Εφέτος γιορτάζει τα 20ά του γενέθλια και μια συντάκτρια των «Βλεμμάτων» καταθέτει την προσωπική της σχέση με αυτό το μαγικό εγχειρίδιο εθελουσίας (μουσικής) απομόνωσης
Εμαθα πριν από λίγες ημέρες ότι το γουόκμαν έχει γενέθλια. Κλείνει τα 20. Σκέφτηκα αμέσως ότι δεν υπάρχει κανένα άλλο αντικείμενο με το οποίο να έχω ταυτιστεί τόσο. Δεν είναι όπως το κομπιούτερ που το γνώρισα στην όψιμη εφηβεία και έγινε με τον καιρό ένα εργαλείο δουλειάς. Ούτε όπως η τηλεόραση που την εκπαραθύρωσα προ πενταετίας. Το γουόκμαν μου και εγώ ουσιαστικά μεγαλώσαμε μαζί, έχοντας ακριβώς 10 χρόνια διαφορά. Και έχω μαζί του μια σχέση η οποία αναπτύσσεται στους κοντινούς συγγενείς: δεν εκτίμησα ποτέ την παρουσία του επειδή τη θεωρούσα πάντα δεδομένη.
Την άνοιξη του 1979 λανσαρίστηκε στην ιαπωνική αγορά το πρώτο γουόκμαν και το μοντέλο του μπήκε στα μουσεία ντιζάιν με το όνομα TPS-L2. Το πρώτο κασετοφωνάκι με ακουστικά κατασκευάστηκε για να ικανοποιήσει την επιθυμία του Ακιο Μορίτα της Sony να ακούει μουσική την ώρα του τένις.
Βάσει της ιδέας του μια ομάδα εργάστηκε επί ένα χρόνο στο «Σχέδιο Ζ» κάνοντας ταυτόχρονα αντιπερισπασμό στο τμήμα βίντεο που είχε πάρει πολύ τα πάνω του. Δεν είμαι βέβαιη για το πότε ακριβώς άκουσα μουσική από γουόκμαν. Λογικά θα ήταν κανά δυο χρόνια αργότερα γιατί δεν είχα ακόμη τελειώσει το δημοτικό. Θυμάμαι τη σκηνή σαν τώρα: ήταν μεσημέρι, στη γωνία κάτω από το πατρικό μου σπίτι και με είχαν στείλει να αγοράσω ψωμί. Συνάντησα τη Μαρία Π. που είχε δανειστεί το γουόκμαν από τη μεγάλη αδελφή της. «Θες να ακούσεις λίγο;» μου είπε και πάτησε το play για να ακουστεί το «Because the night» της Πάτι Σμιθ. Εμεινα κόκαλο. Και από το τραγούδι και από τη δυνατότητα να το ακούω στον δρόμο. Από εκείνη τη στιγμή και μετά υπάρχει κενό μνήμης. Στην αμέσως επόμενη σκηνή με θυμάμαι να σκαλίζω τις κασέτες της μαμάς και να διαλέγω για το ολοδικό μου γουόκμαν τα άπαντα του Τομ Τζόουνς (εξ ου και γνωρίζω σήμερα όλους τους στίχους απ’ έξω…).
Δεν θυμάμαι να αγόρασα τότε το γουόκμαν. Ηταν μάλλον δώρο της Ακίκο, της γιαπωνέζας οικογενειακής φίλης που υπήρξε ο Αγιος Βασίλης των παιδικών μου χρόνων. Αρχές της δεκαετίας του ’80 και όλοι κυκλοφορούσαν με ακουστικά. Ο απολογισμός της Sony ήταν θεαματικός: 1,5 εκατομμύρια κομμάτια πουλήθηκαν στην Απω Ανατολή πάραυτα ενώ το δεύτερο μοντέλο, το WM-2, που κυκλοφόρησε το 1981, πούλησε 7 εκατομμύρια σε δύο χρόνια. Εκείνη την περίοδο η παρέα μου στο καλοκαιρινό θέρετρο θα πήγαινε στη συναυλία του Ρόρι Γκάλαχερ. Ασφαλώς δεν πήγα. Δεν με άφησαν επειδή ήμουν μικρή για τέτοια πράγματα. Στην ίδια παρέα εμφανίστηκε και το πρώτο αδιάβροχο Sony, κατακίτρινο, μοντέλο Sports, με ειδικά λαστιχάκια για όλες τις υποδοχές ώστε να μην μπαίνει ούτε άμμος ούτε νερό. Ενιωσα τότε πως την πάτησα: είχα μόλις αγοράσει ένα άλλο μοντέλο, τεράστιο, χρώματος μπλε ελεκτρίκ, που δεν είχε καν ραδιόφωνο… Την πάτησα όμως και ποιοτικά αφού πλην του «Let’s Dance» του Μπάουι για χρόνια δεν άκουσα μουσική της προκοπής περιορίζοντας τα ενδιαφέροντά μου σε χιτάκια που σήμερα φαίνονται αποκρουστικά.
Διάλεξα την επόμενη συσκευή αρκετά χρόνια αργότερα στο αεροδρόμιο του Ντουμπάι. Ηταν ένα discman, υποτίθεται «αντι-κραδασμικό». Μπούρδες. Σε κάθε λακκούβα που στόχευε το χαμηλού κυβισμού δίκυκλό μου το CD έφευγε από τη θέση του. Επιπλέον σε λιγότερο από τρεις μήνες υπήρχαν στην ελληνική αγορά ελαφρότερα και φθηνότερα discman, με καλύτερη συμπεριφορά στους κραδασμούς. Ως διά μαγείας τα γούστα μου άλλαξαν με το ψηφιακό γουόκμαν: Μπραμς, Μέντελσον και άλλοι ρομαντικοί μονοπώλησαν το discman για κάνα δυο χρόνια. Ως την ηλικία των 22 ετών νόμιζα ότι το γουόκμαν εξυπηρετούσε αποκλειστικά την απομόνωση. Τότε, με τη βοήθεια ενός αντάπτορα για δύο ζευγάρια ακουστικά, μου έγινε η πρόταση στη Μονεμβασιά «θες να ακούσουμε μαζί;» που, με μια κασέτα-δώρου (Α’ πλευρά: Dead Can Dance, Β’ πλευρά: Le Mystere des Voix Bulgares), σήμανε το τέλος του σύντομου εργένικου βίου μου. Από τη συμβίωση κέρδισα ένα καταπληκτικό γουόκμαν Aiwa, μεταλλικού χρώματος, μερικές χιλιάδες δίσκους και ακουστικά σε κάθε συρτάρι του σπιτιού.
Τα 20ά γενέθλια του γουόκμαν με βρίσκουν να ακούω μουσική από ψηφιακή κασέτα, από το Sony Mini Disc ΜΖ-R35. Διαθέτει ένα μικρό χειριστήριο με τις βασικές εντολές ενώ στο καπάκι της συσκευής υπάρχει οθόνη που γράφει τον τίτλο κάθε κομματιού που ακούω. Χλιδή! Περπατώντας προς το γραφείο η Ντιαμάντα Γκαλάς στη διαπασών επαναλαμβάνει από το «Si La Muerte»: «Αν με ζητήσει ο θάνατος, κάνε μου τη χάρη να του πεις να έρθει πάλι αύριο, γιατί δεν σφύριξα ακόμη τον σκοπό του αγαπημένου μου τραγουδιού».
