Στο τελευταίο τεύχος του 1996 η σελίδα του «Εκόνομιστ» που αφιερώνεται στη νεκρολογία ενός κάθε φορά επιφανούς μεταστάντος καταλαμβάνεται από τα βιογραφικά στοιχεία και τη φωτογραφία του Σαν Γιαοτίνγκ, που άφησε τον κόσμο στις 17 Δεκεμβρίου, σε ηλικία 93 ετών. Ηταν ο τελευταίος ευνούχος του τελευταίου αυτοκράτορα της Κίνας.
Ανακτορικός ευνούχος ήταν τίτλος επίζηλος. Με τη δύση του ηλίου όλοι οι αξιωματούχοι όφειλαν να εγκαταλείψουν την Απαγορευμένη Πόλη. Στο Ανάκτορο των Μαντσού, που κυβερνούσαν την Κίνα από τον 17ο αιώνα, παρέμεναν μόνο ο ίδιος ο αυτοκράτορας, οι γυναίκες του και οι ευνούχοι. Η στενή σχέση των ευνούχων με τον αυτοκράτορα τους επέτρεπε διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες που τους απέφεραν πλούτο και επιρροή.
Ωστόσο ο Σαν Γιαοτίνγκ δεν έμελλε να ακολουθήσει τον πεπατημένο κύκλο του αυλικού ούτε να αποκτήσει ποτέ του χρήματα. Εγινε ευνούχος στα οκτώ του χρόνια. Ενα χρόνο μετά, το 1912, έγινε Δημοκρατία η Κίνα. Ο αυτοκράτορας Που Γι, που παραιτήθηκε, εξακολούθησε να ζει στην Απαγορευμένη Πόλη ως ανίσχυρος ένοικος μιας ταριχευμένης πραγματικότητας, ως το 1941 οπότε, ως όργανο των Ιαπώνων, κατέφυγε στο Τόκιο. Σε όλο αυτό το διάστημα, ο Σαν Γιαοτίνγκ έπαιζε συχνά τένις με τον αυτοκράτορα και ανάμεσά τους είχε αναπτυχθεί κάποιο είδος φιλίας.
Μετά την επικράτηση του κομμουνισμού ο Σαν Γιαοτίνγκ βρήκε καταφύγιο σε διάφορους ναούς. Αποκρύπτοντας επιμελώς τα αντεπαναστατικά του αισθήματα επεβίωσε όλων των διώξεων. Και με το κύρος της μακροβιότητας, περί το τέλος της ζωής του, κλήθηκε, ως μνημείο του ιστορικού παρελθόντος, να επισκεφθεί τιμητικά την Απαγορευμένη Πόλη που έχει γίνει Μουσείο.
Ολόκληρη η ζωή του Σαν Γιαοτίνγκ μοιάζει να ξετυλίχθηκε άγονα σε ενδιάμεσους διαδρόμους. Βιολογικά ουδέτερος, ανάμεσα στην αρρενωπότητα και στην εκθήλυνση, έπαιζε τον αυλικό του ρόλο στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στη δυναστεία των Μαντσού και στο καθεστώς του Μάο. Εζησε σε ναούς μετέωρους, ανάμεσα στην παλιά πίστη και στη θεσμοποιημένη αθεΐα. Και τιμήθηκε από τους αντιπάλους ως ακίνδυνος μέτοικος μιας παρωχημένης πραγματικότητας. Και, το χειρότερο, οι μεταιχμιακές εμπειρίες φαίνεται ότι επέπρωτο να τον ακολουθήσουν και μετά θάνατον: «Αφού πεθάνω θα γυρίσω πίσω στη γη σαν σκύλος ή σαν γάτα», έλεγε συντετριμμένος στα γεράματά του.
Ο λόγος της απελπισίας του ήταν ότι είχε χαθεί κάθε πιθανότητα να επανακτήσει τα αποκοπέντα τμήματα του σώματός του και να ταφεί μαζί τους, οπότε θα παραδινόταν ακέραιος στον κύκλο της μετεμψύχωσης και θα επανερχόταν στη ζωή σαν σωστός άντρας. Ακριβώς επειδή αυτή ήταν η κυρίαρχη πίστη οι εκτελούντες τους ευνουχισμούς στην Κίνα κρατούσαν τα αποκοπέντα όργανα, τα απεξήραιναν, τα αρχειοθετούσαν και τα εφύλασσαν για να τα πουλήσουν ακριβά στον ευνούχο μόλις αυτός αποκτούσε χρήματα. Ο Σαν Γιαοτίνγκ, όμως, δεν είχε αποκτήσει χρήματα. Και κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης ο κάτοχος των αντικειμένων που θα έδιναν πληρότητα στη μετενσάρκωσή του τα κατέστρεψε, για τον φόβο των Ερυθροφρουρών.
Οι εξωτικές ιστορίες πολύ συχνά φωτίζουν καταλυτικά την παρούσα πραγματικότητα. Αυτό το ήξερε καλά ο Αίσωπος όταν διηγιόταν ιστορίες με ζώα, το ήξερε ο Μοντεσκιέ όταν έγραφε τις «Περσικές Επιστολές» και μάλλον το ξέρει και ο κύριος Πρωθυπουργός όταν επιλέγει κινεζικές παροιμίες. Ισως και η ιστορία του Σαν Γιαοτίνγκ, ενώ η χιλιετία εκπνέει, να μη στερείται παντελώς σηματοδοτήσεων.
Ο ευνούχος δεν εμφανίζει μόνο το ενδιαφέρον μιας αναχρονιστικής και βάρβαρης παραδοξότητας, ούτε αποκλειστικό χαρακτηριστικό του είναι η σεξουαλική απροσφορότητα. Ο ευνούχος είναι, κατά κανόνα, και μια κινούμενη δήλωση απόλυτης νομιμοφροσύνης. Ματαιώνει την ερωτική δυναμική, απεμπολεί την αναπαραγωγική λειτουργία και παραιτείται από ηγεμονικές απολαύσεις όπως είναι η ηδονή και η δόξα. Ακρωτηριάζεται από κάθε προοπτική φυγόκεντρη από την αφοσίωση στον κύριό του. Και για ανταμοιβή αρκείται σε ό,τι και ο σκύλος: στην τροφή και στη διαταγή. Ισως η επιβίωση του Σαν Γιαοτίνγκ στο μαοϊκό καθεστώς να μην οφείλεται μόνο στην ακτινοβολία μιας ιστορικής νοσταλγίας: κάθε καθεστώς στέργει στην υπακοή και μια τόσο γνήσια εκδοχή της, όπως ο ευνούχος, δεν μπορεί παρά να είναι σεβαστή και διατηρητέα.
Σήμερα, στηριγμένοι στις μύτες των ποδιών μας προσπαθούμε να δούμε τι θα έρθει τον επόμενο αιώνα. Αυτάρεσκοι μέσα στη ναρκισσιστική πίστη ότι όλα προοδεύουν. Ο Γιαοτίνγκ όμως μας τραβάει από το μανίκι.
Είναι όπως στη φωτογραφία τού «Εκόνομιστ». Κρατάει μπροστά στο στόμα του το χέρι με τα έντονα σημάδια της παραμορφωτικής αρθρίτιδας. Σαν να θέλει να εμποδίσει έναν μορφασμό ή μια κραυγή. Θέλει άραγε να κλάψει που αντικρίζει ξανά την Απαγορευμένη Πόλη; Να εξηγήσει στον νεαρό που φοράει γυαλιά τύπου Που Γι της μόδας μετά την ταινία του Μπερτολούτσι ποιος ήταν ο Αυτοκράτορας; Να καταραστεί το νέο καθεστώς; Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι ο Σαν Γιαοτίνγκ κάνει την κίνηση που δείχνει ότι ξέρει το καθήκον του καλού αυτοκατορικού ευνούχου: να μην αφήσει ποτέ να ανελίσσεται ο εαυτός του.
Ο Σαν Γιαοτίνγκ μάς γνέφει και ετοιμάζεται να δρασκελίσει τον αιώνα. Ξέροντας πως η εξουσία μένει πάντοτε η ίδια, αρχέγονη και πρωτόγονη. Και στέργει στην υπακοή, στη διαταγή, στον σεβασμό της δύναμης.
