Τι θα γίνει με την Τουρκία και πώς θα κλείσει το Σκοπιανό * Η αδιαλλαξία του κ. Γκλιγκόροφ και οι στόχοι του κ. Βανς * Πώς θα συνεργασθούμε με τη νέα κυβέρνηση της Αλβανίας
Απάντηση στις απαράδεκτες τοποθετήσεις για το Κυπριακό του ιταλού συναδέλφου του κ. Ντίνι δίνει ο υπουργός Εξωτερικών κ. Θ. Πάγκαλος στην αποκλειστική εφ’ όλης της ύλης συνέντευξή του προς «Το Βήμα» και εξηγεί γιατί οι Δυτικοί, με προεξάρχοντες τους Αμερικανούς, στηρίζουν την Τουρκία. Κατηγορεί την Αγκυρα ότι με τη συμπεριφορά της, μετά τη συμφωνία της Μαδρίτης, αναιρεί τις δεσμεύσεις που ανέλαβε εκεί και τονίζει ότι δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση η λύση του Κυπριακού για να ενταχθεί η Κύπρος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Ο κ. Πάγκαλος καταγγέλλει ακόμη την αδιάλλακτη στάση του κ. Γκλιγκόροφ για το θέμα της ονομασίας και αποκαλύπτει ότι το Σκοπιανό θα κλείσει ως το τέλος του χρόνου. Αναφέρεται επίσης στις σχέσεις του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, με τον οποίον δηλώνει πρόθυμος να συναντηθεί και να συνομιλήσει, και περιγράφει την ελληνική πολιτική στην Αλβανία και στα Βαλκάνια.
Η κυβέρνηση θεωρεί μετά τις διευκρινίσεις που δόθηκαν ότι το θέμα που δημιουργήθηκε με τις γνωστές απαράδεκτες δηλώσεις του ιταλού υπουργού Εξωτερικών κ. Ντίνι για την Κύπρο έχει κλείσει. Παρ’ όλα αυτά έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι πέρα από τη Ρώμη και στις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αρχίζουν να υιοθετούνται οι τουρκικές θέσεις και πάντως δηλώνεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. χωρίς προηγούμενη λύση του Κυπριακού. Σας ανησυχεί το κλίμα που έχει δημιουργηθεί;
«Θα έλεγα ότι δεν υιοθετούνται οι τουρκικές θέσεις αλλά επιβάλλεται η γενικότερη άποψη ότι δεν πρέπει κανείς να κάνει τίποτα που να δυσαρεστεί την Τουρκία για δύο λόγους: ο ένας είναι ότι η Τουρκία υποτίθεται ότι είναι ένας πολύτιμος σύμμαχος για τη Δύση και άξονας των συμφερόντων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, λόγω της μεγάλης στρατηγικής και ενεργειακής σημασίας που έχει η περιοχή αυτή, και ο δεύτερος λόγος είναι ότι η Τουρκία είναι πολύ εύθραυστη χώρα, ότι υπάρχουν καλοί και κακοί Τούρκοι και ότι πρέπει να βοηθάμε τους καλούς να αντιμετωπίζουν τους κακούς κάνοντας υποχωρήσεις σε αρχές και καλώντας αυτούς που έχουν διαφορές με την Τουρκία να κάνουν θυσίες προς όφελός της. Αυτή η αντίληψη κυριαρχεί, π.χ., στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, από εκεί και πέρα επεκτείνεται και σε διάφορα υπουργεία της Ευρώπης. Κατά καιρούς αναδύεται όπως το τέρας του Λόχνες.
Και φθάνουμε προφανώς με τον τρόπο αυτό στην κορύφωση μιας σύγκρουσης αυτήν τη στιγμή. Η Τουρκία αυτήν τη στιγμή προσπαθεί να αποκλείσει την Κύπρο από το εύλογο δικαίωμά της να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είναι μια άποψη που είναι τελείως απαράδεκτη, δεν στηρίζεται σε κανένα διεθνή κανόνα. Η διεθνής κοινότητα αρνήθηκε από την αρχή να δεχθεί το αποτέλεσμα της τουρκικής κατοχής και αναγνώριζε όλα αυτά τα χρόνια και αναγνωρίζει (με μοναδική εξαίρεση την Τουρκία) ένα μόνο κυπριακό κράτος. Το ένα αυτό κυπριακό κράτος θα διαπραγματευθεί με την Κοινότητα την ένταξη, η οποία αποτελεί ένα θεσμικό πλαίσιο. Σε ποιο βαθμό αυτό το θεσμικό πλαίσιο θα μετατραπεί σε πραγματικότητα για τους πολίτες και την οικονομία της Κύπρου είναι θέμα που αφορά τις εσωτερικές σχέσεις στο νησί. Τις σχέσεις της τουρκοκυπριακής κοινότητας με την Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν είναι όμως όρος και προϋπόθεση. Η Κύπρος θα μπει ως κράτος, ως θεσμός, στην Ευρωπαϊκή Ενωση και χωρίς να έχει λυθεί το Κυπριακό. Από εκεί και πέρα αν οι Τουρκοκύπριοι το επιθυμούν θα μπορούν να βρουν τρόπους και μεθόδους διασύνδεσής τους με τη νέα πραγματικότητα. Αυτή τη στιγμή δεν είναι η Κυπριακή Δημοκρατία που αποκλείει τους Τουρκοκυπρίους, οι ίδιοι αυτοαποκλείονται με τη θέση τους ότι η Κύπρος δεν πρέπει να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση».
Διαγράφεται όμως ο κίνδυνος να επιβληθεί η άποψη ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένταξη χωρίς λύση του Κυπριακού.
«Δεν το νομίζω. Το βλέπω εντελώς αδιανόητο. Κατ’ αρχήν για λόγους διεθνούς τάξης και κοινής λογικής. Δεύτερον, γιατί αν επιβληθεί αυτή η άποψη σημαίνει ότι συζητούμε μια ανειλημμένη υποχρέωση της Κοινότητας, η οποία συνδέεται με την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας, όχι με τη διεύρυνση. Εχει λοιπόν δικαίωμα η Ελλάδα από εκεί να παρεμποδίσει στο σύνολό της την εξέλιξη των κοινοτικών πραγμάτων, όπου απαιτείται ομοφωνία. Διότι θα έχει παραβιασθεί συμφωνία που έχει περιβληθεί με τις διαδοχικές αποφάσεις των συνόδων κορυφής και των συμβουλίων υπουργών. Η απόφαση για την έναρξη διαπραγματεύσεων είναι πλέον κανών κοινοτικού δικαίου. Θεωρώ αυτονόητη και βέβαιη την έναρξη των διαπραγματεύσεων».
Το ερώτημα δεν είναι αυτό, αλλά τι θα συμβεί από εκεί και πέρα.
«Ορισμένοι, όπως ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών ή ο κ. Ντίνι, αφήνουν να εννοηθεί ότι θα συνδυασθούν οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη με τις διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού. Εμείς δεν είμαστε αντίθετοι με αυτή την ιδέα και δεχόμαστε ότι η πρόοδος και πιστεύω ότι θα είναι μια ραγδαία πρόοδος των διαπραγματεύσεων για την ένταξη πρέπει να πιέσει για να βρεθεί λύση στο Κυπριακό. Θα ήταν και ανήθικο και παράλογο να το δούμε αντίστροφα. Δηλαδή ότι η έλλειψη λύσης στο Κυπριακό θα παρεμποδίσει την πρόοδο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Θυμίζω ότι η διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων αυτών θα γίνει ταυτόχρονα και με άλλες υποψήφιες χώρες υπό την μορφή πακέτου. Θα ήταν λοιπόν αστείο να φαντασθεί κανείς ότι θα μπορούν να προχωρήσουν οι άλλες διαπραγματεύσεις και κάποιοι, επειδή λάθος αντιλαμβάνονται τη διασύνδεση των δύο θεμάτων, θα παρεμποδίζουν τις διαπραγματεύσεις της Κυπρου. Θα ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση με όλες τις χώρες ταυτοχρόνως και ομοφώνως και ταυτοχρόνως θα εγκριθεί η ένταξη όλων των χωρών».
Παρ’ όλα αυτά η Τουρκία επιμένει ότι θα προχωρήσει στην προσάρτηση, ο κ. Ντενκτάς απειλεί με πόλεμο. Γνωρίζετε τις εμπρηστικές δηλώσεις Ετζεβίτ, με αποτέλεσμα να έχει τορπιλισθεί ουσιαστικά το πνεύμα της Μαδρίτης. Φοβάσθε ότι όλα αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε μια πορεία σύγκρουσης;
«Αυτές όλες οι δηλώσεις δείχνουν ότι η Τουρκία είναι πρόβλημα για τη διεθνή τάξη και ότι πρέπει η διεθνής κοινότητα στο σύνολό της και οι δυνάμεις που ηγούνται, με πρώτη από όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, να πάρουν μέτρα εναντίον της Τουρκίας. Να της υποδείξουν κανόνες συμπεριφοράς και αν η Τουρκία δεν σεβασθεί τους κανόνες συμπεριφοράς να πάρουν μέτρα που θα αφορούν τους εξοπλισμούς και μέτρα οικονομικά. Οσον αφορά τον κ. Ντενκτάς, δεν δρα μόνος του. Με μεγάλο σεβασμό και προσοχή εφαρμόζει αυτά που του υπαγορεύει η τουρκική κυβέρνηση. Στις τελευταίες συνομιλίες στο Μοντρέ σχεδόν το ανακοίνωσε κιόλας».
Η συμφωνία της Μαδρίτης αφορά όμως τις διμερείς σχέσεις και εδώ είναι που δημιουργείται το πρόβλημα.
«Αυτό είναι βέβαιο, αλλά η χρησιμοποίηση της απειλής πολέμου από τον κ. Ντενκτάς δεν βελτιώνει το κλίμα. Δεν μπορώ να αποδώσω στην τουρκική κυβέρνηση την απειλή του Ντενκτάς, αλλά δεν μπορώ και να μην την λάβω υπόψη μου».
Στο ίδιο κλίμα όμως κινείται και ο κ. Ετζεβίτ, που είναι αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης.
«Για τη γενικότερη τουρκική συμπεριφορά μετά τη συμφωνία της Μαδρίτης θα έλεγα ότι για μία ακόμη φορά η Τουρκία έκανε αυτό το οποίο συνήθως κάνει. Δηλαδή μίλησε σε ένα πολύ γενικό επίπεδο κατά τον τρόπο που επιθυμούσε η διεθνής κοινότητα για το θεαθήναι και έπειτα έσπευσε να αμφισβητήσει σε συγκεκριμένα θέματα την ουσία των δεσμεύσεών της. Ο κ. Ετζεβίτ δεν είναι ένας ανεύθυνος, είναι ο αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης. Ενώ στη Μαδρίτη αναφέρθηκαν οι Τούρκοι στο Διεθνές Δίκαιο, στο επίπεδο Ετζεβίτ ισχυρίστηκαν ότι στο Αιγαίο δεν μπορεί να εφαρμοσθεί το Διεθνές Δίκαιο. Μα και στη Μαδρίτη για το Αιγαίο μιλούσαμε. Τι αφορούσε η δήλωση της Μαδρίτης, την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου στο Νότιο Πόλο; Τώρα ως προς την απειλή προσάρτησης είναι κάτι το οποίο δεν έχει κανένα περιεχόμενο. Οπως ξέρετε η Τουρκία έχει προσαρτήσει τη Βόρεια Κύπρο. Ελέγχει απόλυτα την οικονομία και οι έποικοι αποτελούν την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Ουσιαστικά δηλαδή δεν αποφασίζουν οι Τουρκοκύπριοι αποφασίζουν οι Τούρκοι. Και κατέχει το βόρειο τμήμα του νησιού με μια συντριπτική και δυσανάλογη στρατιωτική παρουσία. Τι παραπάνω θα κάνει δηλαδή τώρα;».
Θα δώσει ένα νομικό κάλυμμα.
«Αυτό θα ήταν ένα κορυφαίο λάθος της Τουρκίας. Διότι στην ουσία δεν θα άλλαζε τίποτε και η Τουρκία θα γινόταν απόβλητη της διεθνούς κοινότητας. Αυτό θα είναι η σταγόνα που θα κάνει το ποτήρι να ξεχειλίσει. Η θέση τους είναι αντιφατική. Από τη μια λένε ότι δεν θέλουν την ένταξη της Κύπρου διότι πρέπει η Τουρκία να προχωρήσει πρώτα προς την Ευρώπη, από την άλλη απειλούν ότι θα προσαρτήσουν την Κύπρο, πράγμα που θα κάνει αδύνατη κάθε περαιτέρω συζήτησή τους με την Ευρώπη. Νομίζω ότι σκόπιμο θα ήταν να αφήσουν τις περιττές και ανούσιες απειλές και να ασχοληθούν σοβαρά με την επίλυση του Κυπριακού».
Αυτά ως προς το Κυπριακό. Ως προς τις διμερείς μας σχέσεις τώρα. Με δεδομένο ότι άλλα λένε οι Τούρκοι στη Μαδρίτη και άλλα πράττουν στη συνέχεια, τι νόημα έχει η συνέχιση των επαφών μέσα στην πορεία που χάραξε η Μαδρίτη; Τι μπορεί να αποφέρει, π.χ., μια συνάντηση των εμπειρογνωμόνων, όταν διαπιστώνουμε από τις δηλώσεις τους ότι δεν θέλουν την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου στο Αιγαίο;
«Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο συνάντηση των εμπειρογνωμόνων δεν θα γίνει. Δεν βλέπω να υπάρχει τη στιγμή αυτή κοινό έδαφος για μια τέτοια συνάντηση. Εμείς θα απαντήσουμε στο έγγραφό τους, αλλά εδώ έχει προκύψει θέμα πολιτικού πλαισίου».
Δηλαδή, τι εννοείτε;
«Πρέπει να μας εξηγήσει η τουρκική κυβέρνηση ποια είναι η τελική της θέση σε ό,τι αφορά την εδαφική διεκδίκηση που έχουν εγείρει για την Ιμια και για μια σειρά άλλων νησιών στο Αιγαίο, στην περιοχή της ελληνικής κυριαρχίας. Ο κ. Τζεμ ζήτησε μια συνάντηση στον ΟΗΕ, την οποία βεβαίως δεν σκοπεύω να του αρνηθώ. Θα θέσω υπόψη του όσα επακολούθησαν της Μαδρίτης και θα τον ρωτήσω πώς αντιλαμβάνεται τη συνέχιση των μεταξύ μας επαφών. Η δικαιολογία ότι κάποιος είναι ανεύθυνος ή εξτρεμιστής δεν μπορεί να ισχύσει για κάποιον ο οποίος είναι αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, όπως είναι ο κ. Ετζεβίτ, βουλευτής του κόμματος του οποίου είναι ο κ. Τζεμ».
Θα υπάρξει και συνάντηση του κ. Σημίτη με τον κ. Γιλμάζ στην Κρήτη τον Νοέμβριο, στο περιθώριο της Διαβαλκανικής Διάσκεψης;
«Υποθέτω ότι ο Πρωθυπουργός ως οικοδεσπότης πρέπει να συναντήσει κατ’ ιδίαν όλους τους προσκεκλημένους του. Στα πλαίσια αυτά θα υπάρξει συνάντηση με τον κ. Γιλμάζ. Ο χαρακτήρας της θα κριθεί από την ως τότε πορεία των θεμάτων που θα μπορούσαν να συζητηθούν σε μια διμερή συνάντηση».
Αναμένετε άρση του αδιεξόδου από την παρέμβαση Χόλμπρουκ; Πότε τον περιμένετε στην Αθήνα;
«Κατ’ αρχήν θα έλθει ο συντονιστής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για το Κυπριακό κ. Μίλερ και θα έχει μια προκαταρκτική επαφή με το υπουργείο Εξωτερικών. Θα προσπαθήσω να συναντήσω τον κ. Χόλμπρουκ στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη. Αυτή θα είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για να συζητήσουμε το σύνολο των θεμάτων. Θέλω να προσθέσω εδώ ότι εμείς έχουμε μια σταθερή πολιτική από την οποία δεν έχουμε κανένα λόγο να παρεκκλίνουμε. Πιστεύουμε ότι η πολιτική αυτή είναι μετριοπαθής, εποικοδομητική, στηρίζεται σε αρχές και γίνεται κατανοητή από όλους τους συνομιλητές μας. Λέμε, δηλαδή, στους Τούρκους τα πολύ απλά και αυτονόητα πράγματα: Πρώτον, πόλεμο δεν μπορούμε να κάνουμε μεταξύ μας, άρα ας αφήσουμε τους παλικαρισμούς και τις απειλές, οι οποίες δεν βοηθούν σε τίποτα. Δεύτερον, υπάρχει ένα νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει πλέον τη διεθνή κοινότητα χωρίς εξαιρέσεις, το Δίκαιο της Θάλασσας. Το Δίκαιο αυτό, που έχει υιοθετηθεί από τη συντριπτική πλειονότητα των χωρών του κόσμου, δεσμεύει και χώρες που δεν το έχουν υπογράψει, όπως είναι η Τουρκία. Και, τρίτον, όταν εφαρμοσθεί αυτό το νομικό πλαίσιο, οι οποιεσδήποτε δυσκολίες του ενός ή του άλλου μέσα σ’ αυτό το νομικό πλαίσιο πρέπει να τεθούν εφόσον δεν μπορούμε να τις επιλύσουμε με τις μεταξύ μας επαφές στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Δεν μπορεί όμως να γίνει προκαταρκτική συζήτηση σε θέμα εδαφικής διεκδίκησης που τίθεται εκ του μη όντος. Καμία χώρα δεν μπορεί να κάνει μια τέτοια συζήτηση. Μπορεί να συζητηθεί η υφαλοκρηπίδα. Μπορούν να συζητηθούν άλλα θέματα τα οποία ενδεχομένως μπορεί να προκύψουν και να είναι σημαντικά για τους Τούρκους, αν τα διατυπώσουν κατά νομικό τρόπο, αλλά όχι εδαφική διεκδίκηση».
Ας μεταφερθούμε τώρα προς την πλευρά των βορείων συνόρων μας. Υπήρξε προ ημερών μια νέα δήλωση του κ. Γκλιγκόροφ ότι δεν πρόκειται να υπάρξει καμία υποχώρηση και κανένας συμβιβασμός στο θέμα του ονόματος. Με δεδομένη τη στάση αυτή των Σκοπίων, τι μπορούμε να περιμένουμε από τις διαπραγματεύσεις της Νέας Υόρκης;
«Διάβασα και εγώ τη δήλωση του κ. Γκλιγκόροφ. Για μία ακόμη φορά τα Σκόπια παραβιάζουν ευθέως την ενδιάμεση συμφωνία την οποία έχουμε υπογράψει. Η ελληνική πλευρά ετήρησε σχολαστικά τις υποχρεώσεις της. Ηρθησαν όλα τα εμπόδια στις διμερείς σχέσεις, οι οποίες έχουν πάρει τεραστία έκταση προς αμοιβαίο όφελος, αλλά παράλληλα υπήρχε η υποχρέωση να αναζητήσουμε από κοινού μια αποδεκτή και από τους δύο ονομασία. Αυτό δεν το πράττουν. Δεν συμβάλλουν στις διαπραγματεύσεις στη Νέα Υόρκη. Ολες οι προτάσεις που έχει κάνει ο κ. Βανς έχουν απορριφθεί από την πλευρά τους, ενώ έχουν συζητηθεί από την πλευρά μας και τώρα ο κ. Γκλιγκόροφ σπεύδει να χρησιμοποιήσει τις διαπραγματεύσεις για να προσπορισθεί όφελος στην εσωτερική πολιτική ζωή. Νομίζω ότι είναι μια κακή συμπεριφορά και δεν μπορώ να την εξηγήσω αλλιώς διότι ο κ. Γκλιγκόροφ είναι ένας λογικός και συγκροτημένος ηγέτης παρά με το ότι βρίσκεται σε δεινή πολιτική θέση και πρέπει κατά κάποιον τρόπο να πιαστεί από τα μαλλιά του, όπως λέει η γνωστή λαϊκή έκφραση».
Και τι θα κάνει λοιπόν ο κ. Βανς;
«Ο κ. Βανς δεν θα κάνει αυτά που θα του υποδείξουμε εμείς, δεν θα κάνει όμως και αυτά που του υποδεικνύει εκ του μακρόθεν ο κ. Γκλιγκόροφ. Θα ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις με βάση τη δική του αντίληψη και το πόρισμά του θα το εκθέσει στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Εγώ έχω ήδη ειδοποιήσει τους Σκοπιανούς ότι πέραν των διμερών σχέσεων υπάρχει και πρόβλημα της διεθνούς εντάξεως του κράτους, το οποίο πρέπει να γίνει με ένα όνομα αποδεκτό από τον ελληνικό λαό και την ελληνική Βουλή, όχι απλώς από την ελληνική κυβέρνηση, και προς αυτή την κατεύθυνση είμαστε διατεθειμένοι να συνεργαστούμε με πνεύμα κατανόησης και αλληλεγγύης, αλλά δεν δεχόμεθα να μας υπαγορεύσουν αυτοί ως μόνη λύση τη λύση με την οποία προσήλθαν στις διαπραγματεύσεις αρνούμενοι να συζητήσουν οιανδήποτε άλλη. Πρέπει να είναι μια κοινά αποδεκτή λύση και κοινά αποδεκτή λύση δεν μπορεί να είναι η “Δημοκρατία της Μακεδονίας”, διότι αυτή ήταν η βάση από την οποία ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις».
Εχετε πληροφορίες για το πού θα καταλήξει ο κ. Βανς;
«Δεν θέλω να κάνω αυτό που προσπαθείτε με τόσο ταλέντο και τόση επιμονή να με βάλετε να κάνω. Δεν θέλω να σχολιάσω το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων. Οταν θα καταλήξει, θα μας το πει ο ίδιος».
Θα καταλήξουμε σύντομα; Αυτό τουλάχιστον μπορείτε να μου το πείτε;
«Νομίζω ότι μέσα στον χρόνο θα εξαντληθούν και τα τελευταία περιθώρια ανταλλαγής απόψεων. Εχουν λεχθεί περίπου τα πάντα. Και αυτό το περίπου το οποίο σας λέω δεν μπορεί να αφορά μια χρονική περίοδο πέραν των τριών ή τεσσάρων μηνών. Αν οι διαπραγματεύσεις οδηγηθούν σε πλήρη αποτυχία και δεν βρεθεί μια κοινά αποδεκτή λύση, τότε θα υπάρχουν δύο δυνατότητες. Η μία είναι να παραμείνει η σημερινή ονομασία ως μόνιμη, πράγμα που δεν αρέσει καθόλου στην ηγεσία των Σκοπίων. Η δεύτερη, η οποία είναι και απίθανη, θα ήταν να επιβάλουν τα Σκόπια στη διεθνή κοινότητα και σε μας το όνομα το οποίο κατ’ αποκλειστικότητα διεκδικούν, τότε όμως θα υπάρξουν προβλήματα που δεν θα οφείλονται σε κακή πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης. Η Ελλάδα είναι η μόνη σημαντική χώρα που συνορεύει μαζί τους και τους ενισχύει στην ανάπτυξή τους και είναι η μόνη η οποία δεν έχει κανένα άλλο πολιτικό πρόβλημα μαζί τους, πέραν αυτού που συζητούμε στη Νέα Υόρκη. Θα πρέπει να σκεφθούν πολύ σοβαρά την έκβαση αυτών των διαπραγματεύσεων, μήπως, δηλαδή, καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι δεν αξίζει τον κόπο να ασχολείται κανείς με τα Σκόπια και τον πληθυσμό τους».
Θα έλθει ο κ. Γκλιγκόροφ στη Διαβαλκανική Διάσκεψη της Κρήτης;
«Νομίζω ναι, έτσι έχει πει τουλάχιστον. Ολοι οι ηγέτες των Βαλκανίων θα έλθουν».
Θα έλθει ως πρόεδρος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (πΓΔΜ) ή ως πρόεδρος της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας»;
«Οι συναντήσεις αυτές είναι άτυπες και οι ηγέτες θα παραστούν με το όνομά τους, το οποίο είναι αρκετό· δεν χρειάζεται να τους κρεμάσουμε μια ταμπέλα. Δεν χρειάζεται να πούμε Σημίτης: Ελλάς, Γιλμάζ: Τουρκία είναι γνωστό ποιοι είναι. Ετσι γίνεται πάντα σε όλες τις συναντήσεις αυτού του τύπου. Στο τραπέζι που θα καθήσουν θα έχουν απλώς μπροστά τους ένα άνθος!..». Οι σχέσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο
Πολύς θόρυβος δημιουργήθηκε τελευταία για τη διάσταση απόψεων μεταξύ του υπουργού Εξωτερικών και του Οικουμενικού Πατριάρχη. Πιστεύετε ότι η διάσταση αυτή ωφελεί την πορεία των εθνικών θεμάτων;
«Εγώ έχω μεγάλο σεβασμό και αγάπη για τον Πατριάρχη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το απέδειξα μεταβαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη, ως βουλευτής της αντιπολίτευσης τότε, για την ενθρόνιση του Πατριάρχη. Ως υπουργός Εξωτερικών ενίσχυσα συστηματικά όλες τις προσπάθειες του Πατριάρχη με τα μέσα που διαθέτω. Δεν ξέρω αν ο Πατριάρχης δεν είναι ευχαριστημένος μαζί μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Από ό,τι άκουσα το μόνο που μου προσάπτει είναι ότι δεν πήγα σε μια πρόσκλησή του για γεύμα. Του είχα όμως πολύ σαφώς δηλώσει ότι δεν θα μείνω στην Πόλη ούτε ένα λεπτό παραπάνω. Πήγα το πρωί και έφυγα αμέσως μόλις τελείωσαν οι εργασίες της Διάσκεψης για την Παρευξείνια Ζώνη. Δεν ήθελα να πάρει χαρακτήρα επίσημης επίσκεψής μου στην Τουρκία η επίσκεψή μου αυτή, κατά τη διάρκεια της οποίας συνήντησα και την κ. Τσιλέρ. Αυτός ήταν ο λόγος. Απορώ λοιπόν γιατί ο Παριάρχης δίνει τέτοια διάσταση στο θέμα και γιατί επιμένει σ’ αυτό, ενώ δεν υπάρχει κανένα γενικότερο πρόβλημα. Εγώ δεν είμαι αρμόδιος για τα εκκλησιαστικά θέματα. Υπάρχει το υπουργείο Παιδείας που ασχολείται με τα εκκλησιαστικά ζητήματα και σε ό,τι αφορά τα Πατριαρχεία του εξωτερικού υπάρχει η αρμοδιότητα του Γεωργίου Παπανδρέου. Αν θέλει το Πατριαρχείο να συναντήσει κάποιον για να του θέσει τα θέματα που το απασχολούν θα πρέπει να συναντήσει τον κ. Παπανδρέου, πράγμα το οποίο έχει ήδη κάνει».
Είστε διατεθειμένος να συναντηθείτε προσωπικά με τον Πατριάρχη ώστε να λήξει η αντιδικία αυτή;
«Βεβαίως είμαι διατεθειμένος να συναντηθώ μαζί του και θα το κάνω με μεγάλη χαρά. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς εξάλλου; Για μένα αυτό που προέχει είναι η Ορθοδοξία να έχει κύρος, τα Πατριαρχεία να έχουν αρμονικές σχέσεις μεταξύ τους και με την Εκκλησία της Ελλάδας, ούτως ώστε η Ορθοδοξία να λειτουργεί ως ένα μέσο για την προώθηση των συμφερόντων του Ελληνισμού γενικότερα και όχι ως ένα στοιχείο που δημιουργεί προβλήματα και δυσκολίες».
Πάντως το βαρύ κλίμα που υπάρχει τώρα στις σχέσεις της Αθήνας με το Πατριαρχείο δεν δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα για τη λειτουργία του εκεί;
«Δεν ξέρω τι εννοείτε με τον όρο Αθήνα και δεν γνωρίζω για τα εκκλησιαστικά. Σε ό,τι αφορά το υπουργείο Εξωτερικών δεν υπάρχει καμία διάθεση από την πλευρά μας να υπάρχει βαρύ κλίμα. Ο πρόξενός μας στην Κωνσταντινούπολη είναι σε συνεχή επαφή με το Πατριαρχείο. Είμαστε στη διάθεση του Πατριαρχείου κάθε φορά που θα το θελήσουν. Και είμαστε έτοιμοι να ενισχύσουμε και υλικά και ηθικά τη δράση του Πατριαρχείου». Το νέο ξεκίνημα με την Αλβανία
Μετά την επίσκεψη του ελληνικού Υπουργικού Συμβουλίου στην Αλβανία, πώς βλέπετε να προχωρούν οι σχέσεις με τη χώρα αυτή, με την οποία είχαμε τόσα προβλήματα στο παρελθόν;
«Είμαστε σε ένα νέο ξεκίνημα. Ηδη με την προηγούμενη κυβέρνηση οι σχέσεις μας ήταν πολύ καλές. Θέλουμε να βοηθήσουμε την οικοδόμηση του κράτους και την ανάπτυξη της οικονομίας, ώστε η χώρα αυτή να είναι ικανή να κρατήσει τον πληθυσμό της εκεί και να ανταποκριθεί στις στοιχειώδεις ανάγκες του. Θα συμβάλουμε στην ανάπτυξή της σε όλα τα επίπεδα: θεσμικό, τεχνικό, οικονομικό και πολιτικό. Είναι μια χώρα με την οποία έχουμε αδελφικές σχέσεις. Οι επαφές μας θα είναι συχνότατες. Περιμένουμε εντός των ημερών τον πρόεδρο της αλβανικής Βουλής, προς το τέλος του μηνός θα μας επισκεφθεί ο υπουργός Εξωτερικών και υπάρχουν επαφές και σε όλα τα άλλα επίπεδα: άμυνα, δημόσια τάξη κλπ.».
Γενικότερα στα Βαλκάνια πώς εκδηλώνεται σήμερα η παρουσία μας;
«Η Ελλάδα έχει αντιληφθεί ότι μπορεί να παίξει έναν σημαντικό ρόλο στην περιοχή. Πιστεύω ότι αυτό είναι και συνείδηση των πολιτών, όχι απλώς των κυβερνώντων. Και αυτό συμβαίνει εκ των πραγμάτων. Η Ελλάδα είναι μια μεσαία χώρα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά μια μεγάλη χώρα στη Βαλκανική. Το μεγαλείο μιας χώρας δεν εξαρτάται από τον αριθμό των κατοίκων της αλλά από τις δυνατότητές της. Αυτή τη στιγμή το ελληνικό εθνικό εισόδημα, οι τεχνικές μας δυνατότητες, οι επιχειρηματικές μας δυνατότητες, οι επιστημονικές μας δυνατότητες είναι καθοριστικά για την πρόοδο της Βαλκανικής στο σύνολό της. Πέραν τούτου η Ελλάδα διαθέτει τη Θεσσαλονίκη, η οποία είναι μια πολύ μεγάλη πόλη στα Βαλκάνια, είναι λιμάνι, είναι σε ίση απόσταση από τις βασικές βαλκανικές πρωτεύουσες και θα συνδεθεί με όλες αυτές με ένα εντελώς σύγχρονο δίκτυο μεταφορών και τηλεπικοινωνιών. Η Θεσσαλονίκη θα γίνει έτσι η μητρόπολη των Βαλκανίων. Τα Βαλκάνια είναι η ενδοχώρα μας, θέλουμε την εμπέδωση της ειρήνης, οικοδόμηση στέρεων δημοκρατικών θεσμών, προώθηση όλης της περιοχής προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση και βεβαίως ανάπτυξη κοινών οικονομικών σχεδίων και πρωτοβουλιών. Δεν πρέπει να παραλείψουμε και τις πολιτιστικές επαφές, οι οποίες είναι πολύ σημαντικές και έχουν ξεκινήσει από καιρό. Ο ελληνικός πολιτισμός είναι γνωστός και εκτιμάται σε όλες του τις μορφές».
