Μπιλ Μάρεϊ

κινηματογράφος Μπιλ Μάρεϊ " Είμαι ανοργάνωτος και τεμπέλης " Χάνοντας τον προσανατολισμό του στο Τόκιο ο 53χρονος ηθοποιός βρήκε την αγάπη στο πρόσωπο της Σκάρλετ Γιόχανσον αλλά και τον σεβασμό της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου προς αυτόν Υστερα από 36 κινηματογραφικές ταινίες, εφέτος, στα 53 του και για πρώτη φορά, ο Μάρεϊ διεκδίκησε το Οσκαρ A´ανδρικού ρόλου. Εχασε μεν το βραβείο από

Μπιλ Μάρεϊ

” Είμαι ανοργάνωτος και τεμπέλης ”





Υστερα από 36 κινηματογραφικές ταινίες, εφέτος, στα 53 του και για πρώτη φορά, ο Μάρεϊ διεκδίκησε το Οσκαρ A´ανδρικού ρόλου. Εχασε μεν το βραβείο από τον Σον Πεν, σίγουρα όμως κέρδισε διά παντός μια θέση στην καρδιά μας. Για την ταινία «Χαμένοι στη μετάφραση» και για τη σχέση του με τη φήμη και τις παρενέργειές της ο Μπιλ Μάρεϊ είχε μιλήσει στο «Βήμα» πολύ προτού η «μικρή» αυτή ταινία γίνει ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα της τρέχουσας σεζόν. Ας τον θυμηθούμε.




«Mπορεί κάποιος να μου εξηγήσει τι είναι αυτό το αντικείμενο;». Ο Μπιλ Μάρεϊ προσπαθεί να παίξει με ένα κομπολόι, το οποίο εμφανώς δεν ξέρει πώς να χειριστεί. H εμφάνισή του θυμίζει αμερικανό τουρίστα στην Ακρόπολη: μπεζ βερμούδα, πολύχρωμο χαβανέζικο πουκάμισο, αθλητικά παπούτσια, άσπρες κάλτσες. Κάθεται χαλαρά με το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο σε μια λευκή πλαστική καρέκλα κάτω από την τεράστια τέντα στην αυλή του βενετσιάνικου ξενοδοχείου «Des Bains». Απλός, ευγενής, αλλά και με έναν περίεργο τρόπο απόμακρος (χαρακτηριστικό άλλωστε πολλών κινηματογραφικών ηρώων του), ο Μάρεϊ έχει ήδη κρατήσει τους τύπους ρωτώντας το δημοσιογραφικό γκρουπ αν ο ήλιος είναι ενοχλητικός.


Καθ’ ότι ο υπογράφων ήταν ο μοναδικός Ελληνας του γκρουπ, έμελλε να ακολουθήσει μια σύντομη εξήγηση για τις ιδιότητες του κομπολογιού, μία από τις οποίες αφορά και το κόψιμο του τσιγάρου. Το βλέμμα του Μάρεϊ παρέμεινε απαθές, ακριβώς όπως εκείνο του «καφκικού» Φιλ Κόνορς που ο ηθοποιός υποδύθηκε στη «Μέρα της μαρμότας». Ενός ανθρώπου που, παρ’ ότι είχε απελπισθεί με το να ζει και να ξαναζεί την ίδια ημέρα, προτιμούσε να μην αφήνει την απελπισία να φαίνεται στην έκφρασή του. «Σίγουρα δεν έχει κάποια σχέση με τη θρησκεία;» επιμένει αγέλαστος ο Μάρεϊ, συγχέοντας προφανώς το κομπολόι με το κομποσκοίνι.


Ο διάσημος αλλά υποτιμημένος – ως πρόσφατα – αμερικανός κωμικός ηθοποιός, αρκετό καιρό πριν από την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων των Οσκαρ 2004, είχε βρεθεί στη Βενετία για την προώθηση της ταινίας «Χαμένοι στη μετάφραση», η οποία, όπως απεδείχθη, του χάρισε την πρώτη υποψηφιότητά του σε αυτά τα βραβεία. Για όσους τυχόν δεν θυμούνται η ευρωπαϊκή καριέρα της τρυφερής, βαθύτατα ανθρώπινης ταινίας της Σοφίας Κόπολα, που κέρδισε τελικώς το Οσκαρ πρωτότυπου σεναρίου, άρχισε μετά τον θόρυβο που προκάλεσε στην περυσινή Μόστρα, όπου παίχθηκε σε παράλληλο τμήμα.


Ωδή στη μοναξιά


Στους «Χαμένους στη μετάφραση» η Κόπολα συνέθεσε μια γλυκόπικρη ωδή για τον κόσμο των μοναχικών: ο Μάρεϊ υποδύεται τον Μπομπ Χάρις, έναν έκπτωτο ηθοποιό κάποιας ηλικίας ο οποίος βρίσκεται στο Τόκιο για ένα ακριβοπληρωμένο διαφημιστικό. H τύχη τον φέρνει κοντά στη Σαρλότ (Σκάρλετ Γιόχανσον), μια συμπατριώτισσά του που συνοδεύει τον εκτός πραγματικότητας φωτογράφο φίλο της (Τζιοβάνι Ρίμπισι) και «τρώει» την ώρα της μόνη κάνοντας βόλτες εντός και εκτός ξενοδοχείου. Ο Μπομπ και η Σαρλότ θα μοιρασθούν το ένα πράγμα που πραγματικά χρειάζονται: την παρέα.


«Οταν διάβασα το σενάριο, ακόμη και όταν υποδυόμουν τον ρόλο του Μπομπ, δεν μπορούσα με τίποτε να φανταστώ πόσο καλά επρόκειτο να λειτουργήσει ως σύνολο» λέει για την ταινία ο Μάρεϊ. «Νομίζω ότι η Σοφία πέτυχε πέρα για πέρα τον στόχο της πείθοντας ότι μπορεί να υπάρξει έρωτας χωρίς την καταστροφή ζωών, χωρίς την αθέτηση υποσχέσεων και χωρίς την καταπάτηση όρκων που έχουν δοθεί σε τρίτους. Την ξέρουμε την κατάσταση που αφηγείται η ταινία. Είσαι “κάπως” και αίφνης συναντάς ένα άγνωστο πρόσωπο. Του “ανοίγεσαι” πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στον συνάνθρωπό σου γιατί δεν έχεις τίποτε να χάσεις. Και ανακαλύπτεις ότι αυτή η πλευρά που ανοίγεις είναι πανέμορφη. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι οι “Χαμένοι στη μετάφραση” θα αγγίξουν πολλούς άντρες. Πιστεύω ότι πολλοί θα βρουν τον εαυτό τους σε παρόμοιες καταστάσεις, όπου η ελευθερία σε κάνει να νομίζεις ότι έχεις την εξουσία, την οποία στην πραγματικότητα δεν έχεις. H πραγματική εξουσία είναι να μπορείς να κάνεις τη σωστή επιλογή».


Συμβιβασμοί και ξεπούλημα


Το κωμικό ταλέντο του Μπιλ Μάρεϊ δεν μένει ανεκμετάλλευτο από την Κόπολα. Αρκεί να τον παρατηρήσει κανείς ενώ προσπαθεί να εισπράξει τις ακατανόητες οδηγίες του ιάπωνα σκηνοθέτη που γυρίζει το διαφημιστικό για το οποίο ο Μπομπ βρίσκεται στο Τόκιο. «Πριν από καμιά δεκαριά χρόνια βρέθηκα ξανά στο Τόκιο και είδα μια διαφήμιση καφέ με τον Χάρισον Φορντ. Λίγο προτού αρχίσουμε τα γυρίσματα της ταινίας η Σοφία μου έστειλε μια φωτογραφία του Κέβιν Κόστνερ που διαφήμιζε ένα ουίσκι επίσης στην Ιαπωνία. H έκφραση στο πρόσωπό τους ήταν πανομοιότυπη. Πώς να μην “πιαστείς” από αυτό το γεγονός; Πιστεύω ότι ο ηθοποιός που παίζει σε διαφημίσεις πουλάει κάτι στο οποίο δεν πιστεύει – ίσως να μην του αρέσει κιόλας» λέει ο Μάρεϊ. «Παρ’ ότι δεν έχω κάνει ποτέ διαφημίσεις, είμαι σε θέση να αντιληφθώ το πώς νιώθει ένας ηθοποιός όταν εμφανίζεται σε αυτές. Νιώθει κάπως σαν φορέας κοροϊδίας και κίνητρό του είναι μόνο τα χρήματα, κάτι που με τις ταινίες μου δεν έχω νιώσει ποτέ. Οι ταινίες είναι δικές μου».


Οχι βεβαίως ότι οι συμβιβασμοί λείπουν από τη ζωή του. Ο Μάρεϊ αγαπά τη δουλειά του αλλά δεν μπορεί να μην εντοπίσει τις «παρενέργειες». «Θα προτιμούσα, π.χ., αντί να κουβεντιάζω μαζί σας, να βρίσκομαι σε κάποιο κινηματογραφικό σετ. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι ακόμη και αυτό που κάνω τώρα εδώ θεωρείται κομμάτι της ίδιας δουλειάς. Δεν παύει όμως να είναι πάρεργο». Για τον Μπιλ Μάρεϊ η διαδικασία πώλησης μιας ταινίας και το πλασάρισμα του ηθοποιού ώστε να γίνει διάσημος, αν κάτι τελικά αποφέρουν, είναι «μια αξιοπρεπή θέση στα καλά εστιατόρια και το να κάνουν οι τροχονόμοι τα στραβά μάτια όταν πρόκειται να σου δώσουν κλήση».


Καριέρα-καρδιογράφημα


Ο Μάρεϊ άρχισε να γεύεται από αρκετά νωρίς τη γλύκα της διασημότητας, αλλά η καριέρα του μοιάζει με καρδιογράφημα: πάνω-κάτω, πάνω-κάτω. Μαζί με τους Τζον Μπελούσι, Νταν Ακρόιντ, Στιβ Μάρτιν και Τσέβι Τσέις ο Μάρεϊ ανήκει στη γενιά των μεγάλων ταλέντων που στα μέσα προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έβγαιναν από τη ριζοσπαστική κωμική σειρά της αμερικανικής τηλεόρασης «Saturday night live».


H «μετάθεσή» του στον κινηματογράφο έγινε περί τα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Παρ’ ότι όμως έκανε επιτυχίες στην Αμερική, ο Μάρεϊ είχε πάντα πρόβλημα με τη διεθνή καταξίωσή του. Με την εξαίρεση ταινιών όπως το «Γκοστμπάστερς» και «H μέρα της μαρμότας», παρέμενε μεγάλο όνομα κυρίως στις ΗΠΑ.


H «διαδικασία πώλησης του εαυτού του», στην οποία αναφέρθηκε παραπάνω, θα πρέπει να μην εντασσόταν στις προτεραιότητές του, ενώ η εξαιρετικά δυσάρεστη περίοδος της ανάμειξής του με ναρκωτικά έπαιξε επίσης αρνητικό ρόλο στην πορεία του ηθοποιού, ο οποίος σήμερα μετρά δύο γάμους και έξι παιδιά (ο ίδιος είναι το πέμπτο από εννέα αδέλφια).


Συν τοις άλλοις, όπως ο ίδιος λέει, «πολλές φορές προτιμώ να μην “απαντώ στο τηλέφωνο”. Δεν απάντησα για τη δεύτερη ταινία “Αγγελοι του Τσάρλι”. Είναι σαν να λες “όχι” χωρίς να το λες. Σίγουρα δεν με ενδιέφερε ως ταινία».


Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Μάρεϊ αποκαλεί εαυτόν «ανοργάνωτο» και «τεμπέλη». «Αλλωστε με ενδιαφέρουν πολλά πράγματα πέραν της δουλειάς μου» λέει ο ηθοποιός, ο οποίος εδώ και πολλά χρόνια ασχολείται με το επαγγελματικό μπέιζμπολ ως ιδιοκτήτης ομάδων.


«Δεν συμφώνησα ποτέ με τον όρο “κυνικός” ο οποίος συχνά αποδίδεται στους ήρωές μου, ακόμη και στον Μπομπ Χάρις τού “Χαμένοι στη μετάφραση”» λέει ο Μάρεϊ όταν ερωτάται αν υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στους ήρωες που υποδύεται και στην προσωπικότητά του. «Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο “κυνικός” και στο “σκεπτικός”, κάτι που πιστεύω ότι είμαι και στη ζωή μου. Ο κυνικός άλλωστε δεν διακρίνεται από αισιοδοξία και εγώ έχω μεγάλα αποθέματα αισιοδοξίας μέσα μου. Θα ακουσθεί παράξενο αλλά γελώ με πολλά πράγματα. Ο κυνικός δεν διασκεδάζει εύκολα».


Πώς έφθασε στα Οσκαρ Σταθμοί μέσα από 28 χρόνια δουλειάς και 36 ταινίες


«Τα μεζεδάκια» (1979)


Το «όχημα» του Μάρεϊ από το «Saturday night live» της τηλεόρασης στον κινηματογράφο ήταν αυτή η αναρχική μαύρη κωμωδία, απόηχος της χαρακτηριστικής τρέλας των αδελφών Μαρξ.


«Γκοστμπάστερς» (1984)


Φαντάσματα αναστατώνουν τους δρόμους της Νέας Υόρκης και οι Γκοστμπάστερς – είς εκ των οποίων και ο Μάρεϊ – δίνουν τη λύση. Μεγάλη εμπορική επιτυχία. Είχε και συνέχεια.


«Στην κόψη του ξυραφιού» (1984)


Την ίδια χρονιά με τους «Γκοστμπάστερς» ο Μάρεϊ εμφανίστηκε στον δραματικό ρόλο του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος του Σόμερσετ Μομ. Δεν έπεισε κανέναν και η ταινία απέτυχε.


«Πάρε το χαρτί και τρέχα» (1991)


Το δεύτερο χαστούκι στην καριέρα του ηθοποιού ήταν η (μοναδική ως τώρα) προσπάθειά του να σκηνοθετήσει. Το αμερικανικό ριμέικ της γαλλικής αστυνομικής κωμωδίας «Hοld up» (1985), στο οποίο ο Μάρεϊ επίσης πρωταγωνιστεί, υπήρξε παταγώδης αποτυχία.


«H μέρα της μαρμότας» (1993)


«Είναι μια φιλοσοφική ιστορία κωμωδίας και τρόμου» λέει ο Μάρεϊ για την ταινία-σήμα κατατεθέν του, μια ξεκαρδιστική παραβολή επάνω στο άγχος της καθημερινότητας. «Μου αρέσει που άγγιξε τόσο πολύ διαφορετικό κόσμο και είναι τιμή μου που τη λατρεύουν οι βουδιστές».


«Rushmore, o αρχάριος» (1998)


H πρόσφατη ανάκαμψη του Μάρεϊ οφείλεται κατά πολύ στον σκηνοθέτη Γουές Αντερσον, ο οποίος τον επέλεξε για τον ρόλο ενός εκκεντρικού πλουσίου που γίνεται ο μέντορας ενός 17χρονου στο «Rushmore». Ο Μάρεϊ έπαιξε και στην «Οικογένεια Τένενμπαουμ» του Αντερσον, ενώ μια τρίτη ταινία τους, το «The life aquatic», γυρίζεται αυτή την εποχή.


H ταινία «Χαμένοι στη μετάφραση» επαναπροβάλλεται αυτή την εποχή στις αίθουσες Αστυ, Odeon Αβάνα και Αφαία Filmcenter της Αθήνας, Βακούρα της Θεσσαλονίκης και Thessalia 4 της Λάρισας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version