Ηταν ένα όνειρο να τον συναντήσω και να μιλήσω μαζί του! Είναι ένας μύθος της όπερας μαζί με τον Παβαρότι και τον Ντομίνγκο. Ενας από τους Τρεις Τενόρους! Ο άνθρωπος που ξεκίνησε βλέποντας στο σινεμά τον «Μεγάλο Καρούζο» και ζωντανά τη Ρενάτα Τεμπάλντι στην «Αΐντα», στην Οπερα της Βαρκελώνης. Μετά συνάντησε τη Μονσεράτ Καμπαγέ, λάτρεψε τη φωνή του Καρούζο, την εκφραστικότητα του Ντι Στέφανο και τον διευθυντή ορχήστρας Χέρμπερτ φον Κάραγιαν. Η καριέρα του είναι μεγάλη αλλά, όπως όλοι οι τυχεροί του κόσμου τούτου, στη μεγάλη του ακμή ήρθε μια ατυχία και τον χτύπησε κατακέφαλα, για να τον μετρήσει, για να μετρήσει και ο ίδιος τη δύναμη που έκρυβε μέσα του… «Κύριε Καρέρας» του είπε ένα πρωινό ο γιατρός του «έχετε λευχαιμία!». Νόσος θανατηφόρος σπάνια διαφεύγεις τον θάνατο! Ο Χοσέ Καρέρας τα κατάφερε… Σώθηκε. Και όχι μόνο σώθηκε, επέστρεψε και στο τραγούδι. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μεγαλοσύνη του Πλάθιντο και του Λουτσιάνο τις δύσκολες εκείνες στιγμές. Ως τότε όλοι μάς έβλεπαν ως αντιπάλους αλλά αυτοί μου στάθηκαν πιο φίλοι και από τους φίλους. Κάθε φορά που έρχονταν να με δουν φεύγοντας μου έλεγαν: “Κουράγιο, πρωταθλητή. Κοίτα μη πάθεις τίποτε γιατί εμείς δεν θα έχουμε με ποιον να αναμετρηθούμε!”». Η συζήτησή μας κράτησε μία ώρα. Ηταν απολαυστικός! Για να είμαι ειλικρινής, δεν περίμενα αυτή την αίσθηση του βάθους και της ουσίας στα λόγια του. Ο Χοσέ Καρέρας δεν είναι για μένα πια μόνο ένας τενόρος. Είναι ένας υπέροχος συνομιλητής! Απολαύστε τον!
Χαίρομαι που σας συναντώ από κοντά.
«Ελπίζω να μη σας απογοητεύσω…». (γέλια)
Μην ανησυχείτε. Αλήθεια πώς αποφασίσατε στη ζωή σας να γίνετε τραγουδιστής του λυρικού τραγουδιού;
«Δεν αποφάσισα ακριβώς…».
Είχατε κάποια επαφή με αυτό το είδος του τραγουδιού από παιδί;
«Οχι, όχι. Απλώς το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι όταν ήμουν πολύ νέος ακόμα έξι ετών νομίζω με είχαν πάει οι δικοί μου στον κινηματογράφο της γειτονιάς μας, στη Βαρκελώνη, να δω μια ταινία που λεγόταν “Ο μεγάλος Καρούζο”. Νομίζω ότι τότε ήταν που για πρώτη φορά ανακάλυψα πως είχα μια έφεση στο τραγούδι. Ενιωσα μια συγγένεια, σαν να ανακάλυψα έναν αδελφό που υπήρχε και δεν το ήξερα. Θυμάμαι, είχα τρελαθεί ακούγοντας αυτή τη μουσική. Πάντως ποτέ δεν αποφάσισα συνειδητά να γίνω μουσικός ή να γίνω τραγουδιστής. Μάλλον το ένστικτό μου με οδηγούσε στον δρόμο της μουσικής και του τραγουδιού».
Το ένστικτό σας; Και τι είναι το ένστικτο;
«Το ένστικτο είναι μια φωνή που κρύβουμε μέσα μας και μας φωνάζει συχνά να πάμε προς τα εκεί ή προς τα ‘δώ. Οποιος εμπιστεύεται αυτή τη φωνή και την ακολουθεί σπάνια οδηγείται σε μέρη όπου δεν θα έπρεπε να βρεθεί. Το ένστικτό μας βρίσκεται πάντα σε απευθείας σύνδεση με τις επιθυμίες μας».
Είδατε τον «Μεγάλο Καρούζο». Τι έγινε μετά;
«Τίποτα ιδιαίτερο. (γέλια) Στην αρχή τραγουδούσα στο σπίτι, αλλά επέμενα πάρα πολύ και έτσι κάποια στιγμή περίπου έναν χρόνο αργότερα οι γονείς μου με έστειλαν στο Κονσερβατουάρ, όπου άρχισα να σπουδάζω μουσική, πάντα με τη φιλοδοξία να μπορέσω μια ημέρα να γίνω τραγουδιστής».
Θα μπορούσε για κάποιον λόγο τελικώς να μην έχετε γίνει τραγουδιστής;
«Και βέβαια. Υπάρχουν σπουδαία ταλέντα που τελικώς χάνονται στον δρόμο. Το περιβάλλον παίζει σημαντικό ρόλο στην πραγματοποίηση των ονείρων μας. Η αλήθεια είναι ότι στάθηκα πολύ τυχερός αφού η ζωή με βοήθησε να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Τα πάντα ήταν θέμα τύχης ή και θέμα τύχης. Αν δεν έχεις αυτή την καλή σχέση με τη θεά Τύχη, μπορείς να χαθείς».
Ακούω πολλούς ανθρώπους που έχουν καταφέρει κάτι μεγάλο στη ζωή τους να λένε ότι το οφείλουν στην τύχη. Τι είναι η τύχη;
«Το απρόβλεπτο που καταλήγει υπέρ σου. Περπατάς προσεκτικά πάνω σε ένα πεζοδρόμιο και συμβαίνει το απρόβλεπτο. Ενα αυτοκίνητο καβαλάει το πεζοδρόμιο και σκοτώνει όλους τους πεζούς που βρίσκει μπροστά του εκτός από εσένα που εκείνη τη στιγμή βρίσκεσαι πλάι σε μια πόρτα ανοιχτή και χώνεσαι μέσα. Σώζεσαι από θαύμα. Αυτό είναι η τύχη: το απίστευτο που τελικώς γίνεται αληθινό».
Από παιδί όμως ακούω ότι πολλοί άνθρωποι φτιάχνουν μόνοι τους την τύχη τους. Ισχύει και αυτό;
«Πολλοί άνθρωποι συγκεντρώνονται τόσο πολύ στον στόχο τους που προβλέπουν και το απρόβλεπτο, το απίθανο, και συνομιλούν με την κρυφή γνώση που οδηγεί τον κόσμο τούτο. Δεν φτιάχνουν την τύχη τους. Την παρακολουθούν από τόσο κοντά που τη συναντούν προτού τους συναντήσει αυτή. Αυτοί δεν αιφνιδιάζονται από την τύχη τους».
Αλήθεια, μέσα σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε; Ο πατέρας σας τι δουλειά έκανε; Ηταν φιλόμουσος;
«Ο πατέρας μου ώσπου να αρχίσει ο ισπανικός εμφύλιος ήταν δάσκαλος».
Και μετά;
«Επειδή κατά τη διάρκεια του πολέμου τάχθηκε ανοιχτά εναντίον του Φράνκο, του απαγορεύτηκε μετά να διδάξει. Φαντάζεστε πώς λειτουργεί μια δικτατορία. Ετσι λειτουργούσε λοιπόν και η δικτατορία του Φράνκο. Δεν είναι ανάγκη να σας πω περισσότερα. Οι δάσκαλοι σε μια δικτατορία είναι το άλφα και το ωμέγα για το καθεστώς. Οι δικτατορίες τους αντιφρονούντες δασκάλους δεν τους θέλουν μέσα στα πόδια τους γιατί τους φοβούνται. Ο δάσκαλος είναι ο πορτιέρης των μηνυμάτων που φθάνουν στις ψυχές των παιδιών. Είναι αυτός που, αν θέλει, μπορεί στην πιο τρυφερή ηλικία να ανοίξει τους ασκούς του μίσους ή της αγάπης για ένα παιδί».
Μετά τον πόλεμο ο πατέρας σας τι δουλειά έκανε;
«Αναγκάστηκε ο άνθρωπος να γίνει τροχονόμος. Για την ακρίβεια η δουλειά του ήταν να ελέγχει το μποτιλιάρισμα επειδή την εποχή εκείνη στη Βαρκελώνη υπήρχε μεγάλο κυκλοφοριακό πρόβλημα».
Και η μητέρα σας τι δουλειά έκανε;
«Α, η μητέρα μου ήταν κομμώτρια. Για να καταλάβετε, εμένα με γέννησε μέσα στο κομμωτήριο (γέλια) το οποίο ουσιαστικά ήταν ένας μικρός χώρος μέσα στο σπίτι μας στο χολ του σπιτιού μας για την ακρίβεια. Παρ’ όλα αυτά, έζησα πολύ ευτυχισμένα παιδικά χρόνια μέσα σε μια οικογένεια που είχε αξίες. Μαζί μας ζούσαν και οι γονείς της μητέρας μου ο παππούς και η γιαγιά , ήμασταν δηλαδή μια κανονικότατη μεσογειακή οικογένεια. Για μένα το παν στην αρχή της ζωής σου είναι να ζήσεις με την ανάσα της οικογένειας. Είναι σπουδαίο πράγμα μια ζεστή αγκαλιά για οποιοδήποτε παιδί. Και η πίστη των δικών του στις αρετές και στις δυνάμεις του».
Υπήρξε μια στιγμή που οι δικοί σας προσπάθησαν να σας αποτρέψουν από το να γίνετε τραγουδιστής;
«Οφείλω να πω ότι σε όλη μου τη ζωή είχα την υποστήριξη της οικογένειάς μου, η οποία από την πρώτη στιγμή πίστεψε στο ταλέντο μου και στις δυνατότητές μου. Αυτό με βοήθησε πολύ να βρω τον δρόμο μου χωρίς να χάσω πολύτιμο χρόνο».
Πιστεύετε ότι, αν είχατε μεγαλώσει μέσα σε ένα άλλο περιβάλλον, ίσως να μην είχατε καταφέρει να κάνετε αυτά που κάνατε στη ζωή σας; Με το ταλέντο μπορούμε να υπερβούμε τα εμπόδια του περιβάλλοντος; Τελικά πόσο μπορεί να επηρεάσει το περιβάλλον αυτό που γεννηθήκαμε να κάνουμε;
«Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικός παράγων στη ζωή και στην εξέλιξή μας το περιβάλλον. Δε λέω, μπορεί κάποιος να έχει μέσα του δύναμη και αποφασιστικότητα που να πηγάζει από το ταλέντο του, την επιθυμία του να κάνει αυτό και όχι κάτι άλλο στη ζωή του, αλλά συνήθως από τα πρώτα πράγματα με τα οποία πρέπει να παλέψει για να καταφέρει να κάνει κάποιος αυτό που θέλει είναι οι δικοί του άνθρωποι, το ίδιο του το περιβάλλον. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο δρόμος προς την επιτυχία των ονείρων σου γίνεται πολύ πιο δύσκολος. Χάνεις πολύτιμο χρόνο. Μερικές φορές μάλιστα είναι τόσο ισχυρές οι αντιστάσεις του περιβάλλοντος που οδηγούν ακόμα και πολύ ταλαντούχους ανθρώπους σε λάθος δρόμο. Το ταλέντο είναι ένα φως στο σκοτάδι του μέλλοντος που απλώνεται μπροστά μας αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι ικανό να αντισταθεί σε ένα αντιδραστικό περιβάλλον. Το περιβάλλον άλλωστε έχει στο οπλοστάσιό του ένα όπλο ανίκητο: το συναίσθημα. Το συναίσθημα κάποιες στιγμές μπορεί να τυφλώσει τη λογική και να την υποτάξει».
Αλήθεια, μιλάμε εδώ και ώρα για το ταλέντο χωρίς να το έχουμε ορίσει. Τι είναι για σας το ταλέντο;
«Πιστεύω ότι το ταλέντο είναι ένα δώρο που χαρίζει ο Θεός σε κάποιους ανθρώπους αλλά συγχρόνως είναι και ένας συνδυασμός πολλών ακόμη πραγμάτων».
Θέλετε να γίνετε λίγο πιο σαφής;
«Οταν λέμε ταλέντο δεν εννοούμε ένα πράγμα μόνο. Ταλέντο σημαίνει να έχεις προδιάθεση, να διαθέτεις ένα πολύ συγκεκριμένο ένστικτο, να μπορείς με κάποιον τρόπο να εκφράζεις αυτό που έχεις μέσα σου μιλάω τώρα γενικά, για όλους τους καλλιτέχνες. Από εκεί και πέρα όμως πρέπει κανείς να προσπαθεί να βελτιώσει αυτό που του χάρισε η φύση, να δουλεύει πολύ πάνω σε αυτό. Επίσης πολύ σημαντικό σε όλους τους τομείς της τέχνης είναι το να έχεις μέσα σου αυτή τη δύναμη της επικοινωνίας. Η δύναμη της επικοινωνίας είναι μέρος του ταλέντου. Τι να την κάνεις τη δυνατότητά σου να παίζεις εξαιρετικό πιάνο στα έξι σου αν δεν μπορείς να μαγέψεις τον κόσμο παίζοντας πιάνο; Το ταλέντο δεν είναι δεξιοτεχνία, είναι μαγεία και νομίζω ότι με αυτό γεννιέται κανείς. Η μαγεία δεν αποκτάται με δουλειά ή με διάφορα άλλα κόλπα».
Είπατε πριν ότι το ταλέντο είναι θείο χάρισμα…
«Ναι».
Πιστεύετε στον Θεό;
«Ναι, φυσικά, πιστεύω στον Θεό. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου φαίνεται ότι στις ημέρες μας φθάσαμε στο σημείο να θεωρούμε αδυναμία μας την πίστη μας στον Θεό. Με το που λέει κάποιος “πιστεύω στον Θεό” είναι σαν να ομολογεί μια αδυναμία. Και βλέπουμε ανθρώπους επιτυχημένους ή ανθρώπους οι οποίοι έχουν σχέση με το πνεύμα και τη διανόηση να προσπαθούν να αποφύγουν μια τέτοια ομολογία».
Μα δεν βλέπετε γύρω σας; Η κατάσταση δεν μαρτυρεί την ύπαρξη του Θεού;
«Και να είναι υπεύθυνος ο Θεός για ό,τι συμβαίνει γύρω μας; Αν ίσχυαν αυτοί οι ισχυρισμοί, θα έπρεπε να αρχίσουμε να αμφισβητούμε γενικότερα το πόσο δίκαιος είναι ο Θεός γιατί κάποιοι άνθρωποι να είναι άρρωστοι, κάποιοι άλλοι να παθαίνουν ατυχήματα; Εγώ καταλήγω λοιπόν ότι δεν μπορούμε για όλα να θεωρούμε υπεύθυνο τον Θεό».
Μήπως ο Θεός είναι μια επινόηση του ανθρώπου; Μήπως μέσω της επινόησης αυτής ο άνθρωπος βρίσκει μια διέξοδο στην ανάγκη του να πιστεύει ότι υπάρχει κάτι ανώτερο από αυτόν;
«Καταλαβαίνω πού το πάτε. Δεν διαφωνώ με αυτά που λέτε. Οπως θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό για όλους να πιστεύουμε σε κάτι ανώτερο, οτιδήποτε και αν είναι αυτό. Δεν είμαι εγώ που θα υποδείξω στους άλλους πού και τι να πιστεύουν αλλά η πίστη γενικώς νομίζω ότι βοηθάει πολύ τον άνθρωπο. Του δίνει δύναμη στις δύσκολες στιγμές, λειτουργεί ως καταφύγιο και ως απάνεμο λιμανάκι… Επομένως, και επινόηση να είναι ο Θεός, είναι αναγκαίος».
Η βασική προϋπόθεση επιτυχίας των ονείρων μας είναι η ύπαρξη ταλέντου;
«Νομίζω ότι είναι ένας συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Χωρίς ταλέντο δεν γίνεται τίποτα αλλά από εκεί και πέρα χρειάζονται αποφασιστικότητα, πειθαρχία και επιθυμία να είσαι καλός σε αυτό που κάνεις. Ετσι είναι. Χρειάζονται όλα αυτά για να μπορέσει κάποιος να πετύχει όχι μόνο ως καλλιτέχνης αλλά και σε οποιονδήποτε άλλον χώρο».
Υπάρχουν σωστοί και λανθασμένοι δρόμοι στη ζωή κάθε ανθρώπου;
«Το σημαντικό είναι να είναι κανείς όσο γίνεται πιο αυστηρός με τον εαυτό του και να ακολουθεί το ένστικτό του χωρίς να ξεφεύγει από τις αρχές που του έδωσε η οικογένειά του. Να προσπαθεί να είναι συνεπής απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό και σε αυτά που πιστεύει. Φυσικά όλοι κάνουμε λάθη αλλά ο καθένας μας πρέπει να ξέρει ποιος είναι. Το σωστό και το λάθος έχει να κάνει με τη συνέπεια και την ασυνέπεια προς τον εαυτό μας τον ίδιο. Πάντως είναι δύσκολο το ερώτημα που θέτετε. Θα προσπαθήσω να το θέσω λιγάκι πιο απλά. Επειδή στη ζωή υπάρχουν και το καλό και το κακό, το σημαντικό είναι να γνωρίζεις, να μπορείς να συνειδητοποιείς πότε κάνεις κάτι κακό. Δυστυχώς κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν με τίποτα να το συνειδητοποιήσουν».
Τι τους εμποδίζει;
(γέλια) «Θυμάμαι ένα από τα βιβλία που διάβαζα ως παιδί εκεί γύρω στα 10 , εξηγούσε με πολύ απλό τρόπο τι είναι συνείδηση. Ελεγε ότι η συνείδηση είναι κάτι που, ενώ το έχουν μέσα τους όλοι οι άνθρωποι, είναι δύσκολο να το περιγράψουμε. Κάθε φορά που κάνουμε κάτι κακό μας ελέγχει και κάθε φορά που κάνουμε κάτι καλό μας χειροκροτεί. Νομίζω ότι αυτό είναι που βάζει και το κριτήριο σύμφωνα με το οποίο ο καθένας μας μπορεί να ξεχωρίσει το καλό από το κακό. Κάθε φορά που μπαίνουμε στον πειρασμό να κάνουμε κάτι κακό, μόνο και μόνο επειδή αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντά μας, πρέπει να πολεμάμε, να προσπαθούμε να το αποφύγουμε, και ας έχουμε συνέπειες. Κάνοντας κακό για να πετύχουμε τα σχέδιά μας το μόνο που καταφέρνουμε είναι να μαραζώνουμε μέσα στις τύψεις. Εχετε δει γύρω σας πόσοι άνθρωποι θεωρούνται από όλους προνομιούχοι και τυχεροί για ό,τι έχουν καταφέρει στη ζωή τους και όμως οι ίδιοι είναι δυστυχείς… Δεν έχει σημασία, κύριε Λάλα, να κάνεις κάτι ενδιαφέρον απλώς. Δυστυχώς παίζει ρόλο και το πώς τα κατάφερες. Αν πέτυχες τον στόχο αλλά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού σκότωσες όποιον βρήκες μπροστά σου, οι τύψεις είναι μεγαλύτερες από τη χαρά του αποτελέσματος. Γι’ αυτό σας είπα πριν ότι πρέπει να έχεις συνείδηση του τι κάνεις κάθε φορά. Μόνο έτσι ελέγχεις το κακό και απολαμβάνεις το καλό».
Τα λάθη είναι πηγή γνώσης;
«Τις περισσότερες φορές ναι».
Αν είναι έτσι, τότε γιατί κάνουμε και ξανακάνουμε τα ίδια λάθη;
«Αυτή είναι η φύση μας. Είμαστε όντα που λειτουργούν με τη λογική και όχι με το θυμικό. Τα υπόλοιπα ζώα, τα οποία δεν λειτουργούν με τη λογική, ποτέ δεν επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη. Αυτό το κάνουμε μόνο εμείς οι άνθρωποι. Το λάθος για να μην το ξανακάνεις πρέπει να το βιώσεις βαθιά. Δυστυχώς διά της αφηγήσεως λαθών που έκαναν άλλοι δεν μαθαίνουμε. Εγώ νομίζω ότι έχουμε τη δυνατότητα να μαθαίνουμε μόνο από τα λάθη μας, τα δικά μας λάθη. Επίσης μπορεί ένα λάθος που κάνουμε να οφείλεται στις συνθήκες οι οποίες μας περιβάλλουν, στις περιστάσεις. Με φόντο άλλες περιστάσεις ίσως να μην ήταν η ίδια πράξη λάθος. Τις περισσότερες φορές το λάθος οφείλεται σε συνειδητές αποφάσεις μας. Αυτά θεωρώ πραγματικά λάθη».
Οσο περισσότερα ξέρουμε τόσο πιο εκτεθειμένοι είμαστε στο λάθος;
(γέλια) «Ισα ίσα, το αντίθετο. Η γνώση είναι κάτι που μπορεί να μας προστατέψει από τα λάθη».
Το ζητούμενο στη ζωή μας είναι να πάψουμε να κάνουμε λάθη κάποια στιγμή;
«Φυσικά όχι. (γέλια) Θα συνεχίσουμε να κάνουμε λάθη… Ισως λιγότερα, ίσως πιο διαφορετικά, αλλά λάθη θα κάνουμε πάντα. Το λάθος είναι η πέτρα που συχνά κρύβει το σωστό. Σημασία πάντως δεν έχει το αν κάνουμε λάθη αλλά το πόσο συνειδητά τα κάνουμε. Τι κάνουμε, δηλαδή, για να υπερβούμε το λάθος μας όταν αυτό γίνεται. Αυτό έχει σημασία».
Ο άνθρωπος πρέπει να είναι περισσότερο λογικός ή συναισθηματικός στις ημέρες μας;
«Θέλοντας και μη είμαστε λιγότερο λογικοί και περισσότερο ευαίσθητοι. Ανά πάσα στιγμή υπάρχει κάτι το οποίο μπορεί να μας επηρεάσει συναισθηματικά και να χάσουμε τον έλεγχο και τα λογικά μας. Συχνά το συναίσθημα πιστεύουμε ότι ταυτίζεται με έναν μαγικό τρόπο με τη λογική όχι γιατί ταυτίζεται αλλά γιατί εμείς έτσι θέλουμε τη δεδομένη στιγμή. Ολα αυτά συμβαίνουν επειδή είμαστε άνθρωποι και λειτουργούμε συναισθηματικά. Πιστεύω ότι το συναίσθημα είναι αυτό που μας κάνει να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη».
Οι επιρροές ή οι επιλογές καθορίζουν την πορεία μας στη ζωή;
«Νομίζω και τα δύο. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουμε και μας επηρεάζει παίζει πολύ σημαντικό ρόλο, όπως είπαμε. Από την άλλη, όμως, εξίσου σημαντικές είναι και ορισμένες πολύ συγκεκριμένες επιλογές μας. Γι’ αυτό σας είπα στην αρχή ότι πρέπει να έχουμε κάποιες αρχές τις οποίες πρέπει να τηρούμε αυστηρά».
Πώς αντιμετωπίζετε ένα λάθος κατά τη διάρκεια της παράστασης;
«Εξαρτάται από το πόσο μεγάλο είναι το λάθος. Γιατί μικρά λαθάκια όλοι κάνουμε και μουσικά και φωνητικά πάνω στη σκηνή… Είναι φυσικό. Αλλά το αν το κοινό θα αντιληφθεί ένα τέτοιο λάθος, σας λέω και πάλι ότι εξαρτάται από το πόσο μεγάλο είναι. Εμείς οι τραγουδιστές αντιμετωπίζουμε πάντα το ίδιο πρόβλημα. Η απόδοσή μας δεν εξαρτάται μόνο από αυτό που λέμε ταλέντο, από την προετοιμασία ή τον επαγγελματισμό μας. Εξαρτάται και από τη φυσική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε τη στιγμή που τραγουδάμε. Αυτό το μικρό όργανο των μόλις δυόμισι εκατοστών που είναι οι φωνητικές χορδές κάθε ημέρα λειτουργεί διαφορετικά. Κάτι που σήμερα μπορείς να το κάνεις πολύ εύκολα αύριο σου φαίνεται αδύνατον και το αντίστροφο. Γι’ αυτό σας λέω ότι δεν εξαρτιόμαστε μόνο από το ταλέντο αλλά και από το πώς νιώθουμε βιολογικά».
Εχετε κάνει λάθη κατά τη διάρκεια μιας παράστασης που να σας κάνουν να θέλετε να κρυφθείτε; να μην μπορείτε να συνεχίσετε;
«Πιστεύω ότι δεν υπάρχει καλλιτέχνης που, όταν για κάποιους λόγους δεν μπορεί να δώσει το 100% των δυνατοτήτων του σε μια παράσταση, νιώθει καλά. Ολοι οι καλλιτέχνες σε αυτές τις περιπτώσεις θέλουν να ανοίξει η σκηνή να τους καταπιεί. Απλώς και στο μεγαλύτερο λάθος πάνω στη σκηνή ένας καλλιτέχνης μένει εκεί προσπαθώντας να βελτιωθεί. Είναι εξίσου σημαντικό το να μην καταρρεύσεις εξαιτίας ενός λάθος που έτυχε να κάνεις σε μια παράσταση».
Πόσο διαφέρει η φωνή στην πρόβα από αυτήν στην παράσταση;
«Η πρόβα δεν είναι τίποτε άλλο από μια διαδικασία μάθησης. Επομένως είναι καλό κατά τη διάρκεια των προβών να γίνονται και λάθη. Κάνοντάς τα εκεί μετά ξέρεις τι δεν πρέπει να συμβεί στην παράσταση. Στην πρόβα κάνεις λάθος και δεν συμβαίνει τίποτε, όπως όταν κάνεις μια ηχογράφηση ή γυρίζεις μια ταινία μπορείς να επαναλάβεις χίλιες φορές κάτι για να το πετύχεις. Σε μια ζωντανή παράσταση δεν υπάρχει κανένα περιθώριο επανάληψης. Αν θέλετε, η κύρια διαφορά μεταξύ πρόβας και παράστασης είναι πάλι σε σχέση με το λάθος. Στην παράσταση το λάθος παραμένει ανεπανόρθωτο». (γέλια)
Υπάρχουν στιγμές πρόβας που είναι μεγαλειώδεις;
«Ναι, γιατί η μουσική σού δημιουργεί τέτοια συναισθήματα ανά πάσα στιγμή που σε βοηθούν να βιώσεις κορυφαίες στιγμές. Οταν ψάχνεις την τέλεια ερμηνεία, ξαφνικά βρίσκεσαι μπροστά σε απίστευτες εκπλήξεις. Υπάρχουν κρυφά μέρη μουσικά που κρύβουν το μεγαλειώδες της ανθρώπινης ψυχής και του ανθρώπινου μυαλού. Οσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πόσο σπουδαίο είναι να μπορείς να βελτιώνεσαι σε αυτό που κάνεις, ειδικά όταν είναι κάτι που αγαπάς. Πόσο σημαντικό είναι να διαθέτεις χρόνο και να ψάχνεις αυτό που σε αφορά βαθιά. Στις ημέρες μας πιστεύω ότι αυτό είναι πλέον η μόνη πολυτέλεια. Η μόνη πολυτέλειά μας είναι να διαθέτουμε χρόνο σε αυτό που αγαπάμε».
Υπάρχουν στιγμές που τραγουδώντας νιώσατε ότι χαϊδέψατε τις φτέρνες του Θεού;
«Μερικές φορές το αισθάνθηκα 100%… Δυστυχώς δεν συμβαίνει και τόσο συχνά κάτι τέτοιο. Για να συμβεί κάτι τέτοιο πρέπει να είσαι πλαισιωμένος από μια σπουδαία ορχήστρα και όλα να λειτουργούν σε ένα τόσο υψηλό επίπεδο που να δημιουργούν κορυφαία συναισθήματα και σε σένα τον ίδιο και στο κοινό. Είναι δύσκολο πάντως τουλάχιστον για μένα να κρίνεις το πώς νιώθει ένας καλλιτέχνης εκείνη τη στιγμή. Νομίζω ότι το πρώτο πράγμα που αισθάνεσαι είναι ευγνωμοσύνη ευγνωμοσύνη που μπορείς να συμμετέχεις και εσύ σε αυτό, ευγνωμοσύνη απέναντι στο κοινό και φυσικά ευγνωμοσύνη απέναντι στον Θεό. Είναι απίστευτη η ικανοποίηση αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη που νιώθει κάποιος επάνω στη σκηνή όταν αισθάνεται ότι πετάει, ότι δεν ακουμπάει τη σκηνή, ότι χαϊδεύει τις φτέρνες του Θεού έστω και για λίγο».
Αλήθεια, γιατί δεν ασχοληθήκατε με τη σύνθεση, με ένα όργανο ή με τη διεύθυνση ορχήστρας;
«Πρώτα από όλα επειδή ξέρω ότι δεν έχω το ταλέντο που θα μου επέτρεπε να γίνω συνθέτης. Από την άλλη, όμως, γνωρίζω επίσης ότι τραγουδώντας μπορώ να εκφράζομαι καλύτερα. Παλαιότερα, όσο ήμουν ακόμη πολύ νέος, αυτό γινόταν υποσυνείδητα. Σήμερα γίνεται πλέον συνειδητά. Ξέρω ότι μέσα από το τραγούδι μπορώ να εκφράζομαι και ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να επικοινωνήσω με τους άλλους, για να τους δώσω κάτι από αυτό που έχω μέσα μου καλό ή κακό δεν έχει σημασία. Ετσι και αλλιώς αυτό θα το κρίνουν οι άλλοι. Πάντα πίστευα ότι το μεγαλύτερο πράγμα για έναν καλλιτέχνη είναι να μπορεί να κάνει τον κάθε ακροατή ξεχωριστά να πιστεύει ότι όταν τραγουδάει μπροστά του τραγουδάει ειδικά γι’ αυτόν. Να επικοινωνήσω θέλω, να ανοίξω πόρτες με τους ανθρώπους… Αυτός είναι ο λόγος που έγινα τραγουδιστής. Και δεν έγινα συνθέτης γιατί με βοηθούσε πολύ η φωνή μου σε αυτή την επικοινωνία με τους ανθρώπους. Είναι ύβρις να έχεις μια ικανότητα που θα σε κάνει να συναντηθείς με τους ανθρώπους και εσύ να την περιφρονείς και να αναζητείς άλλους τρόπους επικοινωνίας».
Νιώθετε εκτελεστής ενός έργου ή ερμηνευτής;
«Στο λυρικό τραγούδι παράλληλα με τη μουσική πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν και τα λόγια. Προσπαθώ λοιπόν την κάθε λέξη, την κάθε φράση, να την αρθρώνω όπως νομίζω ότι της ταιριάζει, να της δίνω την έκφραση και το χρώμα που της αρμόζει. Με άλλα λόγια προσπαθώ να ερμηνεύω ένα έργο και όχι απλώς να εκτελώ».
Σας απασχολεί τι είχε στο μυαλό του ο συνθέτης όταν έγραφε το έργο; Πιστεύετε ότι έχει καταγραφεί στις νότες ή και κάτω από αυτές ένα μέρος της σκέψης του συνθέτη;
«Προσπαθώ πάντα να είμαι πιστός στον συνθέτη, αν μπορώ και πάλι να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη. Προσπαθώ δηλαδή η ερμηνεία μου να αντανακλά την επιθυμία του συνθέτη, αλλά πάντα μέσα από τη δική μου οπτική γωνία, αλλά και από τους περιορισμούς που έχω ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης. Το να μείνω πάντως πιστός και στον συνθέτη και στα λόγια τα οποία ερμηνεύω πραγματικά είναι κάτι που με απασχολεί πάρα πολύ».
Οταν ερμηνεύετε ένα μουσικό έργο μέσα στην αίθουσα υπάρχει πάντα κρυμμένο το αφτί του συνθέτη που ακούει;
«Οχι, αλλά μια που το αναφέρατε ίσως και να υπάρχει. Θα το σκεφθώ καλύτερα αυτό που λέτε και θα σας απαντήσω στην Αθήνα. (γέλια) Πάντως σίγουρα υπάρχει μια ουράνια αστυνομία που μετράει την ερμηνεία και δίνει τα όρια… Ισως αυτή η ουράνια αστυνομία που τη νιώθω κάθε φορά που ερμηνεύω ένα έργο να είναι το αφτί του συνθέτη, όπως λέτε κι εσείς».
Αν είχατε τη δυνατότητα, ποιους συνθέτες θα θέλατε να συναντούσατε;
«Θα ήταν για μένα κάτι απίστευτο και συγχρόνως υπέροχο το να μπορούσα να επικοινωνήσω με ανθρώπους σαν τον Πουτσίνι, τον Βέρντι, όλους αυτούς που έγραψαν τα μεγάλα έργα της όπερας».
Πώς φαντάζεστε μια συνάντηση μαζί τους;
«Θα ήθελα πολύ να συνομιλήσω μαζί τους και να μου πουν διάφορα πράγματα για τα έργα τους και για την ερμηνεία μου. Θα τους ρωτούσα διάφορα και αυτοί θα ήθελα να μου έλεγαν: “Κοίταξε, αυτό το ήθελα έτσι να ακούγεται” ή “αυτό το είχα σκεφθεί αλλιώς”».
Δεν φοβάστε μια πιθανή απόρριψή σας από τη μεριά τους;
«Κοιτάξτε, ένας άνθρωπος του διαμετρήματος του Πουτσίνι ή του Βέρντι πιστεύω ότι θα είχε και την εξυπνάδα και την ευαισθησία να προσαρμόσει την άποψή του για έναν χαρακτήρα στον τύπο του τραγουδιστή ο οποίος θα τον ερμήνευε. Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Είμαι σίγουρος ότι, αν ο Πουτσίνι είχε από τη μία τον Παβαρότι και από την άλλη εμένα, δεν θα ήθελε να ερμηνεύσουμε και οι δύο ένα έργο του με τον ίδιο τρόπο. Διότι είμαστε δύο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες, δύο εντελώς διαφορετικά “όργανα”, δύο εντελώς διαφορετικοί τύποι τραγουδιστών. Πιστεύω ότι θα ήταν αρκετά έξυπνος για να επιλέξει για τον καθένα μας την ερμηνεία που θα του ταίριαζε».
Η σύνθεση, δηλαδή, είναι μεγαλειώδης επειδή χωράει πολλές διαφορετικές ερμηνείες;
«Απολύτως. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Τα μεγάλα έργα αποτελούνται από χιλιάδες δρόμους και δρομάκια… Δεν είναι λεωφόροι μόνο. Ο καθένας μπαίνει μέσα τους και βλέπει αυτό που θέλει χωρίς να χάνεται η ουσία του έργου. Γι’ αυτό πιστεύω πολύ σε αυτές τις φανταστικές συναντήσεις με αυτά τα μουσικά τέρατα. Είμαι σίγουρος ότι ο Πουτσίνι, αν τον συναντούσα, θα με έπαιρνε από το χέρι και θα με έβαζε στο έργο του από μια άλλη πόρτα. Θα διέσχιζα το έργο από μια άλλη διαδρομή και αυτό θα βοηθούσε πολύ την ερμηνεία μου και θα την άλλαζε ακόμα περισσότερο και προς το καλύτερο. Ξέρεις καλύτερα έναν τόπο αν τον έχεις περπατήσει από όλες τις πιθανές διαδρομές του».
Δεν μου απαντήσατε όμως λίγο πριν που σας ρώτησα αν όλα όσα είχε στο μυαλό του ο συνθέτης τα περιέχει η παρτιτούρα. Η παρτιτούρα είναι ο καθρέφτης; Φτάνουν η παρτιτούρα και το λιμπρέτο ως πληροφορία για την ερμηνεία ενός μουσικού έργου;
«Είναι τόσο δύσκολο να χωρέσεις τα πάντα σε μια κόλλα χαρτί, ακόμη και αν είσαι μια ιδιοφυΐα όπως ο Μότσαρτ, ο Πουτσίνι ή ο Βέρντι. Είμαι σίγουρος ότι κάποιες πολύ λεπτές αποχρώσεις τους έχουν ξεφύγει κατά την καταγραφή. Επειδή όμως μιλάμε για ιδιοφυΐες, πιστεύω ότι ένα 90% των προθέσεών τους μπόρεσε να χωρέσει στο χαρτί. Αλλωστε έτσι είναι η δημιουργία: ξεκινάει από το 100% της σύλληψης για να μείνει όσο το δυνατόν περισσότερο. Η δημιουργία είναι όπως η άμμος στη χούφτα μας. Γεμίζουμε τη χούφτα μας άμμο και προσπαθούμε σφίγγοντας την παλάμη μας να διατηρήσουμε όσο περισσότερη μπορούμε. Αυτή γλιστράει από παντού αλλά τελικώς αυτό το κάτι που μένει στη χούφτα μας είναι το παν… Αυτό το λίγο είναι η απόδειξη της μέγιστης προσπάθειας που κάναμε για να ακινητοποιήσουμε την έμπνευση».
Κάτω από τις νότες υπάρχει ζωή;
«Κοιτάξτε, η μουσική κατά κάποιον τρόπο είναι όπως τα μαθηματικά. Ανεξάρτητα από τις υποδείξεις που σου κάνει ο συνθέτης διά μέσου της παρτιτούρας, εσύ πρέπει πάντα να ψάχνεις για κάτι περισσότερο».
Πώς εσείς εξηγείτε ότι κάποια μεγάλα έργα τέχνης έχουν κερδίσει τη μάχη με τον χρόνο; Τι τελικώς αντέχει στον χρόνο;
«Εργα ζωγράφων όπως ο Βαν Γκογκ, ο Μιρό ή ο Ρενουάρ, έργα των Μπαχ, Μότσαρτ, Βέρντι, Σαίξπηρ, του Ομήρου θα μείνουν αιώνια ακριβώς επειδή τα δημιούργησαν ιδιοφυΐες. Αυτό σημαίνει για μένα ιδιοφυΐα. Ιδιοφυής είναι αυτός που καταφέρνει να κερδίσει τον χρόνο. Η κατάργηση του αήττητου του χρόνου είναι η μόνη απόδειξη της ιδιοφυΐας για μένα. Ας ελπίσουμε ότι και τα έργα όπερας που γράφονται σήμερα θα εξελιχθούν με τέτοιον τρόπο ώστε στο εγγύς μέλλον κάποια κομμάτια ή κάποιες παρτιτούρες να θεωρούνται κλασικές, να γραφτούν δηλαδή στη συνείδηση του κόσμου ως αριστουργήματα».
Αλήθεια, εσείς που έχετε μελετήσει τόσο βαθιά κάποια μουσικά αριστουργήματα έχετε διαπιστώσει μέσα σε αυτά λάθη; Μπορεί μια ιδιοφυΐα να κάνει και λάθη μέσα στη μεγαλοσύνη της;
«Είναι πολύ δύσκολο για έναν ερμηνευτή να κρίνει τη δουλειά ενός συνθέτη».
Πολλοί λένε ότι η αυθεντικότητα των μεγάλων έργων τέχνης κρύβεται στα «λάθη» τους. Λένε ότι ακόμη και τα «λάθη» στα μεγάλα έργα δείχνουν μεγαλειώδη. Υπάρχει διαφορά μουσικού λάθους και λάθους στη ζωή;
«Πιστεύω ότι μουσική χωρίς λάθη δεν είναι ζωντανή. Οταν η τελειότητα μιας παράστασης ή μιας ηχογράφησης αγγίζει το 100%, καταντά πληκτικό το άκουσμα. Είναι σαν να παρακολουθείς αγώνα Φόρμουλα 1 έχοντας αποκλείσει την πιθανότητα του ατυχήματος. Επίσης προσέξτε η ίδια παρτιτούρα, το ίδιο έργο, αλλιώς ακούγεται όταν το διευθύνει ο Κάραγιαν και αλλιώς όταν το διευθύνει ο Κλάουντιο Αμπάντο ή κάποιος άλλος. Είναι σαν να πρόκειται για άλλο έργο. Γνωρίζουμε βέβαια ότι είναι το ίδιο αλλά η προσέγγιση είναι εντελώς διαφορετική. Ποιος λοιπόν από όλους αυτούς τους μεγάλους μαέστρους μπορεί να έχει κάνει λάθος και ποιο είναι το σωστό; Διότι, αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι μία από όλες τις ερμηνείες είναι η σωστή, τότε σημαίνει ότι όλες οι άλλες είναι λάθος. Γι’ αυτό και εγώ γενικεύοντας λέω ότι μουσική χωρίς λάθη είναι μουσική χωρίς ψυχή».
Τα μεγάλα έργα είναι κατασκευάσματα ενός λαμπερού μυαλού ή μιας παθιασμένης ψυχής;
«Η ψυχή. Η ψυχή κάνει τα μεγάλα έργα. Το μυαλό μπορεί να βοηθάει να ολοκληρωθούν αλλά η ψυχή τα γεννάει. Εγώ πάντα πίστευα ότι η ψυχή είναι εκείνη που μας κάνει να τραγουδάμε υπέροχα. Το μυαλό είναι εκείνο που φιλτράρει και η φωνή είναι απλώς το όργανο που εκτελεί. Η ανάγκη όμως να τραγουδήσουμε πηγάζει από την ψυχή, από τον όγκο αυτόν των συναισθημάτων που κουβαλάει ένας άνθρωπος μέσα του. Νομίζω τώρα που το ξανασκέφτομαι ότι τα μεγάλα έργα είναι αποτέλεσμα και της ψυχής και του μυαλού. Η ψυχή είναι η γεννήτρια που δίνει το ρεύμα, από εκεί πηγάζουν τα πάντα. Από εκεί και πέρα το μυαλό, όπως σας είπα, φιλτράρει, μας λέει τι είναι καλό και τι δεν είναι, βάζει τα πράγματα σε μια τάξη. Και μετά έρχεται το ταλέντο του συνθέτη, του μαέστρου, του τραγουδιστή».
Οταν βρίσκεστε για πρώτη φορά μπροστά σε μια παρτιτούρα τι κάνετε; Πώς ξεκινάτε τη μελέτη;
«Κατ’ αρχάς προσπαθώ να μάθω τι περίπου λέει το λιμπρέτο και αμέσως μετά αρχίζω να δουλεύω στο πιάνο στην αρχή μόνος μου. Μετά βέβαια έχω ανάγκη από κάποια βοήθεια. Πρώτα δηλαδή μαθαίνω τη μουσική τεχνικά και μετά προσπαθώ να πιάσω τη σωστή έκφραση, αυτή που νομίζω ότι ταιριάζει στις λέξεις, στη δραματικότητα της κατάστασης. Το ζω πάντα ως μια πολύ ευχάριστη εμπειρία. Είτε είναι μια καινούργια όπερα είτε ένα καινούργιο τραγούδι, περνάω πολύ όμορφα προσπαθώντας να το μάθω».
Πόσο επηρεάζει την ερμηνεία σας η προσωπική σας ζωή;
«Είμαι σίγουρος ότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο η προσωπική μας ζωή επηρεάζει την ερμηνεία μας, αλλά είναι κάτι που γίνεται υποσυνείδητα ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να γίνεται. Δεν μπορείς να διαχωρίσεις τον άνθρωπο από τον καλλιτέχνη υπάρχουν και οι δύο και λειτουργούν παράλληλα. Οταν είσαι πάνω στη σκηνή, εννοείται πως είσαι ο Ροδόλφο, ο Χοσέ… Αλλά ο άνθρωπος τραγουδιστής δεν σε εγκαταλείπει ποτέ. Ολες τις στιγμές είναι εκεί, μαζί σου, πράγμα που σημαίνει ότι μέσω των καταστάσεων που ζει, των συναισθημάτων του και όλων αυτών επηρεάζει και τον καλλιτέχνη. Συνειδητά ποτέ δεν το ένιωσα ότι η προσωπική μου ζωή επηρέασε κάποια από τις ερμηνείες μου, γενικά τον τρόπο με τον οποίο τραγουδάω. Αλλά αυτό μπορεί να έχει γίνει και χωρίς να το καταλάβω».
Οπως υπάρχει ταλαντούχος τραγουδιστής, συνθέτης, ηθοποιός, ζωγράφος, υπάρχει και ταλαντούχο κοινό;
«Το κοινό πάνω απ’ όλα χρειάζεται να έχει ευαισθησία. Κάποιοι άνθρωποι τυχαίνει να γνωρίζουν κάτι περισσότερο, άλλοι κάτι λιγότερο, άλλοι να έχουν μεγαλύτερη παράδοση… Γενικά πάντως το κοινό είναι συνήθως υπέροχο ακριβώς εξαιτίας αυτής της ευαισθησίας που διαθέτει. Τώρα αν είναι ταλαντούχο, πείτε το κι έτσι γιατί όχι; Μπορεί η ευαισθησία να είναι ένα ταλέντο… Πάντως είναι σίγουρα στοιχείο κάθε ταλαντούχου ανθρώπου». (γέλια).
Πόσο ο χώρος και το εκάστοτε κοινό επηρεάζουν την ερμηνεία σας;
«Εγώ σε όλα τα μέρη, σε όλες τις όπερες, σε όλες τις ηπείρους του κόσμου τραγουδώ με τον ίδιο τρόπο. Από ‘κεί και πέρα, εκείνο που μπορεί να μ’ επηρεάσει κυρίως συναισθηματικά είναι οι αντιδράσεις του κοινού. Τη στιγμή όμως που βρίσκομαι επάνω στη σκηνή και ερμηνεύω έναν ρόλο, είτε είμαι στο Μιλάνο είτε στη Βιέννη, στη Νέα Υόρκη ή στην Αθήνα, προσπαθώ να τραγουδώ με τον ίδιο τρόπο».
Αλήθεια, υπάρχουν άνθρωποι που σας επηρέασαν καθοριστικά στη ζωή σας;
«Στην αρχή με επηρέασαν πάρα πολύ οι δάσκαλοί μου. Αργότερα, όταν ξεκίνησα την καριέρα μου, η Μονσεράτ Καμπαγέ υπήρξε για μένα μεγάλο στήριγμα. Επίσης άνθρωποι όπως ο Κάραγιαν, με τον οποίο συνεργάστηκα επί 14 χρόνια, υπήρξαν για μένα ιδιαίτερα σημαντικοί, όχι μόνο ως καλλιτέχνες αλλά και ως άνθρωποι. Ολοι μας έχουμε τις επιρροές μας».
Από όλους αυτούς υπάρχουν κάποιοι που κρατούν ξεχωριστή θέση στη μνήμη σας;
«Αν θα έπρεπε να αναφέρω κάποιους συγκεκριμένα, εκτός από τους δασκάλους μου, θα ανέφερα τη Μονσεράτ Καμπαγέ και τον Χέρμπερτ φον Κάραγιαν. Θεωρώ τον Κάραγιαν τον μεγαλύτερο μαέστρο όλων των εποχών, ουσιαστικά έναν άνθρωπο από άλλον πλανήτη. Σε έκανε να νιώθεις ότι έχεις δίπλα σου τον πατέρα σου, σου δημιουργούσε μια βεβαιότητα πως ό,τι κι αν κάνεις εκείνος θα σε ακολουθεί, οπότε απελευθερωνόσουν και ένιωθες έτοιμος να κάνεις τα πάντα. Το μυστικό όμως είναι και αυτό το γνωρίζουν πολύ λίγοι ότι στην ουσία εσύ ήσουν που τον ακολουθούσες. Απλώς διέθετε αυτόν τον μαγνητισμό που σε έκανε να νομίζεις το αντίθετο. Υπάρχουν μαέστροι που με έντονες κινήσεις ζητούν από σένα όλο και περισσότερη φωνή, σε κάνουν να νιώθεις λες και είσαι υπάλληλος σε κάποιο γραφείο. Ο Κάραγιαν αρκεί να κουνούσε ένα δάχτυλό του για να του βγάλεις ό,τι είχες και δεν είχες μέσα σου».
Πότε ακούσατε για πρώτη φορά ζωντανά όπερα; Υπήρχε μια φωνή που θαυμάζατε μικρός;
«Μερικούς μήνες αφότου είχα δει αυτή την ταινία που σας είπα στην αρχή της κουβέντας μας, πήγαμε με τον πατέρα μου στην Οπερα της Βαρκελώνης, όπου παρακολουθήσαμε μια παράσταση της Αΐντα με τη Ρενάτα Ντιμπάλντι. Ημουν τότε επτά χρόνων. Ε, εκείνη την ημέρα ήταν το αποκορύφωμα. Δεν υπήρχε πλέον περίπτωση μέσα στο μυαλό μου να μη γίνω τραγουδιστής. (γέλια) Μετά ήταν τόσο μεγάλη η επιμονή μου για αυτό το είδος του τραγουδιού που κάποια στιγμή οι γονείς μου μού αγόρασαν ένα πικ-απ. Ενας από τους πρώτους μου δίσκους, από τα πρώτα μου LP, ήταν ο Τζιουζέπε ντι Στέφανο σε ναπολιτάνικα τραγούδια. Οταν τραγουδώ, θα ήθελα να μπορώ να δώσω στο κοινό αυτό που νιώθω ότι μου δίνει κάθε φορά που ακούω τον Ντι Στέφανο να τραγουδάει. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κάνει λάθη αλλά τα συναισθήματα και η εκφραστικότητά του είναι για μένα ό,τι καλύτερο μπορεί να υπάρξει στο λυρικό τραγούδι. Είναι ίσως ο τραγουδιστής που με επηρέασε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον».
Διαφέρουν οι παλιές μυθικές φωνές της όπερας από τις σημερινές; Ο Καρούζο π.χ. είχε άλλης υφής φωνή από τις σημερινές;
«Ο Καρούζο είναι ένας μύθος για την όπερα, όπως η Γκρέτα Γκάρμπο για τον κινηματογράφο. Διέθετε μια απίστευτης ποιότητας φωνή, παρ’ όλο που δεν γνωρίζουμε πώς ακριβώς ήταν ως άνθρωπος. Τα στυλ στις ερμηνείες φυσικά αλλάζουν αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με τις φωνές, αν και μερικές φωνές του παρελθόντος ήταν πολύ καλύτερες».
Ποιος από τους παλιούς τραγουδιστές θα μπορούσε και σήμερα να κάνει καριέρα στην όπερα;
«Από τους τενόρους που έχουν μείνει στην ιστορία ένας μόνο θα ήταν αρκετά μοντέρνος ώστε να μπορεί να τραγουδάει και σήμερα, ο Αουρελιάνο Πέρτιλε. Μπορεί οι σημερινές φωνές να μην είναι τόσο καλές όσο η φωνή του Καρούζο ή του Γιούσι Μπγέρλινγκ, πιστεύω όμως ότι το στυλ μας είναι καλύτερο: πιο καθαρό και πιο έντιμο».
Εσείς, όταν ακούτε τη φωνή σας, σας αρέσει;
«Μου αρέσει, αν και εγώ δεν υπολογίζω τόσο τη φωνή όσο την εκφραστικότητα. Εχω φωνή λυρικού τενόρου. Επειδή το χρώμα της φωνής μου είναι κάπως σκοτεινό, θα μπορούσα ίσως με τους κατάλληλους μουσικούς και δραματικούς τονισμούς να τραγουδήσω πιο βαρείς, δραματικούς ρόλους. Δεν με νοιάζει να χάσω κάτι από την καθαρότητα της φωνής μου αν αυτό κάνει την ερμηνεία μου πιο έντονη. Διότι στο τέλος της ημέρας εκείνο που μετράει είναι η εκφραστικότητα, δεν αρκεί απλά ένας ωραίος ήχος. Μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες μου έγιναν μέσα από ρόλους που κάποιοι άνθρωποι πίστευαν ότι δεν θα έπρεπε ποτέ να έχω δεχθεί να τραγουδήσω. Γι’ αυτό είναι καλό να αφήνουμε τα περιθώρια σε έναν καλλιτέχνη να δείξει τι μπορεί να κάνει και μετά να τον κρίνουμε».
Σήμερα τι μουσική ακούτε;
«Ευτυχώς για μένα η όπερα είναι το χόμπι μου. Οποτε είμαι ελεύθερος το βράδυ, προτιμώ να πηγαίνω στην όπερα είτε είμαι στο Σαν Φρανσίσκο είτε στο Λονδίνο, στη Βιέννη ή στη Νέα Υόρκη. Είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να μαθαίνεις τα καλά που πρέπει να κάνεις και τα κακά που πρέπει να αποφεύγεις. Η κάθε περίσταση όμως έχει τη μουσική που της ταιριάζει. Το ότι είμαι τραγουδιστής της όπερας δεν σημαίνει ότι ακούω μόνο συμφωνική ή μόνο κλασική μουσική. Πιστεύω ότι όλα τα είδη της μουσικής που έχουν ένα επίπεδο έχουν και αξία. Μπορώ, αν χρειαστεί, να ακούσω και Μπρους Σπρίνγκστιν όχι βέβαια επί ώρες αλλά μπορώ να τον ακούσω. Μου αρέσει, πιστεύω ότι είναι μεγάλος καλλιτέχνης στον χώρο τον οποίο εκπροσωπεί. Το 80% πάντως του χρόνου μου το αφιερώνω στο να ακούω κλασική μουσική».
Ποια είναι η βαθύτερη ικανοποίησή σας από αυτή τη δουλειά;
«Οταν η αποστολή μου έχει τελειώσει, όταν έχω καταφέρει να περάσω στο κοινό όλα αυτά τα συναισθήματα που λέγαμε πριν, τότε ως καλλιτέχνης νιώθω τη μεγαλύτερη ικανοποίηση που μπορεί αυτή η δουλειά να μου προσφέρει. Και ας μην ξεχνάμε ότι μπορεί σε τρεις ημέρες αυτή η ικανοποίηση να επαναληφθεί».
Η κάθε παράσταση είναι διαφορετική;
«Είναι, σίγουρα. Εχετε δίκιο. Κάθε φορά όμως που επί δύο ώρες καταφέρνεις κάτι να χτίσεις, να περάσεις όλα αυτά τα υπέροχα συναισθήματα στο κοινό, η ηθική ικανοποίηση είναι τεράστια. Δεν υπάρχει πιο υπέροχη ανταμοιβή από αυτή την αίσθηση».
Πώς νιώθετε που υπηρετείτε μια τέχνη που πεθαίνει εν τη γενέσει της;
«Στις ημέρες μας, με όλα τα τεχνικά μέσα που υπάρχουν, ο κάθε καλλιτέχνης μπορεί να αφήσει πίσω του ολόκληρη κληρονομιά».
Τι είναι αυτό που κάνει έναν τραγουδιστή να ξεχωρίζει από άλλους εξίσου καλλίφωνους συναδέλφους του;
«Ξέρετε τι πιστεύω ότι κάνει έναν καλλιτέχνη να ξεχωρίζει από όλους τους υπολοίπους, να είναι ένα βήμα μπροστά από τους άλλους; Κάθε φορά που τελειώνει μια παράσταση έχει σημασία πώς νιώθει ο θεατής… Αν μετά την παράσταση ο θεατής βιάζεται να πάει για φαγητό με τους φίλους μου και το πρώτο πράγμα που νιώθει την ανάγκη να κάνει μετά την παράσταση είναι να ψάξει να βρει τα κλειδιά του αυτοκινήτου του και το σακάκι του, αυτό σημαίνει ότι ο ερμηνευτής δεν κατάφερε να τον αγγίξει. Ο μεγάλος ερμηνευτής κολλάει στο μυαλό του θεατή του, αλλάζει τους χρόνους, τη διάθεση, τον απασχολεί. Ο μεγάλος ερμηνευτής μάς απασχολεί και μετά την παράσταση».
Εσείς τι κάνετε μετά από μία παράσταση;
«Ασχολούμαι με τους θαυμαστές μου. Οι θαυμαστές είναι ίσως από τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή ενός καλλιτέχνη. Μερικές φορές, όταν νιώθω κουρασμένος μετά από μια παράσταση, ενώ θα προτιμούσα να πάω στο σπίτι και να ξεκουραστώ, μένω και μιλάω με τον κόσμο γιατί λέω “πώς θα ένιωθα αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν έρθει να με δουν;”. Είναι πολύ ωραία αίσθηση να βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή και να ξέρεις ότι προσφέρεις κάτι από τον εαυτό σου. Οι άνθρωποι που έρχονται να σε δουν μετά στα καμαρίνια κατά κάποιον τρόπο είναι οι εκπρόσωποι του κοινού που κατάφερες να συγκινήσεις».
Πόσο η τελειότητα της ψηφιακής ηχογράφησης σκοτώνει την ερμηνεία; Δεν θα ήταν έλλειψη μεγάλη να μην ακούμε στις ημέρες μας την ανάσα της Κάλλας; Ισως σε αυτές τις παλιές ηχογραφήσεις να έχει μεγαλύτερη αξία η ανάσα της Κάλλας ακόμη και από την ίδια τη φωνή της.
«Εμένα μου δόθηκε η δυνατότητα να ηχογραφήσω και με τους δύο τρόπους. Η ψηφιακή ηχογράφηση ξεκίνησε γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και εγώ είχα ήδη ξεκινήσει να ηχογραφώ δίσκους από το 1972-73. Για να είμαι ειλικρινής, δεν βρίσκω να υπάρχει καμία τρομερή διαφορά. Αυτή η ανάσα που λέτε της Κάλλας θα υπήρχε ακόμη και αν είχε προλάβει να ηχογραφήσει ψηφιακά. Εχει να κάνει με την εκφραστικότητά της, με τον τρόπο που τραγουδούσε η Κάλλας. Μιλάμε για τη μεγαλύτερη τραγουδίστρια στην ιστορία της όπερας. Καμία άλλη πριν ή μετά από αυτήν δεν μπόρεσε να δώσει στο κοινό αυτά που του έδωσε η Μαρία Κάλλας».
Σήμερα υπάρχουν στιγμές που να σκέφτεστε την περιπέτεια της υγείας σας, τότε που σας χτύπησε η λευχαιμία; Εχω παρατηρήσει ότι δεν αποφεύγετε να μιλάτε δημόσια γι’ αυτή την εμπειρία σας.
«Αν το γεγονός ότι ξεπέρασα μια τόσο τρομερή αρρώστια δίνει σε ανθρώπους που υποφέρουν από το ίδιο πράγμα το κουράγιο να πιστέψουν ότι μπορούν και εκείνοι να νικήσουν, αυτό εμένα με κάνει να νιώθω ευτυχισμένος. Χαίρομαι τόσο πολύ που δεν κάνω πλέον καμία θεραπεία, που ζω μια ζωή εντελώς φυσιολογική, χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό. Οι γιατροί μου έχουν ανάψει 100% το πράσινο φως και αυτό για μένα είναι υπέροχο. Το Ιδρυμα είναι ό,τι καλύτερο βγήκε από μια πραγματικά πολύ δύσκολη περίοδο της ζωής μου. Τώρα πια ξέρω σε τι θα αφιερωθώ όταν σταματήσω να τραγουδάω».
Και πότε πιστεύετε ότι θα συμβεί αυτό;
«Α, τώρα μου βάζετε δύσκολα. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που θα μου το πει το κοινό. Προς το παρόν το όργανό μου δηλαδή, η φωνή μου είναι μια χαρά και έχω μέσα μου πολλά πράγματα ακόμη που θα ήθελα να μοιραστώ με τον κόσμο».
Μήπως η εκδήλωση της αρρώστιας οφειλόταν σε ψυχοσωματικά αίτια, όπως το στρες και ένα ιδιαίτερα φορτωμένο επαγγελματικό πρόγραμμα;
«Ειλικρινά δεν το πιστεύω. Ξέρω τα όσα λέγονται για το πόσα είδη ψυχοσωματικών ασθενειών υπάρχουν ή για το πόσο ο τρόπος της ζωής μας μπορεί να συμβάλει στην εκδήλωση τέτοιων ασθενειών. Στη δική μου περίπτωση πιστεύω ότι ήταν καθαρά βιολογικό. Πιθανόν να υπήρχε και μια γενετική προδιάθεση, αφού και η μητέρα μου και ο αδελφός της πέθαναν από καρκίνο. Κατά τη διάρκεια της αρρώστιας το κουράγιο και η υποστήριξη που είχα από πολλούς ανθρώπους με βοήθησαν να παλέψω και τελικά να νικήσω. Τότε ανακάλυψα ότι οι δύο τενόροι τους οποίους ο κόσμος έβλεπε ως αντιπάλους μου, ο Λουτσιάνο Παβαρότι και ο Πλάθιντο Ντομίνγκο, δεν είναι απλά δύο πολύ μεγάλοι τραγουδιστές αλλά και δύο υπέροχοι άνθρωποι. Κάθε φορά που έρχονταν να με δουν, όταν ήταν η στιγμή να φύγουν, γύρναγαν και μου έλεγαν: “Κουράγιο, πρωταθλητή! ” ή “Κοίτα να τα καταφέρεις γιατί, αν πάθεις κάτι, εγώ με ποιον θα έχω να αναμετρηθώ;”. Εμένα αυτές οι κουβέντες και άλλες πολλές που άκουσα από λιγότερο γνωστούς ανθρώπους με βοήθησαν να τα καταφέρω και να νικήσω την αρρώστια μου. Ετσι γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα ότι, αν ποτέ κατάφερνα να αναρρώσω, θα δημιουργούσα ένα Ιδρυμα που θα βοηθούσε τους ανθρώπους να πολεμήσουν την τρομερή αυτή αρρώστια. Τελικά, το Ιδρυμα ξεκίνησε από τη Βαρκελώνη το 1998 και αυτή τη στιγμή έχει ανοίξει γραφεία στις ΗΠΑ, στην Ελβετία και στην Αυστρία. Ο κύριος στόχος μας είναι να βοηθήσουμε την επιστημονική έρευνα, η οποία δείχνει ότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι έχουν σήμερα τη δυνατότητα να αναρρώσουν. Θα ήθελα λοιπόν να πω σ’ αυτούς που υποφέρουν ότι, ακόμη και αν υπάρχει μία πιθανότητα στο εκατομμύριο να αναρρώσουν, η πιθανότητα αυτή μπορεί να είναι η δική τους. Χρειάζεται αγώνας και να ψάξει κανείς μέσα του για να βρει δύναμη. Θα εκπλαγεί όταν δει πόσο μεγάλη είναι η δύναμη που κρύβεται μέσα μας».
Σας ευχαριστώ πολύ.
«Κι εγώ σας ευχαριστώ. Πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα».
