«Οι “Σοφολογιότατες” είναι μια σάτιρα θα έλεγα περισσότερο των ψευτοδιανοουμένων της εποχής του Μολιέρου. Μια σάτιρα που καυτηριάζει την επιτήδευση ενός κύκλου γυναικών και των προσφιλών τους “σοφών” και που προκαλεί άφθονο γέλιο» λέει ο Γιώργος Λαζάνης, που σκηνοθετεί για το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν της οδού Φρυνίχου την κωμωδία του γάλλου συγγραφέα. Μπορεί από το πρώτο ανέβασμα έργου του Μολιέρου στην Ελλάδα να έχουν περάσει 162 χρόνια, όμως «η αδιάλειπτη σχέση του με τους Ελληνες» σημειώνει ο Ανδρέας Στάικος, που υπογράφει την έμμετρη μετάφραση στις «Σοφολογιότατες», «συνεχίζεται ως τις ημέρες μας. Ποιος συγγραφέας συγκινεί και ψυχαγωγεί τους Ελληνες περισσότερο από τον Μολιέρο;».
Γραμμένες το 1672, μόλις ένα χρόνο πριν από το κύκνειο έργο του, το «Κατά φαντασίαν ασθενής», οι «Σοφολογιότατες» αποτελούν στη Γαλλία, μαζί με τον «Ταρτούφο» και τον «Φιλάργυρο», ένα από τα πιο πολυπαιγμένα έργα του Μολιέρου που επιπλέον τα τελευταία χρόνια είναι ιδιαίτερα προσφιλές και στην Κομεντί Φρανσέζ. «Στη χώρα μας όμως» υπογραμμίζει ο σκηνοθέτης «είναι σχεδόν άγνωστο ή ελάχιστα γνωστό, κυρίως από κάποιες μεταφράσεις που έχουν γίνει κατά καιρούς. Η μικρή δημοτικότητά του πιστεύω ότι οφείλεται στο γεγονός ότι είναι ένα έργο συνόλου και όχι πρωταγωνιστών».
Η υπόθεση ξετυλίγεται στο σπίτι ενός απλοϊκού παριζιάνου αστού όπου εισβάλλει ο καιροσκόπος ποιητής, με απώτερο σκοπό την προίκα της κόρης. «Σονέτα πραγματικά διασύρονται στη σκηνή και οι χαρακτήρες ξεγυμνώνονται μέσα σε λίγες ώρες. Ο Μολιέρος αγαπάει όμως τους ήρωές του και ας βγάζει το γελοίο που κρύβουν μέσα τους. Τους αγαπά και γι’ αυτό αφήνει στο τέλος πίκρα και όχι καταστροφή». Η επικαιρότητα του συγγραφέα είναι εμφανής. «Φέρτε στο μυαλό σας τον αρχοντοχωριατισμό και τον ταρτουφισμό του, που θεωρούνται πλέον κλασικοί και σκεφτείτε, από την άλλη, πόσες γνώσεις ανάβαθες μας κατακλύζουν καθημερινά. Το μόνο που έχει ανάγκη σήμερα ο Μολιέρος είναι η επανεξέτασή του». Στην προκειμένη περίπτωση η επανεξέταση του «μολιερικού ύφους» ξεκίνησε από τον θίασο των νέων ηθοποιών, απόφοιτοι όλοι της Σχολής του Θεάτρου Τέχνης, στους οποίους ο Γιώργος Λαζάνης εμπιστεύτηκε την παράσταση. «Η αρχή έγινε με έναν άλλον κλασικό, τον Ιονέσκο και το “Παιχνίδι της σφαγής”, που ανέβηκε πριν από δύο χρόνια με καινούργιους πάλι ηθοποιούς. Πρόκειται για νέα παιδιά με πνευματικότητα και μια ιδιαίτερη τεχνική που είδαν την παράσταση με πολύ αγάπη».
Το κείμενο μπολιάστηκε με στοιχεία της Κομέντια ντελ Αρτε «που ο συγγραφέας κουβαλά ακόμη μέσα του», αυτοσχεδιασμούς, αναφορές στις υποκριτικές υπερβολές των περασμένων εποχών, τραγούδι «που προκύπτει από μια ανάγκη δραματουργική τις στιγμές που ο λόγος φορτίζεται πολύ» αλλά και στοιχεία κινησιολογικά. «Ενας από τους λόγους που οι “Σοφολογιότατες” με ενθάρρυναν να τις εμπιστευτώ σε νέους ηθοποιούς είναι ακριβώς αυτή η έντονη κινητικότητα του λόγου. Ο Μολιέρος δεν είναι καθόλου στατικός και ένας μεγάλος στην ηλικία ηθοποιός φαντάζομαι ότι θα δυσκολευόταν να τον αποδώσει. Τα παιδιά, ηθοποιοί πέντε ή ακόμη και δύο χρόνων, με βοήθησαν να φέρω ξανά στην επιφάνεια αυτή τη φρεσκάδα που υπάρχει μέσα του».
Στην ανανέωση της αισθητικής της μολιερικής παράστασης συνέβαλαν καθοριστικά τα σκηνικά και τα κοστούμια. «Δεν ήταν λίγες οι φορές στο παρελθόν που τα κοστούμια εποχής κατέληγαν να θυμίζουν μασκαράτα, αφού ο σύγχρονος θεατής δεν γνώριζε τη σημειωτική τους. Γι’ αυτόν τον λόγο τα κοστούμια στη δική μας παράσταση θυμίζουν 17ο αιώνα χωρίς να ανήκουν όμως σε αυτόν και χωρίς από την άλλη να μετατρέπονται σε καρικατούρες. Απλώς όταν τα κοστούμια είναι σύγχρονα, αφαιρετικά αν θέλετε, η σηματοδότηση γίνεται αυτόματα από τον θεατή». Αφαιρετικό είναι όμως και το σκηνικό στις «Σοφολογιότατες». Μια μοκέτα – γρασίδι που καλύπτει όλη τη σκηνή, μια κούνια κρεμαστή, μια σκάλα σιδερένια στο βάθος, τοίχοι σε μοβ χρώμα. «Βγάλαμε το έργο έξω, στην αυλή ενός αστικού σπιτιού, γιατί δεν πιστεύω ότι τα έργα του Μολιέρου πρέπει να είναι πάντα κλεισμένα στον κλειστό χώρο ενός σαλονιού».
* Οι «Σοφολογιότατες» του Μολιέρου σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη παρουσιάζονται στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν. Μετάφραση Ανδρέας Στάικος, μουσική Νίκος Πλάτανος, σκηνικά – κοστούμια Νίκος Νατσούλης, χορογραφία Κωνσταντίνος Ρήγος. Παίζουν 13 νέοι ηθοποιοί, απόφοιτοι της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης.
