Το απόλυτο φετίχ του ροκ
Το σινγκλάκι είναι σίγουρα ένα βασικό συστατικό της μυθολογίας του ροκ-εν-ρολ που σταδιακά μετατράπηκε σε φετιχιστικό αντικείμενο πόθου με μανιώδεις συλλέκτες. Η ιστορία και η εξέλιξη της σύγχρονης ποπ μουσικής βασίστηκαν σε αυτό όταν ξεκίνησε με δύναμη στα μέσα της δεκαετίας του ’50 και έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της νεανικής κουλτούρας. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, τα τζουκμπόξ και τα πάρτι χρησιμοποίησαν τα σινγκλ, ενώ διατηρήθηκε ακμαίο ακόμη και όταν οι δίσκοι 33 στροφών άρχισαν να κυριαρχούν.
Από εκείνη την εποχή που τα σινγκλάκια ξεκινούσαν την «επανάσταση» του ροκ έχουν περάσει σχεδόν 50 χρόνια και τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Τα 45άρια έχουν αντικατασταθεί από CD σινγκλ αλλά η βάση παραμένει η ίδια. Τα τραγούδια συνεχίζουν να γράφουν τη μουσική ιστορία, παρ’ ότι οι μεγάλοι δίσκοι είναι αυτοί που κυριαρχούν πλέον στην αγορά.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 το ενδιαφέρον των ακροατών μετατέθηκε από τα τραγούδια στους καλλιτέχνες και ως εκ τούτου στους μεγάλους δίσκους που αυτοί κυκλοφορούσαν. Τα 45άρια πέρασαν στο περιθώριο αλλά συνέχισαν να κυκλοφορούν για να βοηθούν τις πωλήσεις των δίσκων. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί και τα τσαρτς βασίζονταν στα σινγκλ, που συνέχισαν να προκαλούν το ενδιαφέρον των νεότερων ακροατών, κυρίως λόγω κόστους. Αυτό εξυπηρετούσε και τις εταιρείες, που μπορούσαν εύκολα και γρήγορα να έχουν καλλιτέχνες στο Νο 1, ακόμη και αν οι μεγάλοι δίσκοι τους δεν θα έφθαναν ποτέ σε αυτή τη θέση, ενώ με την κυκλοφορία ενός καινούργιου σινγκλ από τον ίδιο δίσκο μπορούσαν να τονώσουν πάλι το ενδιαφέρον των καταναλωτών. Οταν το βινύλιο σταμάτησε να χρησιμοποιείται και τα 45άρια χάθηκαν από την αγορά, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η υπόθεση «σινγκλάκι» είχε τελειώσει οριστικά. Τέλος εποχής αλλά και αρχή μιας άλλης που είχε να κάνει με το CD σινγκλ.
Η αρχική αμηχανία ξεπεράστηκε και οι καινούργιες γενιές των τινέιτζερ συνδέθηκαν με την καινούργια φόρμα, απορώντας ταυτόχρονα με τη μανία του πατέρα τους γι’ αυτά τα δύσχρηστα και γεμάτα σκρατς 45άρια που τα προστάτευαν ως θησαυρό μεγάλης αξίας. Στα χρόνια της δεκαετίας του ’90 τα CD σινγκλ απέκτησαν τη χαμένη δυναμική του παρελθόντος αφού είναι πια κοινό μυστικό πως στις περισσότερες περιπτώσεις δίσκων υπάρχουν ένα-δύο τραγούδια που αξίζουν και ο υπόλοιπος είναι τουλάχιστον αδιάφορος. Σε μια περίοδο λοιπόν όπου το ενδιαφέρον των καταναλωτών για τη μουσική περιορίζεται, οι ακροατές έχουν επανέλθει στο ενδιαφέρον τους για τα τραγούδια αφήνοντας κατά μέρος τους δίσκους που κοστίζουν τρεις φορές περισσότερο. Ενδεικτική αυτής της τάσης είναι και η καινούργια ελληνική πραγματικότητα σε αυτό τον τομέα. Πριν από μερικά χρόνια ακόμη κανένα ελληνικό σινγκλ δεν κυκλοφορούσε στην αγορά. Μόνο ελάχιστα ελληνικά συγκροτήματα και μικρές ανεξάρτητες εταιρείες με νοσταλγική και φετιχιστική διάθεση για τα θρυλικά 45άρια κυκλοφορούσαν κάποιο σινγκλ, «κομμένο» σε κάποια βαλκανική χώρα, αφού τα ελληνικά εργοστάσια είχαν διακόψει τις σχέσεις τους με το βινύλιο.
Για σινγκλ ούτε λόγος να γίνεται. Οσο για τους άλλους έλληνες καλλιτέχνες, ούτε να ακούσουν δεν ήθελαν για το «υποτιμητικό» σινγκλ. Μόνο ξένα τραγούδια κυκλοφορούσαν σε CD σινγκλ που οι εταιρείες τα έφερναν εισαγωγής από τις «αδελφές» εταιρείες του εξωτερικού. Στην ουσία λοιπόν δεν υπήρχε αγορά σινγκλ στην Ελλάδα αλλά αυτό έχει αλλάξει τα τρία τελευταία χρόνια, αφού ως και σχετικός κατάλογος επιτυχιών έχει δημιουργηθεί. Μόνο το 1999 κυκλοφόρησαν 80(!) σινγκλάκια ελλήνων καλλιτεχνών, ενώ οι εισαγωγές ξένων έχουν πολλαπλασιαστεί. Το σχετικό τσαρτ προβλέπει το όριο των 10.000 για χρυσό σινγκλ και 20.000 για πλατινένιο, ενώ υπάρχουν σκέψεις να αυξηθεί το όριο και να εξομοιωθεί με αυτό των μεγάλων δίσκων (15.000 και 30.000 αντίστοιχα).
Σε μια εποχή λιτότητας αλλά και μουσικής αδιαφορίας οι καταναλωτές στρέφονται στο απολύτως απαραίτητο, που είναι το τραγούδι-επιτυχία και κοστίζει 1.700 δρχ. περίπου, έναντι των 6.500 δρχ. του μεγάλου δίσκου, που το πιθανότερο είναι να μην παρουσιάζει περισσότερο ενδιαφέρον.
Φαίνεται όμως ότι τον ελληνικό ενθουσιασμό δεν συμμερίζονται και οι ξένες εταιρείες που τα σινγκλάκια τους πέφτουν βαριά και βαρύνουν ασύμφορα τον προϋπολογισμό τους. Η αγγλική ΕΜΙ ανακοίνωσε ότι προτίθεται να μην πληρώνει δικαιώματα στους καλλιτέχνες της για τα πρώτα 80.000 σινγκλάκια που θα πωλούνται σε κάθε χώρα αφού η υπόθεση σινγκλ της κοστίζει κάθε χρόνο 60 εκατ. στερλίνες. Και δεν είναι η μόνη αφού πολλές είναι οι εταιρείες που φαίνονται έτοιμες να αναθεωρήσουν τη στάση τους σχετικά με τα σινγκλ. Οπως υποστηρίζουν, ο λόγος που κρατάνε χαμηλά την τιμή του σινγκλ, ίδια από την αρχή της δεκαετίας του ’90, είναι ότι εξυπηρετεί τα μάρκετινγκ σχέδιά τους αλλά πλέον το κόστος είναι πολύ βαρύ. Οι πιο απαισιόδοξοι μιλάνε ήδη για τον οριστικό θάνατο του CD σινγκλ. Το σίγουρο πάντως είναι ότι οι πιο πολλοί καινούργιοι καλλιτέχνες υπογράφουν συμβόλαια που τους αποκλείουν από δικαιώματα για έναν αριθμό αντιτύπων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που από όλα τα μουσικά προϊόντα (CD, κασέτες, μουσικά βίντεο) το σινγκλ είναι το μόνο που υποχώρησε το 1998 έναντι του 1997 σε παγκόσμιο επίπεδο κατά 11 εκατ. τεμάχια. Σύντομα θα ξέρουμε αν το πιο θρυλικό φετίχ στην ιστορία του ροκ θα είναι οριστικά παρελθόν.
