Ελληνες, χριστιανοί και ορθόδοξοι

* πρότυπα Ελληνες, χριστιανοί και ορθόδοξοι Μια τριανδρία αγίων, μια εκπαιδευτική εορτή, μια εθνική αργία, και γενεές φοιτητών να ερίζουν στο όνομα των Τριών Ιεραρχών, μέχρι νεωτέρας MAIPH ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ papag@dolnet.gr Τι θα έλεγαν σήμερα οι Τρεις Ιεράρχες μπροστά στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση; Πάντα αυτοί έδιναν την απάντηση στα ερωτήματα του ελληνικού έθνους. Από πότε;

Ελληνες, χριστιανοί και ορθόδοξοι

papag@dolnet.gr


Τι θα έλεγαν σήμερα οι Τρεις Ιεράρχες μπροστά στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση; Πάντα αυτοί έδιναν την απάντηση στα ερωτήματα του ελληνικού έθνους. Από πότε; θα ρωτήσετε. Μα «… Ανέκαθεν» είναι η σωστή απάντηση. Το πράγμα δεν είναι αστείο, αλλά η ιστορική πραγματεία της λέκτορος στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Εφης Γαζή επί του ζητήματος, απολύτως εμπεριστατωμένη κατά τα άλλα, προκαλεί το αναπόφευκτο μειδίαμα. Μπορούμε εκ των υστέρων να απολαύσουμε τα τραντάγματα της ενσωμάτωσης μιας παράδοσης, αυτής των Τριών Ιεραρχών, η οποία στην ουσία της είναι μια κατασκευή, στην εθνική μας ιδεολογία. Αλλωστε δεν θα παρακολουθήσουμε κανένα εξωφρενικό φαινόμενο: έτσι συγκροτούνται οι παραδόσεις σε όλον τον κόσμο. Το βεβαιώνει και ο Ερικ Χόμπσμπαουμ στο βιβλίο του H επινόηση της παράδοσης, που θα κυκλοφορήσει σύντομα στις εκδόσεις Θεμέλιο.


Ας περάσουμε λοιπόν στην περίπτωση των τριών ανύποπτων Ιεραρχών. Ισως δεν το είχαν υποψιαστεί τότε, στα βάθη του 4ου βυζαντινού αιώνα, ότι κάποια στιγμή θα συνδέονταν νοερώς μεταξύ τους ως τα πρότυπα της ελληνοχριστιανικής αγωγής σε ένα σύγχρονο ελληνικό κράτος. Αυτό είχε ήδη συμβεί εν μέρει, αλλά χωρίς πολλές προεκτάσεις, την περίοδο της αναγέννησης των ελληνικών γραμμάτων στο θεοκρατούμενο Βυζάντιο του 11ου αιώνα. Θα περνούσαν άλλοι οκτώ αιώνες ώσπου να επανεμφανιστούν στο προσκήνιο επισήμως. Οι μορφές τους αποτυπώθηκαν κάποια στιγμή στο λάβαρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη θέση της παρωχημένης εικόνας της θεάς Αθηνάς. Από τούδε η παλιά παράδοση κλήθηκε να εγκαθιδρύσει ένα νέο «έθνος πιστών». Οι τρεις μέγιστοι φωστήρες της Εκκλησίας αναδείχθηκαν ως τα δυναμικά σύμβολα της σύζευξης του «χριστιανισμού» με τον «ελληνισμό» σε χρόνια πολύ δύσκολα, που τα βάραινε εκτός των άλλων μια διάχυτη αίσθηση «εθνικής παρακμής».


H εντύπωση που δίνεται σήμερα, όπως σημειώνει η κυρία Εφη Γαζή μέσα από την εξέταση της ελληνικής πνευματικής παραγωγής των δύο τελευταίων αιώνων, είναι «ότι οι Ελληνες πήραν την κατιούσα μετά την ίδρυση του κράτους και ποτέ δεν κατόρθωσαν να συναγωνισθούν επάξια κοντινούς ή μακρινούς ένδοξους προγόνους». Αν προσθέσει κανείς σε μια τόσο αγωνιώδη αναζήτηση και την «ολέθρια επίδραση που είχε η επιρροή νέων ιδεών», τότε προκύπτει αυτή εδώ η σπαρταριστή γενεαλογία του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Κάτι τέτοιο πάλι δεν είναι ξένο προς την έννοια της «παρασήμανσης», όπως τη διατύπωσε ο Ρολάν Μπαρτ και χρησίμευσε στη συγγραφέα για την προσέγγιση του μύθου των Τριών Ιεραρχών. Παρασήμανση ή παραχάραξη – κάτι πολύ φυσιολογικό δηλαδή για κάθε έθνος -, τα πράγματα έχουν ως εξής στο βιβλίο.


Τι γιορτή κι αυτή!


Ποιος είπε ότι η εορτή των Τριών Ιεραρχών δεν έχει ενδιαφέρον; Αν προβάλλονταν στα σχολεία σε οθόνες στιγμιότυπα από όσα έχουν προηγηθεί σε συνεστιάσεις και περιοδικά των πάππων και προπάππων μας, θα είχε άλλο γούστο φυσικά. Στο πρώτο κεφάλαιο ακριβώς παρακολουθούμε την ιστορία της σχολικής εορτής. H αφήγηση είναι προσωποκεντρική, παρ’ ότι δεν λείπουν οι αναφορές κοινωνιολογικού, ιστορικού και πολιτικού περιεχομένου που δένουν τα πρόσωπα μεταξύ τους.


H σημασία αυτής της ετήσιας εορτής, η οποία είχε κάνει την εμφάνισή της από τα μεσοπολεμικά χρόνια, ενισχύθηκε την περίοδο του Εμφυλίου. Διασημότητες της εποχής αρχίζουν να παρελαύνουν ο ένας μετά τον άλλον: ο καθηγητής Δημήτριος Μπαλάνος, ο οποίος επέδειξε ιδιαίτερο πάθος από το 1948 και μετά για την προάσπιση της «ελληνοπρεπούς άμα και χριστιανοπρεπούς αγωγής»· έπειτα ο Παναγιώτης Μπρατσιώτης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος επεσήμανε εγκαίρως τη χαλάρωση του ενδιαφέροντος για τους Τρεις Ιεράρχες και ως πρύτανης αργότερα φρόντισε για τη φιλοτέχνηση του «ελληνοχριστιανικού λαβάρου», το οποίο παραγγέλθηκε σε εργαστήριο του Μονάχου. Την ίδια περίοδο ο Χρήστος Ανδρούτσος, από τους πρωτεργάτες της ίδρυσης του Κεντρικού Εκκλησιαστικού Συνδέσμου, προώθησε περαιτέρω τις σχέσεις της Εκκλησίας με την Πολιτεία.


Εν ολίγοις, τον 19ο αιώνα η Ορθοδοξία οριοθετούσε την ιδιοσυστασία της εθνικής κοινότητας «κυρίως στη σχέση της με τους “άλλους” στη Δύση και την Ανατολή». Αντιθέτως στον 20ό αιώνα ο «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» ανακίνησε διαμάχες κυρίως στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας. «Οι αποχρώσεις ενός πολιτικού λόγου με θρησκευτικές αναφορές […] πρέπει να κατανοούνται ως συνδυασμοί επιχειρημάτων με πολλαπλούς αποδέκτες, κυρίως από τα μέσα του 19ου αιώνα και εξής» γράφει η συγγραφέας.


Ελληνικό διαβατήριο


Πομποί και αποδέκτες των μηνυμάτων πυκνώνουν στη συνέχεια: μεταξύ άλλων ο λευκαδίτης λόγιος Σπυρίδων Ζαμπέλιος έκανε λόγο για «χριστιανιζόμενο Ελληνισμό» και «ελληνοχριστιανή ιδέα» και ο εθνικός ιστοριογράφος Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1815-1891) είχε συνείδηση του «νεαρού της εθνικής συνειδήσεως» στο έργο του. Πώς όμως θα γινόταν αποδεκτό οι «ευγενέστεροι και γνησιότεροι ελληνικοί χαρακτήρες», κατά τον Παπαρρηγόπουλο πάντα, να μην είναι Ελληνες; Το ζήτημα θορύβησε ακόμη και τον Νεοκλή Καζάζη, επιφυλακτικό ως ένα σημείο απέναντι στον «ελληνοχριστιανισμό», ο οποίος διακήρυξε το 1898, ενώ και οι συνθήκες είχαν ωριμάσει πια για κάτι τέτοιο, ότι οι Τρεις Ιεράρχες «[…] είνε Χριστιανοί, αλλά είνε και Ελληνες». Ασχετα από το αν οι δύο από τους τρεις (ο Βασίλειος ο Μέγας και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος) ήταν Καππαδόκες. Απέκτησαν ελληνικό διαβατήριο από τον Νεοκλή Καζάζη. Απλό ήταν.


Στο δεύτερο κεφάλαιο, πιάνουμε την ιστορία πάλι από την αρχή. Εδώ, αντί για την εκπαιδευτική εορτή του 19ου και του 20ού αιώνα, θα ασχοληθούμε με την καθιέρωση της εκκλησιαστικής εορτής κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλέξιου A’ Κομνηνού και μετά. Αλλες αντιπαραθέσεις πάλι στην Κωνσταντινούπολη του 11ου αιώνα. Διότι ουδέποτε υπήρξε καθολική η συμφωνία για τη σπουδαιότητα των τριών αγίων και πατέρων της Εκκλησίας. Και κυρίως διότι τον καιρό εκείνο «η Ορθοδοξία αποτελούσε προϋπόθεση για την κατάληψη δημόσιου αξιώματος». Παρ’ όλα αυτά, «βιβλία στην πυρά στάλθηκαν ελάχιστες φορές στο Βυζάντιο».


Και εδώ είναι που θα συναντήσουμε μεταξύ άλλων την πιο γοητευτική φιγούρα της εποχής, τον Μιχαήλ Ψελλό. «Οξύνους και πολυμαθέστατος, εργατικός και ενθουσιώδης, πνεύμα καλλιεργημένο και διερευνητικό, χαρακτηρίζεται συχνά ως ένας ιδιάζων χαρακτήρας, “αυλοκόλακας” και “διπρόσωπος”, εγωπαθής και φιλόδοξος, αγνώμων και νάρκισσος». Ενας γνήσιος Ελληνας-χριστιανός-ορθόδοξος δηλαδή. Αν καταλάβαμε καλά. Τα συμπεράσματα της συγγραφέως πάντως βρίσκονται στο τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version