήμπορο πια πατέρα. Και ένα χρόνο αργότερα θα στολίσει με το πρώτο μακαρόν του Μισλέν το «Clos Fleuri», όπως απεκαλείτο το οικογενειακό μαγαζί.


Πορεία ανιούσα. Η διεθνής ρεστοκριτική τιμά την πρωτοτυπία και τον μοντερνισμό του. Ιαπωνία, Νέα Υόρκη, το δείπνο των κροίσων στο Σικάγο, Βρυξέλλες, Σιγκαπούρη τον βραβεύουν. Το ’93 εκλέγεται από τους ομοτέχνους του ως ο καλύτερος γάλλος σεφ, κερδίζει τρία άστρα, σκουπίζει τις υψηλότερες βαθμολογίες. Φευ, η δόξα δεν συνέπλευσε με την οικονομική καταξίωση. Δύο παράσημα Ιππότη του Εθνους, μέλος του ΔΣ στο Συνδικάτο Υψηλής Κουζίνας, μέλος της εταιρείας «Ποιότητα και παράδοση». Κατά τη γνώμη μου, το πλέον αξιοσημείωτο στο βιογραφικό του έγκειται στο γεγονός ότι οι 20 συνεργάτες του από το Σεντ Ετιέν μετακόμισαν μαζί του, ακολουθώντας τον στην περιπέτεια του καινούργιου παρισινού εστιατορίου. Το να ταυτίζει ο εργαζόμενος την επαγγελματική του μοίρα με εκείνην του αφεντικού είναι εύγλωττο σημάδι.


Θαυμάζουμε τους μεγάλους μάστορες για διάφορους λόγους. Λίγοι όμως μας διακινούν αισθηματικά, προκαλούν αφοσίωση. Ο Γκανιέρ έχει το χάρισμα. Σας συγκινεί. Αυθεντικός, συνεπής στους εσωτερικούς του νόμους, δεν αυτομαγαρίζεται, κράτησε μιαν αλώβητη παιδικότητα.


Συχνά με ρωτούν αν η φαντασία συνιστά τη θεμελιώδη αρετή του μαγείρου. Περίτρομη αποκρίνομαι αρνητικά. Μόνο εφόσον κάποιος κατέχει ενδελεχώς το βασικό αλφαβητάρι έχει μια στέρεη εμπειρία, δικαιούται να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του. Τα άψητα και αμαθή μειράκια των αθηναϊκών ρεστοράν έχουν μακρύ δρόμο να διανύσουν, ώσπου να φθάσουν στις καλλιτεχνίες. Ο Γκανιέρ μάλιστα μπορεί να εκφράσει τη δημιουργικότητά του και ο πελάτης του όχι απλώς δεν ρισκάρει, αλλά θα εκπλαγεί ευχάριστα. Μετασχηματίζει με αυτοπεποίθηση τα αρτίστικα σκιρτήματά του και σας παρασύρει σε μιαν ερεθιστική γευστική διερεύνηση.


­ Οι πιο συντηρητικοί καλοφαγάδες σας προσάπτουν τις συχνές, απροσδόκητες αλλαγές στο μενού.


«Ναι, φτιάχνω νέα πιάτα, διότι πρέπει να διασκεδάζω δουλεύοντας, να εκφράσω τις ιδέες μου, να εκδηλώσω την έμπνευσή μου».


­ Πώς θα περιγράφατε το στυλ της μαγειρικής σας;


«Η δική μου έννοια της κουζίνας είναι χαρούμενη, κάπως θεατρική, θέλει να μιμηθεί κάτι όχι σαν προσποίηση παρά μάλλον σαν δευτερογενές σχόλιο… Ναι, μια ανάλαφρη, ποιητική θέαση των πραγμάτων. Αποτέλεσμα: εδέσματα που διαφέρουν από την τυπική γαλλική μαγειρική. Πατάω γερά στην κλασική τεχνογνωσία και εκπαιδεύτηκα στη Λυών, αλλά φτιάχνω την κουζίνα του κόσμου, ανοικτή στα ξένα ρεύματα, μεθόδους, υλικά, δίχως σύνορα και δεσμά. Αυτό που τέλος πάντων χαρακτηρίζει την περίπτωσή μου έγκειται στο ότι υπήρξα ο πρώτος γάλλος σεφ που απέσπασε τρία μακαρόν κάνοντας μη αμιγώς γαλλική μαγειρική. Αφετέρου, αν θέλετε να αυτοπροσδιορίσω τη δουλειά μου, θα σας πω ότι απέφυγα να την εντάξω σε ένα σύστημα. Δεν έχω τικ, εμμονές, δοκιμάζω τα πάντα δίχως προκαταλήψεις».


­ Το κοινό γνωρίζει την εκλεκτική σας συγγένεια με τη γιαπωνέζικη κουλτούρα. Ταξιδεύετε συχνά;


«Οχι, δεν πολυκουνιέμαι. Το βρίσκετε απαραίτητο; Διαβάζοντας, βλέποντας τηλεόραση, έχετε σήμερα τη δυνατότητα να μάθετε τι συμβαίνει παντού στην υφήλιο. Ούτε καν είμαι μεγάλος φαγάς. Η σχέση μου τώρα με την Ιαπωνία προέκυψε από μια ενστικτώδη, δυνατή περιέργεια για τις αισθητικές φόρμες και νόρμες».


Τα φαγητά του Γκανιέρ προβοκάρουν, σοκάρουν, ξυπνούν τον ουρανίσκο και υποχρεώνουν τα γλωσσικά σας επιθήλια να νιώσουν και να συλλογισθούν. Γευστική φιλοσοφία ρωσικής κούκλας, τηλεσκοπική, που σας κρατά σε εγρήγορση. Προφανώς η δημιουργία αφικνείται από το προϊόν, αλλά στρίβει σε αναπάντεχα μονοπάτια.


«Σέβομαι τα υλικά, μα προχωρώ παραπέρα. Με τους τρόπους ψησίματος, με το άρτυμα θέλω να τα οδηγήσω αλλού, να τα μεταπλάσω, να ασκήσω τις διανοητικές μου δυνατότητες παρεμβαίνοντας σε μια μεταμόρφωση σχεδόν αλχημιστική. Από τη μαγειρική πράξη αναβλύζουν συγκινήσεις, η αίσθηση του μαγικού».


Η γαλλική εστίαση σήμερα


­ Τι φρονείτε για το επίπεδο της εστίασης στη χώρα σας;


«Καταγράφεται μια ανανέωση στο Παρίσι και πάντα τρώτε καλά στην Αλσατία και στις νοτιοδυτικές επαρχίες».


­ Θα παρατηρήσω πάντως ότι στα μεσαίας κλάσης ρεστοράν έχω κακοφάει τα τελευταία χρόνια και επιπλέον εντυπωσιάζομαι από το γεγονός ότι γύρω μου οι άνθρωποι έμεναν απαθείς μπροστά σε μια τόσο μέτρια τροφή.


«Στην Αθήνα πώς τρώτε;».


­ Ασχημα, αλλά μιλάμε για το Παρίσι, επιμένω.


«Δεν έχετε άδικο. Αλλοτε στα μπιστρό μας προσέφεραν τίμιο φαγητό, φροντισμένο. Σήμερα πολλά ταβερνάκια αγοράστηκαν από γιγαντιαίες αλυσίδες. Τα πιάτα έχουν τυποποιηθεί. Χάθηκε η προσωπική σχέση του μαγείρου με το προϊόν, αυτή η περιπέτεια. Συμφωνώ επίσης ότι το κοινό χάνει το γούστο του. Οσο για την Κουζίνα, με κεφαλαίο Κ, περνά επίσης από μια καμπή αλλαγών. Δεν σας αποφέρει κέρδη αλλά τιμές. Για να διατηρήσουμε την ποιότητα διώχνουμε κόσμο καθημερινώς».


­ Η πελατεία σας είναι γαλλική ή διεθνής και πόσα κουβέρ κάνετε ημερησίως;


«Σερβίρουμε συνολικώς 100 άτομα. Μοιρασμένα πρωί και βράδυ. Τη σύνθεση της πελατείας την καθορίζουμε εμείς».


Το στήσιμο της σάλας: μια παράσταση


­ Δηλαδή πώς το καθορίζετε;


«Από τις τηλεφωνικές κρατήσεις και κοιτάζοντας τη λίστα μας δεχόμαστε ή όχι πελάτες. Θα σας άρεσε μια αίθουσα γεμάτη αμερικανούς ή γιαπωνέζους τουρίστες; Κρατάμε ισορροπίες. Διότι η σύνθεση της σάλας παράγει την ατμόσφαιρα, την κομψότητα, έναν ευφρόσυνο αέρα. Το πώς οι άλλοι δίπλα σου τρώγουν, συνομιλούν, τι φοράνε… μια αλυσίδα από λεπτομέρειες που σε φτιάχνουν ή δεν».


Με έφτιαξε το tableau vivant. Στο βάθος η γνωστή θεατρική συγγραφέας Φρανσουάζ Μαγκιέ-Ζορίς συντροφιά με πεπερασμένους πια ηθοποιούς. Τρυφερά επαγγελματικά τετ α τετ. Τριαντακάτηδες λύκοι στελέχη επιχειρήσεων παρέα με κυρίες της καριέρας ντυμένες με τη δεδομένη στολή. Ταγέρ Αρμάνι μαύρο ή γκρι, ω! οι αιμοδιψείς θυγατέρες της Ηρας και του Αρη. Εξηντάρες καλλονές με σινιόν τύπου Μισέλ Μοργκάν. Δεξιά μου μαροκινός γιος συν μαμά. Απέναντι μια κυρία με φουστάνι βελουδένιο μαύρο του ’30. Ντεκολτέ κατακρημνιστικό, σάρκα σαν κρέμα και αφράτη σαν μπριος, κόμμωση παζ, πορφυρό κερασί Βοδενών στόμα. Φαντασθείτε μια διάσημη πιανίστα. Και φάτσα ένας άντρας με σέξι μύτη, χέρια, τιθασευμένες μπούκλες, μεγαλόσωμος και γενικώς ό,τι χρειάζεται. Δηλαδή, πράγματι, ένα ενδιαφέρον χαρμάνι από ηλικίες, ράτσες, τύπους. Πολλά σκυλάκια, διότι, όπως θα έχετε πληροφορηθεί, τα μικρόσωπα pets θεωρούνται το nec plus ultra αξεσουάρ. Το εστιατόριο στεγάζεται στο ξενοδοχείο «Balzac» επί του ομώνυμου δρόμου. Ακριβώς: η ανθρώπινη κωμωδία, που κομμάτι της κι ελόγου μας και για την οποία τόσην αισθανόμαστε συμπάθεια και επιείκεια.


Προσθέστε τώρα το τελετουργικό χορικό των πομπωδών σερβιτόρων. Α, όλα κι όλα, το γαλλικό γκαρσόνι έχει μεγάλη πλάκα με όλη αυτή την επισημότητα.


Στους τοίχους έργα του Αλεσίνσκι, του Αυστριακού Voss, του Αμερικανού James Bodua, Appel, Chillida de Marie Serre. Η διεθνής πρωτοπορία, αφού ο chef αγαπά τη μοντέρνα τέχνη. Ο Κριστιάν Τορτύ, ο πιο φαμόζος ανθοπώλης της πόλης, κομίζει τα τεράστια μπουκέτα. Αρχιτέκτων, διακοσμήτρια, ένας σπεσιαλίστας γραφίστας-εκδότης που έφτιαξε το εδεσματολόγιο συνεργάστηκαν για τη σκηνογραφία.


Διαφωνώ μόνο με τη μοκέτα, λύση φθηνή και μπανάλ. Χρώματα γκρίζα και ραφ. Μπουαζερί από στιλπνό ξύλο στους τοίχους, οπτικά παιχνίδια με τους φωτισμούς, πολυθρόνες με μπράτσα από ξύλο βαμμένο γκρι της αμηχανίας. Γκρι και το τραπεζομάντιλο μπαμπακερό με λευκό πικέ ναπερόν. Πετσέτες από λεπτό λινό με αζούρ.


Η κάβα ορατή με γυάλινους τοίχους. Ετσι, για να σας κολάζει. Υπάρχει μια δεύτερη τραπεζαρίτσα με θέα στην κουζίνα. Για περίεργους γκουρμέ. Εδώ κρέμεται ένα φωτιστικό καμωμένο από χαρτάκια με μηνύματα σε διάφορες γλώσσες. Το ελληνικό χαμπέρι: «Ερως ανίκατε μάχαν». Ηξεραν ότι θα τους επισκεφθώ;


Συνοψίζοντας, ο διάκοσμος διακριτικός, σεμνός. Δεν παγιδεύει το βλέμμα. Το λούσο αρχίζει επάνω στο τραπέζι. Ενα μικρό π αποτελεί το σήμα του μαγαζιού.


­ Πρόκειται για το γράμμα της δικής μας αλφαβήτου;


«Οχι. Είναι απλώς ένα τραπέζι» λέει ο κύριος Γκανιέρ.


Το γεύμα


Γνωρίζετε τα curcubis; Η ίδια τα αγνοούσα: πράσινα, ένα πράσινο χλωρό, λαχανοφρούτα, κακτοειδή, με αγκάθια όπως τα φραγκόσυκα, της φαμίλιας των αγγουριών. Αγρια αγγουράκια που δεν τρώγονται, αλλά στολίζουν το κάθε τραπέζι.


Το μενού καθεαυτό καλαίσθητο. Δύο μελιτζάνες, βαθύχρωμο λουστρίνι, καλυμμένες με το βέλο μιας θαμπής μεμβράνης φιγουράρουν στο εξώφυλλο. Ξεχωριστό φύλλο για τα εδέσματα με τρούφες σε ματ χρυσοτυπία. Μπήκα και βγήκα από τον πειρασμό, μα θέλω τώρα δα να σας σκανδαλίσω. Ναπολιτάνικα κάστανα ποσέ, ζωμό κότας με κυδώνια. Θαλασσινά κυδώνια. Ή βελουτέ από κολοκύθα με λίγη βανίλια, αβγό τηγανητό και μια ιδέα πικρής σοκολάτας. Ε, τι λέτε;


Η δοξαστική παρέλαση


Και άρχεται η δοξαστική παρέλαση. Τα μικρούλια ορεκτικά, άλλως amuses-bouche: τέσσερα μεζεδάκια, από τα οποία καλύτερα μια βαρκούλα γλυκού ψωμιού με καρυκεύματα και μια σφολιάτα με ζωντανό σπανάκι, τυρί και αγγούρι. Τέσσερις και οι άρτοι. Με άλευρο καστανιάς, χωριάτικο, μια μάλλον ξερή φοκάτσια και ένα έξοχο ηδύ, αφρόπλαστο ιταλικό ψωμάκι. Το βούτυρο τετράγωνο μπλοκ, φορμάτο με εγχάραχτο το οικόσημο π, προσφέρεται σε γυάλινη βάση. Επεται μια ευπρόσδεκτη καινοτομία. Ο chef σάς παρουσιάζει τέσσερα πάντα από τα φαγιά του καταλόγου σε λιλιπούτειες μερίδες. Φιλόφρων δειγματοληψία. Μου άρεσε πολύ ένα ταρτάρ από καλαμάρι θρονιασμένο σε αφρό από μύδια, με παρούσα και επιμόνως παρατεινόμενη γευστική ένταση μαζί με κατευναστικά πράσα, λεπτοκομμένες κορδελίτσες. Και οι λιζέτες, ήγουν μωρά σκουμπριά με φασόλια του Tarbais ή κρουστά κουκιά. Ο Γκανιέρ καυχάται πως λιμάρει τη λαιμαργία μας. Οντως. Και εφόρμησα στο τελευταίο amuse-gueule της ντροπής που είχα παραλείψει, τάχα από αυτοσυγκράτηση. Ητο μια αιθέρια εύθρυπτη σφολιατίτσα με κρέμα αντζούγιας που εξαερωνόταν μέσα στο στόμα.


Εν τω μεταξύ είχα δώσει την παραγγελία μου. Πρώτον, ένας καρέ πλακούντας από καβούρι, σε ζελέ από ζωμό πετρόψαρων με φύκια. Ιωδιούχος γλύκα, μια θαλασσινή φρεσκάδα που υπογραμμίζεται ακριβώς από τη δροσερή υφή του τζέλο. Παρέα με τον κάβουρα λωρίδες σουπιάς ελαστικής και νόστιμης, τόνος, κουκιά ξανά, αποφλοιωμένα τοματίνια, μανιτάρια. Παρ’ ότι ιδεολογικώς αντιτάσσομαι στην πληθώρα των υλικών, εδώ κάνω εξαίρεση. Με εδαφιαία υπόκλιση. Τα προϊόντα της θάλασσας, της γης, του βουνού συναρμόζονται με ελαφρότητα σε μιαν επιτυχή γευστική χορογραφία.


Ως κύριο πιάτο διάλεξα ένα ψάρι του Ατλαντικού, ξαδερφάκι του βακαλάου. Μια χορταστική φέτα που ωμή είχε καπνιστεί για ένα σκάρτο δεκάλεπτο με την ψυχρή μέθοδο. Τούτη η διαδικασία άφησε τη χρυσαφένια της ανάμνηση στην επιφάνεια του ψαριού και ένα μόλις καπνιστό φιλάκι. Ο ιχθύς είχε ποσαριστεί μέσα στον χυμό γκρίζων καραβίδων με πιπέρι. Μια θαυμάσια συμπύκνωση, βαθύχρωμη, με βάθος και όγκο αυτό το fumee. Τριγύρω παχυλές φετίτσες σουπιάς, τρυφερές, μελωμένες, μαστιχωτές. Συν σαλιγκάρια και φυλλαράκια από λάχανα Βρυξελλών tandoori. Εβίβα μάστορα, γεια στα χέρια σου.


Διότι έπινα. Γύρεψα κρασί ποτήρι. Ο οινοχόος μού πρότεινε μια Βουργουνδία. Givry, 1er cru του 1996 από τον οίκο Gerard Mouton. Μην μακρηγορώ: όλες οι αισθησιακές μυρουδιές της μυθικής αμπελοχώρας.


Γλυκό να μην πάρω. Καφέ ναι. Γουατεμάλας με την ευωδιά του Παραδείσου. Θα σας φέρω ξανθή ζάχαρη, χαραγμένη με το εραλδικό π του εστιατορίου και χαλίκια μελάσσας. Και τις μινιαρντίζ, καθιερωμένο γλυκό δώρο. Φλιδίτσες μήλου καραμελιζέ κομμένες σαν σπαγκέτι, ταρτελέτες μπανάνας, μια άλλη πατέντα από πάστα ξερών σύκων με λευκή σοκολάτα. Κορυφαίο πάντως γλύκισμα μια γκανάς κουβερτούρας με grand marnier στο οποίο είχαν αραιώσει ζύμη πικραμύγδαλου.


Σώνει. Πλήρωσα για δυόμισι, πες τρία, ποτήρια κρασί συν τα ανωτέρω περίπου 50.000 δρχ.


Στην έξοδο, απέναντι από το bar, θα δείτε μια βιτρίνα. Πωλούνται καρτ ποστάλ του μεγάλου με μπλε – άσπρες φωτογραφίες ωραιότατες. Σετ από μαχαίρια που έχει σχεδιάσει ο chef. Και σοκολάτες. Σπεσιαλιτέ και best seller του μαγαζιού.


­ Πώς είναι οι σοκολάτες σας;


«Ελπίζω ωραίες, ο κόσμος τις ζητά συνεχώς και κάθε μέρα φτιάχνουμε φρέσκες» μου λέει ο κύριος Γκαρνιέρ.


­ Τι κουβερτούρα χρησιμοποιείτε;


«Valrhona, είναι χειροποίητες και η γέμιση της καθεμιάς δική μου έμπνευση. Για να χωνέψεις, θα σου σύστηνα να περπατήσεις λίγο. Εκεί που αρχίζει η οδός Μπαλζάκ, πέρασε απέναντι. Υπάρχει το άγαλμα του συγγραφέα και πίσω μια σιδερένια πόρτα. Εχει θέα σε ένα ρομαντικό κηπάκο της επαύλεως του Σάλομον Ρότσιλδ».


Δεν μου ‘πε άλλα, διότι η σύζυγος αγριοκοίταζε προς τη νεότευκτη συμπάθειά μας. Λοιπόν χιονίζει. Και εφέτος γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από τη γέννηση του αρχαγγελικού Μπαλζάκ.


«Πιερ Γκανιέρ» Μπαλζάκ 6, στο 8ο διαμέρισμα, τηλ. 00331-44351825.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version