Στις 5 Ιουνίου αλλάζει η κεντρική ισοτιμία

Στις 5 Ιουνίου αλλάζει η κεντρική ισοτιμία ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ο προϋπολογισμός του 2000 διασφαλίζει την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ. Επ'' αυτού δεν υπάρχει δεύτερη γνώμη! Ακόμη και η αξιωματική αντιπολίτευση, που διά στόματος του βουλευτή της κ. Γ. Αλογοσκούφη μίλησε για «έναν προϋπολογισμό που είναι κυριολεκτικά στον αέρα», δεν αρνήθηκε ότι «η Ελλάδα θα μπει στην ΟΝΕ». Εκείνο που έχει όμως ιδιαίτερη σημασία

ΤΟ ΒΗΜΑ

Ο προϋπολογισμός του 2000 διασφαλίζει την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ. Επ’ αυτού δεν υπάρχει δεύτερη γνώμη! Ακόμη και η αξιωματική αντιπολίτευση, που διά στόματος του βουλευτή της κ. Γ. Αλογοσκούφη μίλησε για «έναν προϋπολογισμό που είναι κυριολεκτικά στον αέρα», δεν αρνήθηκε ότι «η Ελλάδα θα μπει στην ΟΝΕ». Εκείνο που έχει όμως ιδιαίτερη σημασία είναι η θετική στάση των μεγάλων ξένων επενδυτικών οίκων και τραπεζών που διαμορφώνουν και το κλίμα στις αγορές. Ολοι λοιπόν έσπευσαν να χαρακτηρίσουν «συνετό» τον προϋπολογισμό και να προεξοφλήσουν την ένταξη στην ΟΝΕ.


Με δεδομένο πλέον αυτό το πλαίσιο σταθερότητος για τις οικονομικές εξελίξεις του 2000 είναι φανερό ότι οι ξένοι οίκοι και γενικά οι αγορές θα ρυθμίσουν τις συναλλαγές τους με τα ελληνικά ομόλογα, τις μετοχές αλλά και γενικά τις τοποθετήσεις κεφαλαίων στην Ελλάδα με κριτήρια τις εκτιμήσεις τους αλλά και τις πληροφορίες για την πορεία μέσα στο 2000 των επιτοκίων και της ισοτιμίας της δραχμής. Εχει ενδιαφέρον λοιπόν να δούμε πώς παρουσιάζεται η κατάσταση στους δύο αυτούς τομείς:


Οσον αφορά τα επιτόκια έγινε μια πρώτη κίνηση από την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά απομένει να διανυθεί ακόμη μεγάλη απόσταση αφού από 10% που είναι σήμερα κατά μέσον όρο τα παρεμβατικά επιτόκια πρέπει να κατέβουν ως την 1.1.2001, οπότε η Ελλάδα θα είναι μέλος της ΟΝΕ, στο 3% τουλάχιστον. Αυτή η μείωση κατά 7 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες δεν μπορεί φυσικά να γίνει διαμιάς, διότι θα ήταν πρωτοφανές το σοκ για την οικονομία. Η Τράπεζα της Ελλάδος, στα πλαίσια πάντα της κύριας αποστολής της να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός στο 2% τους επόμενους μήνες και στη διάρκεια του 2000, έχει αποφασίσει να προχωρήσει σταδιακά σε διαδοχικές μειώσεις που θα είναι πιο ουσιαστικές στο δεύτερο εξάμηνο, αφού εν τω μεταξύ το Συμβούλιο Κορυφής στη Λισαβόνα στις 19 Ιουνίου θα έχει αποφασίσει την ένταξη της Ελλάδος.


Η Τράπεζα της Ελλάδος προγραμμάτιζε να κάνει το δεύτερο βήμα αποκλιμάκωσης τον Νοέμβριο, τώρα όμως, μετά την αναζωπύρωση του πληθωρισμού στον εθνικό δείκτη που ανέβηκε στο 2,2% τον Οκτώβριο και πιθανόν να πάει και στο 2,3% τους αμέσως επόμενους μήνες, πιθανόν να την καθυστερήσει για λίγο. Οχι για πολύ όμως γιατί, όπως τονίζει αρμόδιος παράγων της ΤΕ: «Δεν είναι δυνατόν την άνοιξη του 2000, που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αξιολογούν τον ελληνικό φάκελο υποψηφιότητας, να έχουμε απόκλιση στα επιτόκια πάνω από 5-6 ποσοστιαίες μονάδες». Πέραν της μείωσης του Δεκεμβρίου δηλαδή η Τράπεζα της Ελλάδος πριν από την ένταξη θα πρέπει να προχωρήσει σε άλλες δύο τουλάχιστον αποκλιμακώσεις.


Τώρα σχετικά με τη δραχμή, η κυβέρνηση διά στόματος υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Ι. Παπαντωνίου έχει δηλώσει ότι η συναλλαγματική πολιτική δεν αλλάζει. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν αλλάζει τώρα! Αργότερα και υπό την πίεση της αγοράς δεν αποκλείεται να σκεφθεί η κυβέρνηση ότι είναι συμφορότερο για την εθνική οικονομία να ενταχθεί στο ευρώ όχι με την κεντρική ισοτιμία που είχε συμφωνήσει με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Μάρτιο του 1998, δηλαδή 1 ευρώ = 353 δρχ., αλλά να ανατιμήσει τη δραχμή όπως πιέζουν οι ξένοι και να εισέλθουμε, π.χ., με ισοτιμία 1 ευρώ = 345 δρχ. Οπως αφήνει να εννοηθεί ο κ. Παπαντωνίου, η κυβέρνηση αργότερα θα μετρήσει τι συμφέρει την οικονομία, η ανταγωνιστικότητα που δίνει η ισοτιμία των 353 δρχ. ή ο χαμηλός πληθωρισμός που εγγυάται η ισοτιμία των 345 δρχ. Πότε όμως θα είναι αυτό το αργότερα; Σύμφωνα με πληροφορίες μας, δεδομένου ότι οι ισοτιμίες καθορίζονται κάθε φορά στο Συμβούλιο Κορυφής, αν η κυβέρνηση αποφασίσει να αλλάξει την ισοτιμία θα πρέπει να το ανακοινώσει στο Eco/Fin της 5ης Ιουνίου τις προθέσεις της.


Η πορεία αποκλιμάκωσης των επιτοκίων αλλά και οι προοπτικές για τη συναλλαγματική ισοτιμία της δραχμής θα επηρεάσουν την αγορά των ομολόγων αφού οι ξένοι έχουν στα χέρια τους ομόλογα αξίας άνω των 25 δισ. δολαρίων.


Για να αντιληφθούμε πώς επηρεάζεται η αγορά των ομολόγων από επιτόκια και διολίσθηση, έστω το εξής παράδειγμα:


Ενας ευρωπαίος επενδυτής φέρνει στην Ελλάδα 1 εκατ. ευρώ, τα δραχμοποιεί και αγοράζει 10ετή ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου αξίας 330 εκατ. δρχ. Πρόθεσή του είναι να μείνει στα ομόλογα κατ’ αρχήν ένα χρόνο και μετά να επιστρέψει στο νόμισμα, εκτός αν βλέπει ότι κερδίζει. Πώς θα κρίνει ότι κερδίζει; Στην τιμή των ομολόγων πρέπει να προσθέσει το τοκομερίδιο, που είναι π.χ. 6%, άρα 19,8 εκατ. δρχ., και το λεγόμενο capital gain, την αύξηση της τιμής δηλαδή των ομολόγων από τη μείωση των επιτοκίων. Αν υποθέσουμε ότι η ΤΕ ρίχνει τα επιτόκια 3 μονάδες, τότε το capital gain θα είναι τουλάχιστον 10%, δηλαδή 33 εκατ. δρχ.


Ο ευρωπαίος επενδυτής λοιπόν κερδίζει συνολικά 42,8 εκατ. δρχ., χάνει όμως 23,1 εκατ. δρχ. αν η δραχμή διολισθήσει το προσεχές έτος 7% και 5% που είναι η απόδοση του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου. Συνολικά λοιπόν το ισοζύγιο κερδών και ζημιών είναι 3,2 εκατ. δρχ. Θα μείνει και τον επόμενο χρόνο; Το παράδειγμα αποδεικνύει ότι όσο πιο μικρή είναι η διολίσθηση και όσο ταχύτερη η άνοδος των επιτοκίων τόσο πιο συμφέρουσα είναι η αγορά των ομολόγων για τους ξένους. Να γιατί λοιπόν όλοι οι ξένοι επενδυτικοί οίκοι πιέζουν να ανατιμηθεί η δραχμή!

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version