«Είναι ευχερές να αρχίσετε την συζήτησιν αναφερόμενοι εις την καιρικήν κατάστασιν, τούτο όμως δεικνύει ξηρότητα πνεύματος», συμβουλεύει η βαρόνη Φον Σταφ. Και ορθώς.
Ωστόσο οι περιπτώσεις της αμήχανης τιποτολογίας καλύπτουν μικρό μόνο τμήμα του εύρους των αναφορών στις καιρικές συνθήκες. Γιατί οι καιρικές συνθήκες διατηρούν μια δυναμική συμβολικών συνειρμών και συναρτώνται με γνήσιες υπαρξιακές απορίες.
Ετσι η κυριαρχική επικράτηση του θέματος των προσφάτων βροχοπτώσεων στις συζητήσεις αυτών των ημερών δεν οφείλεται μόνο στον ολοφυρικό μηρυκασμό των αλγολαγνικών δελτίων ειδήσεων ή στις όντως καταστρεπτικές επιπτώσεις τους.
Η βροχή είναι το μήνυμα του ουρανού που στη συμβολική του εμβέλεια ουδέποτε κατακτήθηκε και παραμένει απρόσιτος και κυρίαρχος. Η βροχή διατηρεί την υποβλητική πυκνότητά της και μας λούζει με τους ήχους της ακόμη και όταν προστατευμένοι αποφεύγουμε τους υδάτινους ιμάντες της. Η βροχή ανακινεί πάντα τον μύθο του κατακλυσμού και του Νώε. Δημιουργεί στους ανθρώπους τη δυναμική της αλληλεγγύης μπροστά στην απειλή. Και όταν σταματήσει αναδύεται μια εορταστική λάμψη: ποτέ η βροχή δεν μένει αήττητη στη συνάντησή της με μια αποτελεσματική κιβωτό.
Δεν είναι όμως μόνον οι άγριες παρεκβάσεις που προκαλούν ερωτήματα και αγωνίες. Ο ώς την προηγούμενη εβδομάδα ηπιότατος χειμώνας, οι λαμπρές λιακάδες, οι μουσμουλιές και τα άλλα δένδρα που, πέρα από την παραδοσιακή προπέτεια της αμυγδαλιάς, ετοιμάζονταν να δέσουν καρπό μέσα στον Γενάρη, η μυρωδιά της πασχαλιάς που είχε ανθίσει στο πάρκο, αντί να προκαλούν ευφορία, έμοιαζαν λίγο στοιχειωμένα. Οι άνθρωποι είχαν την αίσθηση ότι διαταράσσεται η περιοδικότητα των εποχών και ο εφησυχασμός που αυτή εκπέμπει.
Ο κύκλος είναι το τέλειο σχήμα. Στη μυθολογία ο χρόνος είναι ένα κουλουριασμένο φίδι που δαγκώνει την ουρά του. Ο ωκεανός που περιβάλλει τη γη έχει και αυτός κυκλικό σχήμα. Οι γενιές των ανθρώπων που διαδέχονται η μία την άλλη είναι στην αρχαϊκή αντίληψη σαν τα φύλλα των δένδρων: πέφτουν και ξαναφυτρώνουν. Ο κύκλος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Είναι το σχήμα της αιωνιότητας.
Αντίθετα, ο τραγικός χρόνος είναι ευθύγραμμος και ανεπίστρεπτος. Είναι ο χρόνος της μοναξιάς, της φθοράς και του θανάτου.
Μπορεί όμως να ισορροπεί και να ξεκουράζεται πού και πού ακουμπώντας πάνω σε μια κυκλική οργάνωση του κόσμου. Γι’ αυτό οι άνθρωποι ορίζουν γιορτές που επαναλαμβάνονται. Και γι’ αυτό αισθάνονται ασφάλεια βιώνοντας την περιοδικότητα των εποχών. Σαν τα παιδιά, που παίζουν τσέρκι ή πηδάνε σχοινάκι ή ανεβαίνουν στις κούνιες που γυρίζουν. Εντασσόμενοι σε ένα κυκλικό και επαναλαμβανόμενο σχήμα αισθάνονται να ισορροπούν. Αντίθετα, την αναίρεση της περιοδικότητας τη βιώνουν ως ανησυχητικό εκτροχιασμό από τον κυκλικό ρυθμό που έχουν ανάγκη.
Ωστόσο οι άνθρωποι αισθάνονται πάντοτε και την ανάγκη να ιχνηλατούν το μέλλον. Και αν τα δελτία καιρού, πέρα από τη χρησιμοθηρική τους διάσταση, εκπέμπουν και μια παράδοξη σαγήνη είναι γιατί αποτελούν τους εγκυρότερους επιγόνους του αρχαίου μαντικού λόγου και πάντως εγκυρότερους από τις καθημερινές αστρολογικές προβλέψεις που, μακριά από κάθε όνειρο, αντικατοπτρίζουν την πεζότητα ενός ανούσιου μικροαστισμού.
Το δελτίο καιρού προβλέπει το μέλλον ερμηνεύοντας ενδείξεις· μιλώντας λιγόλογα και υπαινικτικά μια γλώσσα με τη δική της παρασημαντική: υψηλό βαρομετρικό, πιέσεις, ψυχρό μέτωπο έχουν το βλέμμα στραμμένο στον ορίζοντα με το ήθος της νηφάλιας θεώρησης. Και είναι σαν τα όστρακα. Οποιος στήσει με προσοχή το αφτί του ακούει ανέμους, κυματισμούς και υπέροχες σιωπές. Και μεταβάλλεται από ένοικος του κλιματιζόμενου τσιμεντένιου δωματίου του σε μύστη ενός χώρου αρχέγονου όπου κράτος και εξουσία έχουν μεγέθη στοιχειακά και μεγάλα. Το δελτίο καιρού κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται λίγο σαν μικρός θεός. Γιατί, γι’ αυτό ακριβώς οι θεοί μπορούσαν να πετάνε: για να έχουν μια αφ’ υψηλού και σφαιρική οπτική του κόσμου.
Η σχέση της μαντικής και του καιρού είναι πανάρχαιη και δεν είναι τυχαία. Υπάρχει μεταξύ τους δομική εκλεκτική συγγένεια. Γιατί η μαντική, η αστρονομία και η ναυσιπλοΐα είναι χώροι συμπληρωματικοί που αναπτύχθηκαν και αλληλεπηρεάστηκαν υπό το ίδιο αγωνιστικό αίτημα: να γίνει ο χαοτικός κόσμος πλωτός. Ο τιμονιέρης του καραβιού προσπαθώντας να χαράξει δρόμο μέσα στον αχανή πόντο αναζητεί στον ουρανό το φωτεινό σημάδι, το τέκμαρ. Δεν έχει σημασία αν στην αρχή πιστεύει ότι το σημάδι αποκαλύπτεται με διαδικασίες μαγικές. Το σημαντικό είναι ότι το τέκμαρ χρησιμεύει ως γόνιμο δεδομένο για να αποδελτιωθεί το άγνωστο. Από το φωτεινό σημείο τεκμαίρονται τρόποι προσέγγισης του σκοτεινού και αγνώστου. Για να διαμορφωθεί ένα ολόκληρος τρόπος σκέψης, χαρακτηριστικά ελληνικός, που βασίζεται σε μια ενεργητική και αγωνιστική αισιοδοξία. Που θεωρεί ότι τίποτε δεν είναι ερμητικό και απρόσιτο στις πρωτοβουλίες μιας δημιουργικής σκέψης.
Ετσι το δελτίο καιρού προσελκύει ακροατές που δεν το παρακολουθούν για να μάθουν τον καιρό· αλλά γιατί σιγανά και απόμακρα συλλαμβάνουν αρχαίους ήχους που λένε ότι ο κόσμος είναι προβλέψιμος και χειραγωγήσιμος. Αρκεί να ξέρεις να εντοπίζεις και να διαβάζεις τα νεύματα.
