Ποτέ δεν νιώθω κοντύτερα στην Αθήνα παρά όταν είμαι μακριά της. Για μένα που γεννήθηκα σ’ αυτήν την πόλη κάθε απομάκρυνση είναι και μία εξορία. Πόλη σακάτισσα των αρχαιοτήτων, πόλη που σφύζει από ζωή όλες τις ώρες της μέρας και της νύχτας, αρχοντοπούλα και αλήτισσα, ζητιάνα και περήφανη κυρά.
Πόλη των αντιθέσεων με σκληρά γυάλινα κτήρια που καμώνονται το Λος Αντζελες, αλλά και με παράγκες δανεισμένες από τον ιταλικό νεορεαλισμό. Πόλη του πλούτου αλλά και της φτώχειας. Καμιά άλλη πρωτεύουσα δεν πέρασε από τόσες μεταμορφώσεις. Χρυσή πόλη του Περικλή και του Αισχύλου, επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, χωριό της Τουρκοκρατίας. Καμιά δεν άλλαξε τόσο πολύ, όπως καμιά δεν έμεινε τόσο ίδια στην ψυχή. Ποτέ δεν κουράζομαι να την περπατώ από το ιστορικό κέντρο ως τις ακραίες συνοικίες της. Από την Πλάκα, που από κόλαση της νύχτας και των ναρκωτικών έγινε το άλλο άκρο, αποστειρωμένη σκηνογραφία, κι από την Βικτώρια που μεγάλωσα με την αστική της τάξη ως την Βικτώρια των φαστφουντάδικων και των μεταναστών. Γειτονιές όπως του Ψυρρή, που από φτωχαδάκια έγιναν βασιλιάδες της νύχτας, Κυψέλη, Παγκράτι, που παρ’ όλες τις αλλαγές κρατούν τον χαρακτήρα τους. Νεόκοπες όπως το Ιλιον, παραδοσιακές όπως το Περιστέρι. Μια πόλη με χίλια πρόσωπα. Καλοσυντηρημένη στην Βασιλίσσης Σοφίας με τα μουσεία, τις πινακοθήκες, τα χίλτον, τα μέγαρα μουσικής. Η Ομόνοια αλλοπρόσαλλη στις αλλαγές της, πότε με ανθοπωλεία και τραμ, πότε με πίδακες του Καραμανλή και τον Υπόγειο κι αργότερα τον δρομέα του Βαρώτσου, περιμένει την οριστική φυσιογνωμία της. Το ίδιο και η πλατεία του Συντάγματος, που σαν τούρτα πότε της κόβουν ένα κομμάτι πεζοδρόμιο και πότε μια αλλέα. Δρόμοι διπλής κατεύθυνσης που γίνονται μονόδρομοι, πεζόδρομοι χωρίς πεζοδρόμια καθόλου. Αμακιγιάριστη η λεωφόρος Αθηνών που οδηγεί στον Σκαραμαγκά και στην Ελευσίνα με την ατελείωτη σειρά από συνεργεία αυτοκινήτων, με λερωμένες προσόψεις, τσαλακωμένα κεραμίδια, πρόχειρες κατασκευές και ανορθόγραφες επιγραφές, με το όνομα κάποιου επιχειρηματία «ΓΚΑΤΣΟΣ» αναρτημένο σε ταράτσα να δεσπόζει σε περίοπτη θέση, τιμή που ποτέ δεν αξιώθηκε ο ποιητής της «Αμοργού». Μόνα διαλείμματα στο μήκος της η μονή Δαφνίου, με τα υπέροχα μωσαϊκά, και το Δρομοκαΐτειο. Κατά τα άλλα τρελοκομείο σ’ όλη την έκτασή της. Ομως με πόση ζωντάνια και σφρίγος.
Αδελφός δρόμος η Κηφισσού, που πάει δίπλα στο ποτάμι και όπου μαζί με τα απαραίτητα συνεργεία, τα εργοστάσια, τις άθλιες κατασκευές, τους σκουπιδότοπους, ξεκινούν τα υπεραστικά λεωφορεία. Δεν έχω παρά να λείψω ένα διάστημα στο εξωτερικό για να νιώσω πόσο δικό μας είναι και πόσο μας εκφράζει το υπέροχο αυτό κιτς. Για μένα που δεν μεγάλωσα σε Λονδίνα και Παρίσια, η Πνύκα και οι κουρελούδες, η Ακρόπολη και τα αυθαίρετα πάνε παρέα. Τρέχω να χωθώ σ’ αυτά σαν σε μητρική αγκαλιά.
Ομως η Αθήνα που εγώ τουλάχιστον αγαπώ δεν βρίσκεται στην Ακρόπολη, στο Ζάππειο, στην Πλάκα ή στο Κολωνάκι. Κι ας πέρασα από το πανεπιστήμιο της δεκαετίας του ’50 το καφενείο «Βυζάντιο» κι ας είδα τον Τσαρούχη να ψέλνει στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου, κι ας άκουσα την Κάκια Μένδρη να τραγουδά στην «Αίγλη» του Ζαππείου, για μένα η Αθήνα που νιώθω σπίτι μου είναι αυτή του μέσου Αθηναίου. Στην Πατησίων, την Αριστοτέλους, την Αχαρνών, στις γειτονιές γύρω στο Πεδίον του Αρεως, στην Κυψέλη. Γύρω απ’ αυτές περπάτησα περισσότερο. Στην Ομόνοια γνώρισα ανθρώπους από κάθε μέρος της Ελλάδας. Μια πατριδογνωσία είναι η πλατεία αυτή. Και η μορφή του πρεζάκια έξω από το «Εβερεστ», όσο κι αν με πληγώνει, είναι μια εικόνα του τέλους του αιώνα. Κι ακόμα μ’ αρέσει να τριγυρνώ στο Παγκράτι, στην οδό Υμηττού, όπου διαδηλώνουν σουβλάκια, μπαρ, μπυραρίες και κάθε λογής μαγαζιά, στον Βύρωνα με τους βράχους του, στην Νέα Σμύρνη με τα παγωτά της, στο Αιγάλεω με τα πιο γνήσια λαϊκά παιδιά, το Περιστέρι με τα πιο άταχτα παιδιά. Ατέρμονες οι γειτονιές της Αθήνας. Εξάρχεια, όπου το φοιτηταριό συναντιέται με τους αναρχικούς κι εκείνοι σκοντάφτουν πάνω στην τσάντα της νοικοκυράς. Αμπελόκηποι, Αγιοι Ανάργυροι, Μενίδι. Οπως ένα ποτάμι που κυλά κατεβάζοντας πέτρες μαζί και ψήγματα χρυσού, έτσι και ο πληθυσμός της Αθήνας.
