ΝΤΕΝΖΕΛ ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ
Η μητέρα του είναι γέννημα – θρέμμα του Χάρλεμ, «της καλύτερης και ασφαλέστερης γειτονιάς αυτού του πλανήτη». Και ο ίδιος, παρ’ ότι μεγάλωσε λίγο πιο δίπλα στο Mount Vernon, προτιμά να θεωρεί εαυτόν κομμάτι του παρεξηγημένου, μαύρικου κόσμου της Νέας Υόρκης που τόσο χυδαία «αμαυρώνουν» τα λευκά μίντια: «Ρίξτε μια ματιά στον ζωγράφο που φιλοτέχνησε την εικόνα που έχετε μπροστά σας και θα καταλάβετε τι εννοώ». Δεν τον ενδιαφέρει να γίνει ο Σίντνεϊ Πουατιέ των 90ς ούτε αν το περιοδικό «Elle» τον τοποθέτησε προσφάτως στη λίστα με τους σαγηνευτικότερους και ως εκ τούτου πλέον εξαργυρώσιμους σταρ του Χόλιγουντ (στην τρίτη θέση, βεβαίως, μετά τους καλοθρεμμένους WASPS Τομ Κρουζ και Μπραντ Πιτ). Αλλωστε έχει ανατραφεί με άλλους «κανόνες». «Κάποιος μου είπε κάποτε ότι οι φασαρίες σε περιμένουν κάθε πρωί που βγαίνεις από το σπίτι σου», λέει ως Easy Rawlins στην ταινία «Devil in a blue dress» (1995). «Το ερώτημα είναι αν θα καταφέρεις τελικά να τα βάλεις εσύ με τις φασαρίες ή όχι».
Η πρώτη του διαδρομή ήταν από την εκκλησία του πατέρα του στο κομμωτήριο της μητέρας του. Εμαθε από νωρίς για τον Θεό, τα γκόσπελ, την ηθική, την οικογένεια, τη μαγεία της καλοειπωμένης ιστορίας. Το δεύτερο εκ των τριών τέκνων των Ουάσιγκτον ξεκινά να δουλεύει από τα 11 του χρόνια, συνήθως μετά το σχολείο, σε κομμωτήρια και συνοικιακά ινστιτούτα καλλονής. Τρία χρόνια αργότερα οι γονείς του παίρνουν διαζύγιο και ο Ντένζελ τζούνιορ αποστέλλεται παρέα με τη μεγαλύτερη αδελφή του εσωτερικός σε ένα μακριά από τις ενδοοικογενειακές έριδες σχολείο της περιοχής. Αποφοιτώντας από το γυμνάσιο πηγαίνει για σπουδές δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Fordham της Νέας Υόρκης, αλλά η μαύρη γάτα μέσα του εποφθαλμιά ήδη άλλα ζοφερά σοκάκια. Ενας «Οθέλλος» και μερικοί ακόμη έγχρωμοι κατά προτίμηση πρωταγωνιστικοί ρόλοι στις παραστάσεις της σχολής, για τους οποίους το διδακτικό προσωπικό του Fordham ακόμη έχει να λέει, και δηλώνει έτοιμος.
Εν έτει 1977, με το πτυχίο και μια υποτροφία ανά χείρας, μεταβαίνει στο American Conservatory Theater του Σαν Φρανσίσκο. Ενα χρόνο αργότερα είναι αποφασισμένος να προχωρήσει στην καθέλκυση της επαγγελματικής του καριέρας· το κλινικό ακαδημαϊκό περιβάλλον δεν μπορεί να είναι αρκετό για ένα αγόρι του Χάρλεμ: μια βιογραφική τηλεταινία για την ολυμπιονίκη Γουίλμα Ράντολφ στα γυρίσματα της οποίας συναντά τη μελλοντική του σύζυγο Πολέτ Πίρσον , ο «Κοριολανός» με το New York Shakespeare Festival και το βραβείο Audelco για έναν πρώιμο Μάλκολμ Χ στο «When the chickens come home to roost».
Η εισβολή του στη μεγάλη οθόνη εγκαινιάζεται με την ταινία του Μάικλ Σουλτς «Λευκός γάμος, μαύρο παιδί» (1981). Ο ρόλος – στερεότυπο του νόθου υιού ενός λευκού γιάπι (Τζορτζ Σίγκαλ) που εμφανίζεται μια ωραία πρωία για να πει «Γεια σου, μπαμπά» και να κατεδαφίσει τα πάντα δεν είναι το κινηματογραφικό ντεμπούτο που είχε κατά νου· αρνείται μάλιστα πεισματικά να αναφερθεί στην εν λόγω ταινία. Το 1982 μετουσιώνεται σε δόκτορα Φίλιπ Τσάντλερ για τις ανάγκες της δημοφιλούς τηλεοπτικής σειράς «St. Elsewhere». Οι σκηνοθέτες του Χόλιγουντ τον έχουν προ πολλού εντοπίσει ο δεύτερος μαύρος ρόλος θεωρείται πάντοτε ατού, αν όχι για το box office, τουλάχιστον για μια εκκολαπτόμενη πολιτική ορθότητα και αδράχνουν την ευκαιρία. Το 1984 μία ακόμη τηλεταινία («Licence to kill») παρέα με τους Τζέιμς Φαρεντίνο και Ντον Μάρεϊ και ένας εξέχων ρόλος στην «Ιστορία ενός στρατιώτη» του Νόρμαν Τζούισον· το 1986 ένα αξέχαστο «πέρασμα» στη «Γοητεία της εξουσίας» του Σίντνεϊ Λιούμετ.
Η αφροαμερικανική κοινότητα διστάζει ακόμη να επιδείξει τα τέκνα της, αλλά ο Ρίτσαρντ Ατένμπορο αναζητεί απεγνωσμένα έναν μαύρο ηθοποιό για την «Κραυγή ελευθερίας» του (1987). Ο Ουάσιγκτον φέρεται από τον σκηνοθέτη ως ο πλέον κατάλληλος να υποδυθεί τον Στίβεν Μπίκο, τον δολοφονηθέντα αγωνιστή κατά του απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής. Εις το εξής οι επικοί ρόλοι θα γίνουν το σήμα κατατεθέν του. Το τελευταίο επεισόδιο του «St. Elsewhere» προβάλλεται κιόλας στην αμερικανική τηλεόραση όταν ο νεοαφιχθείς σταρ παίρνει τον πρώτο του αμιγώς βρετανικό ρόλο στην ταινία «Για τη βασίλισσα και την πατρίδα» του Μάρτιν Στέλμαν (1987). Η αληθινή απογείωση όμως θα λάβει χώρα με το «Γκλόρι, ο δρόμος για τη δόξα» του Εντουαρντ Ζούικ, όπου ο Ουάσιγκτον δεν φοβάται να σκοτωθεί επί της οθόνης μάλλον σπάνια παραχώρηση στους κόλπους του αμερικανοτραφούς σταρ σύστεμ. Ο αμερικανικός εμφύλιος θα του χαρίσει το πρώτο του Οσκαρ β’ ανδρικού ρόλου ενώ στους μνηστήρες των Οσκαρ αυτής της χρονιάς συγκαταλέγεται μία ακόμη μαύρη γάτα της έβδομης τέχνης, ο Μόργκαν Φρίμαν (για την αξέχαστη ερμηνεία του ως «Σοφέρ της κυρίας Ντέιζι»).
Οι συνάδελφοί του δεν διστάζουν να υποκύψουν στη γοητεία του μαζί με τα απανταχού φαν κλαμπ που έχουν εν τω μεταξύ φυτρώσει ανά τον πλανήτη. Ο Ζούικ μιλά για τις «εσωτερικές διεργασίες» του, ο Τομ Χανκς, συμπρωταγωνιστής του στο «Φιλαδέλφεια» (1993), για τη συνήθειά του να «τεστάρει κάθε φορά τις παραμέτρους κάθε σκηνής», ο Κέλι Λιντς για την επιμονή του να παραμένει ένας «βαθύτατα πνευματικός καλλιτέχνης». Οσο για την προσωπική του ζωή, αποτελεί ζωντανό παράδειγμα προς μίμηση μέσα στον κραυγαλέο αμοραλισμό του Χόλιγουντ. Παντρεμένος πάντα με την Πολέτ Πίρσον, αοιδό του Μπρόντγουεϊ ο Αρχιεπίσκοπος Ντέσμοντ Τούτου θα αναλάβει την τελετή της επανάληψης των αμοιβαίων όρκων πίστης του ζεύγους ένα ζεστό πρωινό στο Κεϊπτάουν , ανιχνεύει μετά μανίας τα μυστικά της πατρότητας χάρη στον Τζον Ντέιβιντ, στην Κάτια και στα δίδυμα Μάλκολμ και Ολίβια.
Και ενώ στον ελεύθερο χρόνο του αποστηθίζει εδάφια από τη Βίβλο, δεν παύει ποτέ να πολιορκεί το λευκό σύμπαν με τα μαύρικα μανιφέστα του. Ο Σπάικ Λι βρίσκεται ήδη στον δρόμο του και οι «Παραλλαγές σε ένα μπλουζ» (1990), το πρώτο, μάλλον χλιαρό, εγχείρημα του σκηνοθέτη, τον στέφουν τζαζίστα με πλείστες ανησυχίες. Δύο χρόνια αργότερα πρωταγωνιστεί στον «Μάλκολμ Χ» και ο μαύρος ηγέτης του «Εθνους του Ισλάμ» θα του χαρίσει μία υποψηφιότητα για Οσκαρ. Ακολουθούν το «Pelican Brief» του Αλαν Πάκουλα (1993) και η κινηματογραφική διασκευή του σαιξπηρικού «Πολύ κακό για το τίποτα» από τον Κένεθ Μπράνα. «Ο Ντένζελ Ουάσιγκτον συνδυάζει το πνεύμα με μια ισχυρότατη ρομαντική και σεξουαλική παρουσία», αποφαίνεται ενθουσιασμένος για το εύρημά του ο βρετανός ηθοποιός – σκηνοθέτης.
Το «Virtuosity» (1995) του δίνει για πρώτη φορά την ευκαιρία να αποποιηθεί τον ρόλο του μαύρου ακτιβιστή και να αφεθεί για λίγο στη ματαιότητα ενός φουτουριστικού θρίλερ. Την ίδια χρονιά βάζει τα σκαριά της δικής του εταιρείας παραγωγής ονόματι Mundy Lane Entertainment (εμπνευσμένη από τον δρόμο στον οποίο μεγάλωσε) και παρουσιάζει το «Devil in a blue dress». Δηλώνει όμως απηυδισμένος από τη σοβαροφάνεια της φιλμογραφίας του και ας βρίσκεται ήδη στη λίστα με τους 100 ισχυρότερους άνδρες της κινηματογραφικής βιομηχανίας που εξέδωσε φέτος το περιοδικό «Premiere». Αυτή τη φορά θέλει να αποφύγει τους μεγαλόσχημους τίτλους: ο ρόλος του Ντάντλεϊ, ενός αγγέλου εξ ουρανού που έρχεται να συνδράμει τη Γουίτνεϊ Χιούστον στην κωμωδία «The Preacher’s wife» της Πένι Μάρσαλ, θα είναι ένα λίαν ευχάριστο διάλειμμα.
Οι λοιπές μαύρες γάτες δεν παύουν ποτέ να γυροφέρνουν τη γειτονιά του και ας έχει πλέον μετακομίσει μετά της οικογενείας του στην πρώην έπαυλη του Γουίλιαμ Χόλντεν στο Λος Αντζελες. Το απαρτχάιντ είναι στη ζωή του, όπως και οι δολοφονίες των σκληροπυρηνικών ράπερ, οι Μάλκολμ Χ, οι Στίβεν Μπίκο. «Είμαι πλέον 40 χρόνων, δεν είμαι 20, γνωρίζω πλέον τι γίνεται. Μεγάλωσα με φόνους και συμμορίες και θέλω να διοχετεύσω τα βιώματά μου σε μια θετική δύναμη». Οσο για τις αδηφάγες σόου μπίζνες; «Το Χόλιγουντ είναι πάνω από όλα βιομηχανία και αφού οι γκάγκστερ γεμίζουν τα ταμεία, ας τους δώσουμε 50 ταινίες με νέγρικες συμμορίες. Δείτε πόσα φιλμ με εξωγήινους θα κάνουν την εμφάνισή τους μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Δεν έχει πλέον να κάνει με το λευκό και το μαύρο. Πρόκειται πλέον για την κουλτούρα του πράσινου!».
Για τηγανίτες από σελιλόιντ
Το φιλμ είναι όπως η τηγανίτα: πρώτα την φτιάχνεις, έπειτα την βάζεις πάνω στο τραπέζι σου. Ο ένας καλεσμένος θα πει «δεν μου αρέσει», ο άλλος «είναι η νοστιμότερη τηγανίτα που έχω ποτέ δοκιμάσει» και ο τρίτος «είναι απαίσια». Οσο για μένα, δεν είμαι σε θέση να εκφέρω γνώμη. Από εμένα εξαρτάται συνήθως να «πετύχει» η συνταγή.
Για τις προτεραιότητες σε αυτή τη ζωή
Θεός, οικογένεια, δουλειά. Αμερικανικό ποδόσφαιρο.
Για την αγαπημένη του Πολέτα
Γνωριστήκαμε στα γυρίσματα μιας τηλεταινίας. Μόλις είχα αποφοιτήσει και πήρα ένα ρόλο στη «Γουίλμα», τη βιογραφία της αθλήτριας Γουίλμα Ράντολφ. Υποδυόμουν τον φίλο της που έγινε και σύζυγός της. Υπήρχε και μια συναθλήτριά της, ονόματι Φαγκς, η οποία είχε κερδίσει στο Ελσίνκι εν έτει 1953. Αυτή ήταν η Πολέτ, η μετέπειτα δική μου σύζυγος.
Για την απιστία
Θα είμαι ειλικρινής σε αυτό το θέμα. Οταν είσαι σταρ, οι πειρασμοί βρίθουν και δεν μπορώ να πω ότι υπήρξα τέλειος.
Για τους επίγειους αγγέλους
Ενας άγγελος πρέπει να πέρασε κάποια στιγμή από δίπλα μου. Νομίζω ότι ολόκληρη η ζωή μου έχει δεχθεί το άγγιγμα του Θεού. Οταν αποκτήσαμε το πρώτο μας παιδί συνειδητοποίησα ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο να ζεις και στο να κερδίζεις το ψωμί σου. Ως τότε είχα ταυτίσει τη ζωή με τη δουλειά μου. Οταν απέκτησα οικογένεια η δουλειά μου έγινε απλώς το μέσο για να κερδίζω χρήματα. Το παιδί ήταν πλέον η ζωή μου. Πρόκειται για ένα θαύμα, ένα αληθινό θαύμα που εκτυλίσσεται ξαφνικά μπροστά στα μάτια σου. Ευτυχώς σήμερα έχουμε τέσσερα.
Για την πιο ρομαντική έγγαμη στιγμή
Οταν επαναλάβαμε τους αμοιβαίους όρκους πίστης της γαμήλιας τελετής στη Νότια Αφρική. Παραβρέθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Ντέσμοντ Τούτου. Ηταν Πέμπτη πρωί, αν θυμάμαι καλά. Εκανε μια μικρή λειτουργία για τους εργάτες, τους ανθρώπους της εκκλησίας, καμιά δεκαπενταριά άτομα συνολικά. Ηταν ακόμη πολύ νωρίς το πρωί, το Κέιπταουν δεν είχε ακόμη ξυπνήσει. Εμείς βρεθήκαμε τυχαία εκεί και απλώς αποφάσισε να μας κάνει επανάληψη των όρκων. Βρισκόμασταν ανάμεσα σε ξένους. Ηταν η 13η επέτειός μας. Ηταν αληθινά μια πολύ ξεχωριστή ημέρα για μένα.
Για τις φωνητικές ικανότητές του
Οταν συνεργάστηκα με τη Γουίτνι Χιούστον (σ.σ.: για τις ανάγκες της ταινίας «The preacher’s wife») χρειάστηκε να κάνω κάποιες προσπάθειες. Η αλήθεια είναι ότι ακούγομαι χάλια. Είχα συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι είμαι παράφωνος, έτσι απλώς είπα «δώσε μου την ευκαιρία να είμαι λίγο παραπάνω παράφωνος». Αισθανόμουν βέβαια και μια κάποια αμηχανία να τραγουδώ δίπλα στη Γουίτνι Χιούστον. Ηταν μια δοκιμασία για μένα.
Για την κοινότητα των μαύρων
Γιατί έχουν όλοι την εντύπωση ότι η δική μας κοινότητα βρίσκεται στα πρόθυρα της απόγνωσης; Εσείς, όπως και εγώ ο ίδιος πολλές φορές, έχετε πέσει θύμα των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Δεν είναι οι Αφροαμερικανοί που διαπράττουν όλους τους φόνους και όλες τις ληστείες. Οι λευκοί έρχονται πρώτοι στις λίστες. Στην τηλεόραση όμως επιμένουν να σου παρουσιάζουν τους μαύρους ως κύριους υπευθύνους όλων των δεινών αυτού του κόσμου. Δεν υπάρχει λόγος να μας αντιμετωπίζετε σαν δύσμοιρους και απεγνωσμένους. Η μητέρα μου μεγάλωσε στο Χάρλεμ. Και εγώ θεωρώ ότι οι ρίζες μου βρίσκονται εκεί, παρ’ ότι μεγάλωσα λίγο πιο δίπλα, στο Mount Vernon. Για μένα είναι η καλύτερη και ασφαλέστερη γειτονιά σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Για τον Μάτζικ και τη σινε-βιομηχανία
Νομίζω ότι οι όλο και αυξανόμενες σχέσεις μας με τη διανομή είναι ιδιαίτερα θετικές. Μας δίνουν λίγο περισσότερη αυτονομία. Είμαι αληθινά ενθουσιασμένος που ο Μάτζικ Τζόνσον έχει εισβάλει σ’ αυτόν τον χώρο. Απ’ ό,τι γνωρίζω έχει κιόλας πάει στη Νότια Αφρική με απώτερο στόχο να επεκτείνει τις εκεί μπίζνες. Με χαροποιεί η προοπτική να είναι ο ίδιος επικεφαλής 500 ή και 1.000 κινηματογραφικών αιθουσών στο άμεσο μέλλον.
Για το πώς να γίνεις φαιδρός
Οταν είσαι νέος και σε αποκαλούν «σοβαρό ηθοποιό» αποδέχεσαι τον τίτλο. Οσο μεγαλώνεις όμως μαθαίνεις να απλοποιείς τη ζωή σου. Νομίζω ότι όταν ήμουν πιο νέος ήμουν σαφώς πιο μελαγχολικός απ’ ό,τι τώρα. Ισως όσο περνάει ο καιρός να γίνομαι και πιο ηλίθιος ή κάτι τέτοιο.
Για τους… μελίρρυτους ρόλους
Δεν βρίσκω τίποτε το μεμπτό στο να μετάσχεις σε μια γλυκιά, μελό ταινία… Εχω ήδη κάνει αρκετά σκληρά φιλμ.
