Πας μη Ελλην… ευγενής

Πας μη Ελλην... ευγενής Μαγκιά και θράσος φέρνει μαζί του όπου κι αν ταξιδέψει ο Ελληνας ΚΟΣΜΑΣ ΒΙΔΟΣ Η συνάντηση με ένα γκρουπ συμπατριωτών μας στο εξωτερικό μπορεί να είναι επώδυνη εμπειρία «Γιώργουουου! Θα βρούμι καρύδις και στου Μπαλί;». Η στεντόρεια ελληνική φωνή έσκισε τη σιωπή μέσα στο τροπικό δάσος. Στη βιοτεχνία επεξεργασίας καρύδας, αρκετά χιλιόμετρα έξω από

Πας μη Ελλην… ευγενής

Η συνάντηση με ένα γκρουπ συμπατριωτών μας στο εξωτερικό μπορεί να είναι επώδυνη εμπειρία







«Γιώργουουου! Θα βρούμι καρύδις και στου Μπαλί;». Η στεντόρεια ελληνική φωνή έσκισε τη σιωπή μέσα στο τροπικό δάσος. Στη βιοτεχνία επεξεργασίας καρύδας, αρκετά χιλιόμετρα έξω από την Μπανγκόκ, οι σιωπηλοί ιάπωνες τουρίστες αναπήδησαν τρομαγμένοι, κοιτάζοντας σχεδόν απορημένοι το περίεργο πλάσμα που έμοιαζε να έχει καταπιεί ντουντούκα. Το πλάσμα τούς αγνόησε υπερήφανα. «Γιώργουουου!», συνέχισε. Ο… Γιώργους αγνόησε με τη σειρά του το πλάσμα, προσπαθώντας να διαπραγματευθεί την αγορά μιας ξύλινης βεντάλιας, για τη μαμά του ή για τη θεία του την Ελενίτσα. «Very expensive!» βροντοφώναξε σε άψογα εγγλεζοηπειρώτικα, κοιτάζοντας υπεροπτικά τον χαμογελαστό πωλητή. Γιατί ήταν λεβέντης Ελληνας! Και με την παρουσία του η Ελλάδα επιβλήθηκε για άλλη μία φορά στην αλλοδαπή. Οχι με τον πολυδιαφημισμένο πολιτισμό και την κουλτούρα της, αλλά με το θράσος και τις γαϊδουροφωνάρες της. Γαϊδουροφωνάρες που γίνονται ακόμη πιο εκκωφαντικές και ενοχλητικές όταν ξεδιπλώνονται σε ένα περιβάλλον ηρεμίας, σε έναν χώρο, σε μια χώρα, όπου όλοι μιλούν σιγά και ευγενικά. Σε έναν άλλο (πραγματικό;) πολιτισμό.


Ο… Γιώργους πήρε τη συμβία του, έβαλε στη βαλίτσα τις βερμούδες, τα πολύχρωμα πουκάμισα και τις σαγιονάρες του, και πήγε διακοπές στην Ταϊλάνδη. Οι έλληνες τουρίστες, σύμφωνα με τα στοιχεία των γραφείων τουρισμού, προτιμούν ιδιαίτερα, τα τελευταία χρόνια, τη μακρινή ασιατική χώρα. Γιατί διαθέτει πλήθος εξωτικών αξιοθεάτων, αλλά και γιατί είναι φτηνή, ιδιαίτερα συμφέρουσα για την τσέπη τους. Φθάνουν στην Μπανγκόκ κατά εκατοντάδες. Και φέρνουν μαζί τους, όχι μόνο τις δραχμές τους, που εκεί αποκτούν μεγάλη αξία και τους επιτρέπουν να ζουν βασιλικά, αλλά και το θράσος τους και την περιβόητη ελληνική μαγκιά και τις συνήθειες ενός λαού, ο οποίος, όπου και αν ταξιδέψει, συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο: σαν να βρίσκεται, Κυριακή μεσημέρι, στο αυθαίρετο εξοχικό του, στη Λούτσα, υπερήφανος για την ύπαρξή του, ζαλισμένος από το κρασί, μπροστά στα παϊδάκια και στο μισοτελειωμένο τζατζίκι, με τον Αρη Σφακιανάκη να ακούγεται στη διαπασών από το ραδιόφωνο.


Η εξαγωγή της υστερίας


Συνάντησα πολλά γκρουπ, διαφόρων εθνικοτήτων σε ένα ταξίδι που έκανα και εγώ στην Ταϊλάνδη. Είδα λογιών λογιών Ευρωπαίους, Αμερικανούς και Ασιάτες, κυρίως Ιάπωνες. Ντρεπόμουν κάθε φορά που συναντούσα Ελληνες. Γιατί ήταν οι χειρότεροι τουρίστες από όλους. Ξεχώριζαν στις υπαίθριες αγορές από τις αγριοφωνάρες τους και από το θράσος με το οποίο έκαναν τα παζάρια τους: ο ευγενικός πωλητής ήταν ο χαζός τριτοκοσμικός, τον οποίο μπορούσαν, μάγκες και έξυπνοι να ξεγελάσουν, να κατακλέψουν… Ξεχώριζαν στον δρόμο, σε μια χώρα όπου όλα κυλούν σε έναν ρυθμό εντελώς διαφορετικό από τον δικό μας, σε έναν ρυθμό πιο αργό, πιο ανθρώπινο, χωρίς άγχος, χωρίς φωνές και κορναρίσματα: συμπεριφέρονταν σχεδόν υστερικά, φωνάζοντας ο ένας στον άλλο, γελώντας σπασμωδικά, κάνοντας ανόητα αστεία.


Ξεχώριζαν στα εστιατόρια με την τοπική κουζίνα, όταν επέμεναν να ζητούν ψωμί από έναν λαό που συνήθως δεν το περιλαμβάνει στα είδη διατροφής του. «Ρε συ, την άλλη φορά να το ξέρουμε, να φέρουμε κανένα καρβέλι από το σπίτι» φώναζε ο ευτραφής κύριος σε έναν φίλο δύο-τρία τραπέζια πιο κάτω, αδιαφορώντας για τους άλλους πελάτες που πλήρωναν για να φάνε με την ησυχία τους. Το ίδιο φωναχτά αντέδρασε και ο φίλος ­ «Ασε, ρε Νίκο, αυτοί εδώ δεν ξέρουν να φάνε. Μας έχουν πήξει στο ρύζι!» ­ με τη συμβία του να γελά σαν τρελή, υπερήφανη για τον πανέξυπνο σύζυγο που καπάρωσε. Την ίδια στιγμή, αφόρητα, όπως φαίνεται, διψασμένος, ένας άλλος λεβέντης Ελληνας, σηκώθηκε και πήρε μόνος του από την κουζίνα μια κανάτα νερό, αγνοώντας τους σερβιτόρους που γύριζαν και ευγενικά γέμιζαν τα ποτήρια: «Σιγά να μην περιμένω αυτούς τους κοιμήσηδες. Πιείτε να ευχαριστηθείτε», είπε στην παρέα του, κοιτάζοντας με νόημα τους άλλους Ελληνες, στα γύρω τραπέζια, οι οποίοι όλο μπρίο επιβράβευαν φωναχτά την έξυπνη πρωτοβουλία.


«Εχω φέρει κοτοπουλάκι, ψωμάκι και κεφτεδάκια».


«Να πεις και στα παιδιά να φέρουν τα δικά τους στο δωμάτιο, να φάμε παρέα, να μην ξοδεύουμε στα εστιατόρια».


Οι εξυπνάδες της Καραϊβικής


Αυτήκοος μάρτυς του διαλόγου που εκτυλίχθηκε στο ασανσέρ πολυτελούς ξενοδοχείου του Λονδίνου ήταν μια φίλη, η οποία δεν διηγήθηκε το περιστατικό γελώντας, αλλά με ντροπή για τους συμπατριώτες της που μπορούσαν να διαθέτουν περίπου 70.000 τα βράδυ για ένα δίκλινο δωμάτιο, δεν μπορούσαν όμως να αφήσουν τις… συνήθειές τους στην πατρίδα τους, να δώσουν δύο-τρία έστω χιλιάρικα για να φάνε σε φαστ φουντ. Η ίδια φίλη μού διηγήθηκε την εμπειρία της από μια κρουαζιέρα στην Καραϊβική, όπου ένας από τους έλληνες παραθεριστές έκρυβε κάθε βράδυ κάτω από το τραπέζι του, στο μπαρ του πλοίου, το ουίσκι του, και γέμιζε κρυφά το ποτήρι του, μήπως και πληρώσει δεύτερο ποτό. (Ας σημειωθεί πως ο εν λόγω κύριος είχε διαθέσει περισσότερες από 700.000 δραχμές για το ταξίδι του). «Δεν με ενόχλησε μόνο η γύφτικη αυτή χειρονομία, αλλά και το ότι αποκάλυπτε σε όλους τους Ελληνες με μεγάλη υπερηφάνεια το… κόλπο του» έλεγε έξαλλη η φίλη μου. «Και το ότι οι άλλοι επικροτούσαν τη… μαγκιά του».


Μαγκιά και θράσος: Αυτό, από ό,τι συνειδητοποίησα και εγώ στο πρόσφατο ταξίδι μου στην Ταϊλάνδη, φέρνει μαζί του όπου και αν ταξιδέψει ο Ελληνας. Τον παρατηρούσα όπου τον συναντούσα, αμίλητος για να μην προδοθώ, διασκεδάζοντας αρχικά με την μπρουτάλ συμπεριφορά του. Στη συνέχεια θύμωσα. Θύμωσα πολύ, όταν είδα πως ανατρέφεται για να γίνει κουτσαβάκι και νταής, πως αγνοεί τους στοιχειώδεις κανόνες της ευγένειας, πως αναπτύσσεται (;) παγιδευμένος μέσα σε έπαρση η οποία δεν δικαιολογείται ούτε από τη συμπεριφορά του ούτε από τον σύγχρονο πολιτισμό του. «Εχω γυρίσει όλα τα μέρη του κόσμου» μου έλεγε τις προάλλες ένας πολυταξιδεμένος ναυτικός, «έχω συναναστραφεί με όλες τις φυλές… Πίστεψέ με, είμαστε οι χειρότεροι». Κάτω από άλλες συνθήκες, θα είχα αντιδράσει, θα είχα διαφωνήσει μαζί του. Εχοντας όμως πρόσφατο το ταξίδι μου στο εξωτερικό, δεν μπορούσα παρά να συμφωνήσω.


Ενώ βρισκόμουν στο αεροδρόμιο της Μπανγκόκ, περιμένοντας την αναχώρηση της Thai που θα με έφερνε στην Αθήνα, μας ειδοποίησαν πως το αεροπλάνο μας, λόγω βλάβης, θα έφευγε την άλλη ημέρα. Οι υπεύθυνοι της αεροπορικής εταιρείας, με άψογη οργάνωση, κατάφεραν μέσα σε μισή ώρα να βολέψουν σε ξενοδοχείο πρώτης κατηγορίας τους περίπου 400 επιβάτες, χωρίς να τους ταλαιπωρήσουν στο ελάχιστο. Το ελληνικό γκρουπ και πάλι έκανε αισθητή την παρουσία του, με φωνές και παράλογες διαμαρτυρίες, την ίδια στιγμή που οι Ταϊλανδοί τού προσέφεραν υψηλού επιπέδου φιλοξενία. Μετέτρεψαν το εστιατόριο, στο οποίο η εταιρεία τους πρόσφερε δωρεάν το δείπνο, σε κόλαση, αρνούμενοι συχνά να φάνε το προσφερόμενο μενού και ζητώντας ό,τι πιάτο τραβούσε η όρεξη του καθένα, θεωρώντας πως από τη στιγμή που το αεροπλάνο χάλασε, οι… υπεύθυνοι έπρεπε να ικανοποιήσουν κάθε καπρίτσιο του κακομαθημένου εγωισμού τους. (Οταν πριν από μερικά χρόνια είχε χαλάσει το φέρι-μπόουτ που μας έφερνε από την Τήνο στην Αθήνα, θυμάμαι, μας εγκατέλειψαν ένα ολόκληρο βράδυ στην Ανδρο, χωρίς κανένας από την πλοιοκτήτρια εταιρεία να ενδιαφερθεί για τη διαμονή και το φαγητό μας. Και αφού καταταλαιπωρηθήκαμε ­ και ξοδευτήκαμε επιπλέον για να φάμε και να κοιμηθούμε ­ δύο ημέρες μετά είδα στις ειδήσεις της τηλεόρασης τον τότε υπουργό Ναυτιλίας κ. Γεώργιο Κατσιφάρα να διαβεβαιώνει το πανελλήνιο πως καθόλου δεν ταλαιπωρήθηκαν οι επιβάτες από τη βλάβη του πλοίου).


Εμείς και οι βάρβαροι


«Σήμερα η Thai δεν… πετάει!» έλεγαν τώρα, χαζογελώντας με το έξυπνο αστείο τους οι έλληνες τουρίστες, χωρίς να εκτιμούν το άριστο σέρβις μιας από τις καλύτερες αεροπορικές εταιρείες του κόσμου και χωρίς να σκέφτονται πως, αν αυτό που συνέβη στην Μπανγκόκ συνέβαινε στο αεροδρόμιο της Αθήνας, ήταν πολύ πιθανό να περάσουν όλη τη νύχτα τους στα καθίσματα της αίθουσας αναμονής, και όχι στα δωμάτια ενός εξαιρετικού ξενοδοχείου.


Το αεροδρόμιο της Αθήνας: μια παράγκα, ένα γιουσουρούμ σε σύγκριση με αυτό της Μπανγκόκ. Περιμέναμε περίπου μιάμιση ώρα για να πάρουμε τις βαλίτσες μας, επειδή είχαν χαλάσει οι ιμάντες. Καθόμασταν (ή μάλλον… στεκόμασταν, γιατί καθίσματα δεν υπήρχαν) ο ένας πάνω στον άλλο, οι επιβάτες τριών πτήσεων που είχαν έρθει την ίδια ώρα. Σβήναμε τα τσιγάρα μας στο πάτωμα. Από τα μεγάφωνα έψαχναν τους γονείς δύο μικρών παιδιών που είχαν χαθεί μέσα στον κόσμο. Φωνές παντού. Τα καροτσάκια για να μεταφέρουμε τις αποσκευές μας δεν έφταναν για όλους. Η κατάσταση, με λίγα λόγια, ήταν απελπιστική. «Τώρα θα την πληρώσουν τη συμπεριφορά τους στην Ταϊλάνδη οι έλληνες τουρίστες» σκέφτηκα σαδιστικά. Και όμως εκείνοι ήταν μια χαρά. Είχαν επιστρέψει στο περιβάλλον που τους ανέθρεψε, σε αυτό που τους ταιριάζει και τους αξίζει. Μέσα στο χάος, στη φασαρία, στην αγένεια και στη βρωμιά. Τι είχαν καταλάβει από την επαφή τους με έναν άλλο πολιτισμό; Πως στην Ταϊλάνδη δεν τρώνε ιδιαίτερα το ψωμί. Πως σερβίρουν το νερό στα ποτήρια και δεν φέρνουν στο τραπέζι καράφες. Πως εκεί μπορείς να ψωνίσεις φτηνά… Και είχαν για άλλη μία φορά επιβεβαιώσει την… ανωτερότητά τους. Πας μη Ελλην βάρβαρος; Μάλλον, πας μη Ελλην… ευγενής.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version