Για την Ασία και τις μεγάλες θεατρικές παραδόσεις από την Ανατολή ενδιαφερόταν πάντα το Φεστιβάλ του Φθινοπώρου στο Παρίσι. Το εθνολογικό και εξωτικό στοιχείο ήταν από τις πιο χαρακτηριστικές και ελκυστικές πλευρές των προγραμμάτων του καθώς πλάι στις σύγχρονες τάσεις της τέχνης, σε σημερινές αναζητήσεις, αναδυόταν η μαγεία του παλιού και παραδοσιακού, οι θαυμαστοί κόσμοι της Απω Ανατολής, οι θεατρικές κουλτούρες της Κίνας και της Ιαπωνίας. Στο Παρίσι ο πολιτισμός του Ιράν, παλιός και σημερινός, είναι η εφετινή αποκάλυψη. Στο πλουμιστό ιρανικό πολύπτυχο περιλαμβάνονται μουσικές του Κορασάν, από την περιοχή του ήλιου-κορ, ανατολικά, στα σύνορα του Αφγανιστάν και του Τουρκμενιστάν, όπου οι άνθρωποι παίζουν το ντοτάρ, λαγούτο με δύο χορδές. Στίχοι και φωνές σύγχρονων ποιητών και συγγραφέων. Μια αναδρομή στον ιρανικό κινηματογράφο όπου γύρω από τη σπουδαία περίπτωση του Αμπάς Κιαροστάμι συγκεντρώνονται ωραίες ταινίες και γραφές. Η συναρπαστική ματιά της Σιρίν Νεσάτ με τις εικόνες της σε φωτογραφίες και βίντεο να απαθανατίζει τις καλυμμένες με το τσαντόρ γυναίκες, γυρεύοντας να ανασύρει τη γυναικεία και πολιτιστική ταυτότητά τους. Ενας ιρανός αφηγητής, ο Οστάντ Τοραμπί, διηγείται την πάλη Ρουστάμ και Σοράμπ, μονομαχία μέχρι θανάτου ανάμεσα σε πατέρα και σε γιο, από το «Βιβλίο των Βασιλέων», ένα περίλαμπρο έπος στην περσική γλώσσα.
Και το Ταζίε, ιερό θέατρο του Ιράν, μοναδική τραγική φόρμα από το Ισλάμ μεταξύ δράματος, όπερας, πάθους και μεσαιωνικού μυστηρίου, όπου εκτελεστές και όχι ηθοποιοί, πιστοί που υπηρετούν το δρώμενο, αφηγούνται, τραγουδούν, ενσαρκώνουν τους ήρωες και μάρτυρες της πίστης των Σιιτών.
Η ομιλούσα εικόνα
Ακουσα τον Τοραμπί να διηγείται απαράμιλλα δράσεις και επεισόδια από το «Σα-ναμέ», το «Βιβλίο των Βασιλέων». Να μιμείται τα πρόσωπα και τους διαλόγους, να πλάθει με χειρονομίες και με μια ράβδο από τον τρόπο που τη χειριζόταν μαγική την ατμόσφαιρα των χώρων και της μάχης. Πανηγυρικά, επίσημα, έκανε μέσα σε ψαλμωδίες την είσοδό του ο ραψωδός αυτός που στο Ιράν άλλοτε τραγουδούσε τα λόγια των καλών ηρώων στο Ταζίε και άλλοτε διηγιόταν σε καφενεία ανδραγαθήματα, περιπέτειες και αστεία όπως τα έχει εδώ και περίπου χίλια χρόνια μεταγράψει σε 40.000 στίχους ο ποιητής Φερντόφσκι.
Ηταν το πρώτο βράδυ με παραμυθάδες από διάφορες χώρες της υφηλίου, σε ένα πρόγραμμα αφιερωμένο στα παραμύθια, στην τέχνη του προφορικού λόγου και στην «ομιλούσα εικόνα» του αφηγητή. Στο ιστορικό Μοναστήρι των Κορδελιέρων, ένα από τα λίκνα της Γαλλικής Επανάστασης, και ενώ το γαλακτώδες φως της αυστηρής τζαμαρίας περιέβαλλε έναν μικρό χώρο, μινιμαλιστικά διαμορφωμένο, ξεκίνησε η Ελληνίδα Μάνια Μαράτου να λέει τρία λαϊκά παραμύθια μας. Απλά και ρυθμικά με τον εμπιστευτικό και φιλικό τόνο της μητέρας ή παιδαγωγού που καθηλώνει τους ακροατές της σε ό,τι συμβαίνει, στις αλλόκοτες λεπτομέρειες αλλά και στα λογοπαίγνια ή στη μουσικότητα των λαϊκών εκφράσεων. Μετά την Κρεολή Λόλια Πομάρε από το Σαν Αντρες της Κολομβίας που αφηγήθηκε παιχνιδιάρικα τις πονηριές της αράχνης Ανάνσιε, ήρθε η σειρά του Τομπαρί να ανοίξει το τεράστιο βιβλίο του και να προσφέρει στο κοινό μια εξαιρετική εμπειρία φωνής και στυλιζαρισμένης εσωτερικότητας.
Η περσική μινιατούρα
Η μυθική Σεχραζάντ από τις «Χίλιες και μία νύχτες», οι πριγκίπισσες των «Επτά πορτρέτων» του ποιητή Νεζαμί από τον 12ο αιώνα αλλά και μια αφηγηματική παράδοση αιώνων με παραμυθάδες, χρονικογράφους και σχολιαστές, με επικό και σατιρικό λόγο, που μεσολαβούσαν ανάμεσα στην εποχή τους και στο παρελθόν, ήταν το φόντο πάνω στο οποίο ο Τομπαρί χάραξε τη δική του περσική μινιατούρα. Με εκπληκτική αυτοσυγκέντρωση αποτυπωμένη στην αδρή, επιβλητική φυσιογνωμία του. Με κωδικοποιημένες κινήσεις και σωματικές συμπεριφορές από τις οποίες όμως δεν έλειπε η βαθιά συγκίνηση, ακόμη και δάκρυα πόνου ή συμπάθειας στα μάτια.
Η βία δείχνεται με μια φόρμα όχι βίαιη. Το αίσθημα φιλτραρισμένο και αποσταγμένο. Η προσωπικότητα του αφηγητή, ενώ είναι παρούσα, προτάσσει ένα σύνολο εκφράσεων που αντιπροσωπεύουν μια συλλογική συνείδηση και μνήμη. Ο Μπρεχτ χρειαζόταν για το επικό θέατρό του έναν τέτοιον αφηγητή. Δίκαια πάλι ο Πίτερ Μπρουκ θαμπώθηκε από την περσική αφηγηματική παράδοση και εμπνεύστηκε «Το συνέδριο των πουλιών», πολύ προτού αφεθεί στα θέλγητρα άλλων αφηγηματικών τεχνικών για το ινδικό «Μαχαμπχαράτα».
Μέσα σε μια πελώρια σκηνή, στο παρισινό Πάρκο Λα Βιλέτ με την Πόλη της Μουσικής και τις σύγχρονες τεχνολογίες, είχε στηθεί ένα αμφιθέατρο (τεκιέ) για το Ταζίε, «θέαμα πένθους και πόνου» που έχει προκύψει από τη συνάντηση θρησκευτικών αναπαραστάσεων και πομπών όπως τις ζωντάνευαν οι ίδιοι οι πιστοί και ποιητικών κειμένων όπως τα απέδιδαν εγγράμματοι αφηγητές.
Σε μια κυκλική τάφρο με άμμο είδα να καλπάζουν άλογα και έφιπποι ήρωες, ενώ πάνω σε μια στρογγυλή εξέδρα (σάκου) διαδραματίζονταν επεισόδια από τον πόλεμο της διαδοχής που ακολούθησε τον θάνατο του προφήτη Μωάμεθ το 632 και έφερε σε σύγκρουση τους Σιίτες, οπαδούς του Αλή και των απογόνων του, με τους Σουνίτες, οπαδούς της «Σουνά», της οδού του Προφήτη.
Το λειτουργικό μυστήριο
Διακόσια περίπου θέματα διαθέτει σήμερα το παραδοσιακό Ταζίε για να αναπαραστήσει σαν λειτουργικό μυστήριο γεγονότα που αναφέρονται στον μαρτυρικό θάνατο του Χουσεΐν, δεύτερου γιου του Αλή και εγγονού του Μωάμεθ, όταν οι δικοί του ηττήθηκαν στην έρημο Κερμπαλά από τους πολεμιστές του Χαλίφη Γεζίτ της δυναστείας των Ομεϊαδών.
Σωσίες (σαμπί) είναι αυτοί που ενσαρκώνουν τους «καλούς» καθώς ντυμένοι συμβολικά στα πράσινα, στο χρώμα του Ισλάμ, λένε πάντα τραγουδιστά τα λόγια τους και τους «κακούς» καθώς φορώντας κόκκινα απαγγέλλουν. Ολοι κάτω από τους ήχους μιας μικρής ορχήστρας με τρομπέτες και κρουστά.
Μπορεί να μην παρακολούθησα το Ταζίε στο φυσικό περιβάλλον του, το Ισπαχάν ή το χωριό Γκαζ, τον υποβλητικό Τεκιέ του Κανσάρ ή τη Σιράζ όπου το ανακάλυψαν πριν από λίγες δεκαετίες ο Μπρουκ και ο Γκροτόφσκι. Μπορεί οι θεατές πλάι μου να μη δάκρυζαν και να μην οδύρονταν για τα πάθη των ιερών προσώπων όπως οι συμμετέχοντες, γυναίκες και άνδρες, στο Ιράν, καθισμένοι χωριστά, με μιαν απόλυτη ταύτιση, με φόβο και έλεος μπροστά σ’ αυτήν τη ιδιαίτερη μορφή τραγωδίας που τους κληροδότησε ο 18ος αιώνας. Η πρώτη συνάντηση όμως με το είδος ήταν και για μένα αποκαλυπτική. Σοκ προκαλούν με τον μοναδικό αφηγηματικό, δραματικό και μουσικό τρόπο τους οι ερασιτέχνες, «υπηρέτες» των προσώπων. Καθαρότητα, αμεσότητα, απλότητα χαρακτηρίζουν τη «μίμηση» προσώπων και πράξεων. Κάτω από το γυναικείο πέπλο οι σωσίες είναι άνδρες. Κυριαρχούν η ακραία συμβολοποίηση αλλά και ένας ακραίος ρεαλισμός, αφού ορισμένα υλικά εκτίθενται ατόφια, αφού πρόβατα και άλογα μπαινοβγαίνουν στην αρένα. Οι χειρονομίες είναι κωδικοποιημένες. Υπάρχουν εικόνες με μεταφορική και μετωνυμική χρήση των αντικειμένων που μαγνητίζουν καθώς ένα ποτήρι νερό σημαίνει τον ποταμό Ευφράτη και τη δίψα ή μια πιρουέτα δηλώνει την αλλαγή τόπου και χρόνου. Ενας υπεύθυνος πηγαινοέρχεται στο βάθος και ρυθμίζει τις εισόδους και εξόδους, «σκηνοθετεί» και κάνει φροντιστήριο.
Οι δίκαιοι γνωρίζουν τι τους επιφυλάσσει η μοίρα και πορεύονται προς τον θάνατο με επίγνωση και θάρρος, ενώ οι εγκληματίες ρίχνονται με ύβρη και ωμότητα στη μάχη. Το Ταζίε προσφέρει την εμπειρία της ταύτισης και της αποστασιοποίησης. Το μαρτυρολόγιο και η ποίηση των όσων ακούγονται καλλιεργούν την οδύνη και κινητοποιούν καθαρτήριες διαδικασίες. Οι σωσίες όμως βρίσκονται εκεί και για να αποστασιοποιούνται, να δείχνουν πόσο μακριά στέκονται από τους κακούς, να παρουσιάζουν με ενδείξεις και κώδικες ένα συνοπτικό, περιεκτικό όραμα της σκληρότητας.
