«Αισθάνεστε ασφαλέστεροι σήμερα;» διατυπώνει το ερώτημα σε τόνο ρητορικό η Αμερικανική Ομοσπονδία Δημοτικών Υπαλλήλων σε διακήρυξή της, συνοψίζοντας τα θετικά και τα αρνητικά του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. H διαφαινόμενη απάντηση που η ίδια δίνει είναι αρνητική. Αλλωστε λίγες ώρες μετά την ανακοίνωσή της την περασμένη Δευτέρα ο Λευκός Οίκος κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση «εκτάκτου απειλής υψίστου βαθμού» και ο εκπρόσωπος του υπουργείου Δικαιοσύνης, αρμόδιος για ζητήματα εθνικής ασφάλειας, δήλωσε: «Δεν γνωρίζουμε πότε, πού και πώς, αλλά έχουμε συγκεκριμένες ενδείξεις ότι σχεδιάζεται μεγάλης ολκής τρομοκρατική επίθεση εναντίον στόχων στην Αμερική και στο εξωτερικό». H «Washington Post» σχολίασε την επομένη ότι μια τέτοια δήλωση «πέραν των άλλων υποδηλώνει ότι βρισκόμαστε ακόμη μακριά από τη θετική έκβαση της εκστρατείας εναντίον της Αλ Κάιντα και των παραφυάδων της». Ο Στίβεν Κόεν, πολιτικός αναλυτής του «Nation», συμφωνεί και αποδίδει την αποτυχία στην «αυτοκαταστροφική περιπέτεια» της εισβολής στο Ιράκ. Οι Ευρωπαίοι που υποστήριξαν τον πόλεμο έχουν σκληρότερες εκφράσεις για το φιάσκο στο οποίο κατέληξε η στρατιωτική επέμβαση και την περασμένη Τρίτη στη Βουλή των Κοινοτήτων Εργατικοί και φιλελεύθεροι βουλευτές επεσήμαναν στον Τόνι Μπλερ ότι «η εκστρατεία αύξησε αντί να μειώσει την απειλή της τρομοκρατίας».
Υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη αλλαγή διαθέσεων, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, έναντι της πολιτικής που ακολουθεί ο Λευκός Οίκος στο μέγα θέμα της τρομοκρατίας. Πριν από λίγες μόλις εβδομάδες ήταν αδιανόητο να διατυπωθεί από Ρεπουμπλικανούς του Κογκρέσου και η ελάχιστη αμφισβήτηση της διορατικότητας και της σοφίας του προέδρου Τζορτζ Μπους και των στενών συμβούλων του. Την περασμένη Δευτέρα όμως οκτώ Ρεπουμπλικανοί βουλευτές ζήτησαν από τον ηγέτη της πλειοψηφίας να κληθούν να καταθέσουν οι αρμόδιοι υπουργοί και διευθυντές των υπηρεσιών ασφαλείας «εν όψει της αυξανόμενης δραστηριότητας των τρομοκρατικών ομάδων (…) τόσο στην Αμερική όσο και εναντίον στόχων αμερικανικών συμφερόντων» στο εξωτερικό. Πηγές στην Ουάσιγκτον απέδιδαν την εκδήλωση των βουλευτών στις αντιδράσεις που συναντούν όλα τα μέλη του Κογκρέσου όταν έρχονται σε επαφή με πρόσωπα της εκλογικής περιφέρειάς τους, ανεξάρτητα από κομματική τοποθέτηση. Οι βουλευτές αντιμετωπίζουν εκλογές ύστερα από ενάμιση χρόνο και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα τους βοηθήσει εκλογικά το «άστρο» του προέδρου, ακόμη και στην περίπτωση που αυτός δεν κινδυνεύσει. Ο αρθρογράφος του «Christian Science Monitor» χαρακτήρισε ως ενδεικτική των σημερινών διαθέσεων του κοινού το γεγονός ότι στην Πολιτεία της Μινεσότα, όπου τον Φεβρουάριο το 66% είχε ταχθεί υπέρ της στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράκ, σήμερα ένα ποσοστό ως 55% πιστεύει ότι «η τρομοκρατία δεν αντιμετωπίζεται» με στρατιωτικά μέσα. [Ενα 60% εξακολουθεί να υποστηρίζει τον πρόεδρο Μπους.]
ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΙΣ Τα «θύματα» της εκστρατείας
H αποτυχία της εκστρατείας εναντίον της τρομοκρατίας είχε και «θύματα», και μάλιστα στον στενό κύκλο του προέδρου. Ο εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Αρι Φλάισερ αιφνιδίως ανεκοίνωσε τη Δευτέρα ότι παραιτείται σε λίγες εβδομάδες και 48 ώρες αργότερα, επίσης αιφνιδίως, υπέβαλε την παραίτησή της η Κρίστι Γουίτμαν, διευθύντρια της σημαντικής Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος. H ίδια δήλωσε ότι η παραίτησή της δεν σχετίζεται με την περιβαλλοντική πολιτική της κυβέρνησης. Εξάλλου, πρόσωπα συνδεόμενα με τον εκπρόσωπο βεβαιώνουν ότι ο Φλάισερ διαφώνησε με την προπαγανδιστική «γραμμή» που φαίνεται ότι υιοθέτησε το εκλογικό επιτελείο του προέδρου, δηλαδή να αποδίδεται σε υποκίνηση των Δημοκρατικών η αμφισβήτηση της αντιτρομοκρατικής πολιτικής του Λευκού Οίκου. Ενημερωμένες πηγές υποστηρίζουν ότι και οι δύο παραιτήσεις οφείλονται σε διαφωνία τους με την τακτική που ακολουθείται στα θέματα της τρομοκρατίας. Οι ίδιες πηγές πιστεύουν ότι θα ακολουθήσουν και άλλες παραιτήσεις καθώς στον Λευκό Οίκο και σε κυβερνητικά κλιμάκια «υπάρχει αναβρασμός αυτό τον καιρό σχετικά με την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας». Μεταξύ εκείνων που λέγεται ότι έχουν διαφορετική άποψη για την αντιτρομοκρατική τακτική της κυβέρνησης είναι και η προεδρική σύμβουλος Κοντολίζα Ράις. Σημειώνεται σχετικώς ότι, όπως έγραψαν βρετανικές και γερμανικές εφημερίδες, όταν προ μηνός η κυρία Ράις συναντήθηκε με τον πρόεδρο Πούτιν στο Κρεμλίνο τού τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι οι τσετσένοι τρομοκράτες δεν μπορεί να αντιμετωπιστούν με στρατιωτικά μέσα.
