Κοινωνιολογίας εγκώμιον

Κοινωνιολογίας εγκώμιον Αντιμετωπίζει σήμερα κρίση η κοινωνιολογία; Ο Αντονι Γκίντενς, ένας από τους γνωστότερους κοινωνιολόγους της εποχής μας, απαντά αρνητικά. Και προτρέπει τους συναδέλφους του να μην απελπίζονται. ΙΩΑΝΝΑ ΛΑΜΠΙΡΗ - ΔΗΜΑΚΗ Ο Anthony Giddens (59 ετών σήμερα) έχει αναγνωρισθεί διεθνώς ως ο σπουδαιότερος σύγχρονος άγγλος κοινωνιολόγος με πρωτότυπη και σημαντική συμβολή στην κοινωνιολογική

Κοινωνιολογίας εγκώμιον

Αντιμετωπίζει σήμερα κρίση η κοινωνιολογία; Ο Αντονι Γκίντενς, ένας από τους γνωστότερους κοινωνιολόγους της εποχής μας, απαντά αρνητικά. Και προτρέπει τους συναδέλφους του να μην απελπίζονται.


Ο Anthony Giddens (59 ετών σήμερα) έχει αναγνωρισθεί διεθνώς ως ο σπουδαιότερος σύγχρονος άγγλος κοινωνιολόγος με πρωτότυπη και σημαντική συμβολή στην κοινωνιολογική θεωρία. Η θεωρία του γνωστή ως structuration theory (θεωρία της δομοποίησης) εντάσσεται στην ευρύτερη συνθετική προσέγγιση που ακολουθούν άλλοι δύο κορυφαίοι ευρωπαίοι κοινωνικοί επιστήμονες, ο Pierre Bourdieu και ο Jurgen Habermas (ο καθένας με τον τρόπο του) για να καταστεί δυνατή η απεγκλώβιση της κοινωνιολογίας από τη μονομερή έμφαση είτε στο δρων υποκείμενο και στη δράση του είτε στην εξωτερικότητα των κοινωνικών δομών ως προσδιοριστικών παραγόντων της δράσης.


Ο Anthony Giddens, καθηγητής κοινωνιολογίας και διευθυντής από εφέτος της London School of Economics, είναι ήδη συγγραφέας πολλών σημαντικών έργων. Από αυτά ­ σπουδαιότερο από τα οποία θεωρείται το «The Constitution of Society: Outline of the Theory of Structuration» (Η συγκρότηση της κοινωνίας: Περίγραμμα της θεωρίας της δομοποίησης), 1984 ­ μόνο η σύντομη Εισαγωγή του στην Κοινωνιολογία (1982) έχει μεταφραστεί στα ελληνικά (εκδ. Οδυσσέας, 1989, μετάφρ. Θ. Κονιαβίτη).


Το εντελώς πρόσφατο έργο του «In Defence of Sociology» (Υπερασπίζοντας την Κοινωνιολογία) επέλεξε ο ίδιος για μια βιβλιοπαρουσίαση στην Ελλάδα κατά μια συνάντηση που είχα πρόσφατα μαζί του. Πρόκειται για 14 σύντομα και πιο εκτεταμένα μελετήματά του (πολλά από τα οποία δημοσιεύτηκαν το 1994 ή το 1995 και ένα είναι ανέκδοτο) που ο ίδιος ο συγγραφέας ξεχώρισε για να τα εντάξει σε έναν τόμο με κύριο κριτήριο τη συμβολή τους στην «αποσαφήνιση της κεντρικής, κατά τη γνώμη του, θέσης που κατέχει η κοινωνιολογία μέσα στο σύνολο των κοινωνικών επιστημών», σε αντίκρουση της άποψης που τοποθετεί την κοινωνιολογία σήμερα στο περιθώριο.


Ορισμένα από τα πολύ ενδιαφέροντα αυτά κείμενα βρίσκονται σε στενότερη αλληλοδιασύνδεση, όπως λ.χ. το κείμενο 3 «Τι είναι η κοινωνική επιστήμη» με το κείμενο 4 «Λειτουργισμός: μετά τη μάχη», και τα δύο τελευταία κεφάλαια 13 και 14 για «το νέο πλαίσιο της πολιτικής» και «το Εργατικό κόμμα και η βρετανική πολιτική».



Υπάρχει όμως και ένας βασικός συνδετικός ιστός και των 14 κειμένων, που είναι ότι μέσα από αυτά ο συγγραφέας κατορθώνει, σύμφωνα με την αρχική του πρόθεση, να υπερασπισθεί την κοινωνιολογία, τη γενικεύουσα αυτή επιστήμη που ασχολείται κυρίως με τη νεωτερικότητα, ως άκρως διαφωτιστική, επίκαιρη και χρήσιμη για να κατανοήσουμε «την εθνική μας ταυτότητα (ή ταυτότητες) εκ νέου μέσα στο πλαίσιο των νέων κοινωνικών αλλαγών που διαπερνούν τη ζωή μας με μια χωρίς προηγούμενο ταχύτητα» (σελ. 120).


Το βιβλίο του Anthony Giddens μπορεί να θεωρηθεί και μια έμμεση απάντηση στην απαισιόδοξη διάγνωση του γνωστού αμερικανού κοινωνιολόγου Irving Louis Horowitz για τη σύγχρονη κατάσταση της κοινωνιολογίας, την οποία περιγράφει στο πρόσφατο έργο του με τον αποκαρδιωτικό τίτλο «The Decomposition of Sociology» (Η αποσύνθεση της κοινωνιολογίας). Σε αυτό παραπέμπει ο Giddens στο πρώτο του δοκίμιο με τίτλο τον ίδιο τον τίτλο του βιβλίου του, όπου φωτίζεται το κρίσιμο ζήτημα του πόσο γενικό είναι το φαινόμενο της σύγχρονης κρίσης της κοινωνιολογίας, μετά τη δεκαετία του ’60 που θεωρείται από πολλούς η χρυσή εποχή για την επιστήμη αυτή μεταπολεμικά. Ο συγγραφέας παρατηρεί ότι τις δύο τελευταίες δεκαετίες εμφανίστηκαν απτά σημάδια της περιθωριοποίησης της κοινωνιολογίας ακριβώς στη χώρα όπου είχε αυτή κατά παράδοση ενισχυθεί περισσότερο: δηλαδή στις ΗΠΑ. Αναφέρει τις επισημάνσεις του Horowitz ότι από το 1973 ως το 1994 οι φοιτητές κοινωνιολογίας μειώθηκαν στις ΗΠΑ από 36.000 σε λιγότερους από 15.000, ότι σχολές κοινωνιολογίας έκλεισαν ή περιορίστηκε σημαντικά η χρηματοδότηση ακόμη και φημισμένων σχολών, όπως αυτή του Πανεπιστημίου του Yale, ότι ταλαντούχοι νέοι στρέφονται προς άλλους εξειδικευμένους κλάδους των κοινωνικών επιστημών (λ.χ. προς τη δημογραφία, την εγκληματολογία ή τα νομικά) και, το κυριότερο, ότι η εμπειρική κοινωνιολογική έρευνα, χωρίς να έχει υποχωρήσει όπως στην Ευρώπη, έχει όμως αποσυνδεθεί από την κοινωνιολογική θεωρία, που δεν είναι σε θέση πλέον να παίξει έναν συνενωτικό των ποικίλων ερευνών ρόλο.


Αντίθετα από ό,τι συνέβη στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη η κοινωνιολογία, ενώ υπέστη και αυτή αλλαγές, αυτές δεν είναι στο σύνολό τους προς το χειρότερο, χωρίς η κατάσταση που επικρατεί σήμερα να μπορεί να χαρακτηριστεί και ρόδινη. Οπως παρατηρεί ο Giddens, «όσον αφορά ειδικότερα την κοινωνιολογική θεωρία, το κέντρο βάρους μετατέθηκε αλλού, ιδίως στην Ευρώπη. Οι σπουδαίοι κοινωνιολόγοι στοχαστές βρίσκονται σήμερα περισσότερο εδώ παρά εκεί, όπως οι Pierre Bourdieu, Nikolas Luhman ή ο Ulrich Beck» (σελ. 4). Από σεμνότητα δεν περιλαμβάνει τον εαυτό του μεταξύ των σημαντικότερων ευρωπαίων κοινωνιολόγων, στους οποίους, κατά γενικότερη παραδοχή, ανήκει.


Ο Giddens αναφέρεται επίσης στην άνθηση κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες της κοινωνιολογίας στην Αγγλία, στην οποία τόσο ο ίδιος συνέβαλε όπως και μια πλειάδα άλλων άγγλων κοινωνιολόγων, σε αντίθεση με την κοινωνική ανθρωπολογία η οποία έχασε τη μεγάλη προγενέστερη αίγλη της στη χώρα αυτή. Αλλά και στην Ελλάδα, αξίζει να προσθέσουμε, ενδυναμώθηκε η κοινωνιολογία τα τελευταία 20 χρόνια με την ευρύτερη θεσμοποίησή της μετά το 1974 και χάρη στη συμβολή αρκετά μεγάλου αριθμού ελλήνων και ελληνίδων κοινωνιολόγων στην ανάπτυξη μιας κοινωνιολογίας της ελληνικής κοινωνίας, μιας ελληνικής κοινωνιολογίας με τη στενότερη αυτή έννοια.


Οπως παρατηρεί ο Giddens, είναι δύσκολο να δεχθεί κανείς την άποψη ότι η κοινωνιολογία έχασε τη σημασία της και την αρμοδιότητά της ως κεντρική κοινωνική επιστήμη. Μελετώντας τη διεθνή κατάσταση γίνεται φανερό ότι «οι περισσότερες από τις διαμάχες που βρίσκονται σήμερα στο προσκήνιο των κοινωνικών αλλά και των ανθρωπιστικών επιστημών έχουν εμπλουτισθεί από τη σημαντική συνεισφορά της κοινωνιολογίας. Κοινωνιολόγοι συγγραφείς προκάλεσαν με πρωτοποριακό τρόπο συζητήσεις για τον μεταμοντερνισμό, τη μεταβιομηχανική κοινωνία ή την κοινωνία της πληροφορίας, την οικουμενικοποίηση, τις αλλαγές στην εργασία και στην οικογένεια, την “κατώτατη τάξη” (“underclass”) και την εθνικότητα» (σελ. 6).


Η αισιοδοξία που θέλει και κατορθώνει να μεταδώσει ο Anthony Giddens με το βιβλίο του αυτό για το παρόν και το μέλλον της κοινωνιολογίας εκφράζεται άμεσα ως προτροπή προς τους κοινωνιολόγους στην τελευταία φράση του πρώτου δοκιμίου του: «Κοινωνιολόγοι, μην απελπίζεστε! Εχετε ακόμη έναν κόσμο να κερδίσετε ή τουλάχιστον να ερμηνεύσετε» (σελ. 7).


Η κυρία Ιωάννα Λαμπίρη – Δημάκη είναι καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version