Ιστορία γραμμένη με… πετρέλαιο

Ιστορία γραμμένη με... πετρέλαιο Από την αγγλική κυριαρχία στην αμερικανική κατοχή ΣΤ. ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ Τον Ιούλιο του 1968 αξιωματικοί, οπαδοί του κόμματος Μπάαθ, ανέτρεψαν τον αντιστράτηγο Αρίφ και έφεραν στην εξουσία τον στρατηγό Χασάν αλ Μπακρ (αριστερά) και τον συγχωριανό του Σαντάμ Χουσεΐν. Η διαρχία τους κράτησε ως το καλοκαίρι του 1979, όταν ο Μπακρ δήλωσε «απογοητευμένος» και ανέλαβε αρχηγός του

Ιστορία γραμμένη με… πετρέλαιο

Ενα τεχνητό κατασκεύασμα για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα των αποικιοκρατικών δυνάμεων στις πετρελαιοπηγές της Μοσούλης και της Βασόρας υπήρξε η δημιουργία του κράτους του Ιράκ. Τον Μάιο του 1908 κυκλοφόρησε στη Γερμανία ένα βιβλίο γραμμένο από τον ανθρωπολόγο Ούγκο φον Χόιστερν, το οποίο προέτρεπε τον Κάιζερ Γουλιέλμο Β´ να ηγηθεί μιας πολιτικοπολιτιστικής γερμανικής εκστρατείας «προς Ανατολάς» (Trag nach Osten). Τον προηγούμενο χρόνο μηχανικοί του γερμανικού στρατού κατόπιν κυβερνητικής διαταγής είχαν ετοιμάσει και παρουσιάσει σχέδια για μια σιδηροδρομική γραμμή που θα ξεκινούσε από το Βερολίνο και θα κατέληγε στη Βαγδάτη, η οποία βρισκόταν τότε υπό ένα ιδιότυπο καθεστώς σουλτανικής εξουσίας, περνώντας φυσικά από την Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα της συμμάχου Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η πολιτική και η οικονομική αξία αυτών των προτάσεων ήταν προφανής. Ο Φον Χόιστερν έλεγε ότι η μεταξύ του Τίγρη και του Ευφράτη περιοχή είχε την ίδια αξία που είχε η Ινδία για την Αγγλία του 19ου αιώνα. Στο βορινό τμήμα της περιοχής η αγγλική εταιρεία Shell & Boon εκμεταλλευόταν τρεις πετρελαιοπηγές κοντά στο Κιρκούκ, αλλά ο γερμανός επιστήμονας βεβαίωνε ότι υπήρχε «πετρέλαιο για τρεις ντουζίνες πηγές».


* Η αντίδραση του Λονδίνου


Η σημασία του γερμανικού ενδιαφέροντος για την περιοχή έγινε αμέσως αντιληπτή στη Μεγάλη Βρετανία, η οποία είχε υπό τον έλεγχό της όλον τον χώρο της Μέσης Ανατολής. Η πρώτη αντίδραση του Λονδίνου ήταν να διασφαλίσει τα συμφέροντα της Shell με σύμβαση 99 ετών που έκλεισε με την Πύλη. Ταυτόχρονα έβαλε μπροστά την «αναδιανομή» της περιοχής. Το κίνημα των Νεοτούρκων του 1908 που έστρεψε την προσοχή στον «καθαρώς τουρκικό χώρο» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά κυρίως ο πόλεμος που ξέσπασε το 1914 τη βοήθησαν. Ετσι ο Τσόρτσιλ, υφυπουργός των Ναυτικών στην πρώτη πολεμική κυβέρνηση και υπέρμαχος της ενίσχυσης του αποικιακού αγγλικού κράτους, ανήγγειλε στη Βουλή των Κοινοτήτων το 1916 ότι «οραματίζεται» μια χώρα μεταξύ των δύο ποταμών (Μεσοποταμία) που θα ενώνει τις πετρελαιοπηγές της Μοσούλης (Κιρκούκ) και της Βασόρας και η οποία θα είναι «ανεξάρτητη υπό την εποπτεία της αυτοκρατορικής (αγγλικής) κυβέρνησης». Εκείνο που δεν είπε ο Τσόρτσιλ ήταν ότι είχαν ήδη αποβιβαστεί στη Βασόρα αγγλικές δυνάμεις, ότι είχε αρχίσει στρατολόγηση των αραβόφωνων νέων και ότι μια μουσουλμανική διοίκηση ήταν στα σκαριά. Αυτό το «όραμα» έγινε το κύτταρο του κράτους του Ιράκ. Δεν ήταν όμως εύκολο να στεριώσει και να διατηρηθεί. Μεταξύ 1918 και 1993 έγιναν 11 αιματηρά πραξικοπήματα, δολοφονήθηκαν οκτώ βασιλείς, πρωθυπουργοί και στρατιωτικοί ηγέτες, και είναι αναρίθμητες οι γνωστές απόπειρες δολοφονίας ανώτατων αξιωματούχων.


Στις 25 Απριλίου 1920 το Ιράκ ανακηρύσσεται «ανεξάρτητη μοναρχία υπό βρετανική εντολή» και έναν χρόνο αργότερα προάγεται, από την Αγγλία, σε τμήμα της νεόκοπης Υπεριορδανίας – το άλλο τμήμα της ήταν η Ιορδανία – και αποκτά βασιλιά, τον Φεϊζάλ, γιο του εμίρη Χουσεΐν μπιν Αλι, εμίρη της Μέκκας. Μόνο ύστερα από 12 χρόνια, τον Οκτώβριο του 1932, το Ιράκ αποκτά τυπική ανεξαρτησία. Ολο αυτό το διάστημα η χώρα ήταν σχεδόν ακατοίκητη, ο πληθυσμός δεν έφθανε τα 3 εκατομμύρια, το εμπόριο ήταν στα χέρια των εβραίων που είχαν ισχυρές κοινότητες στη Βασόρα και στη Βαγδάτη. Αυτοσχέδιοι πολέμαρχοι πλιατσικολογούσαν τα χωριά, οι θρησκευτικές διενέξεις ανάμεσα στους μουσουλμάνους και οι επιθέσεις εναντίον καραβανιών ήταν καθημερινό φαινόμενο και η αγγλική παρουσία συνεχώς περιοριζόταν. Ακριβώς γι’ αυτό το Λονδίνο τοποθέτησε «πρώτο βασιλικό σύμβουλο» τον Νουρί ας Σαΐντ, έναν στο Λονδίνο σπουδασμένο δικηγόρο, αφού προηγουμένως εξασφάλισε μόνιμα δικαιώματα στη βρετανική Iraq Petroleum Co. και διατήρησε τον έλεγχο της αστυνομίας, του στρατού και των οικονομικών.


* «Τεχνητό» κράτος


Το κράτος ήταν ένα τεχνητό κατασκεύασμα και αυτό δεν άργησε να φανεί. Το 55% του πληθυσμού ήταν σιίτες Αραβες, το 25% σουνίτες Κούρδοι και το 16% σουνίτες Αραβες. Πενήντα οκτώ κυβερνήσεις σχηματίστηκαν τα πρώτα 28 χρόνια και τον Απρίλιο του 1941 ένα θρησκευτικοστρατιωτικό πραξικόπημα που ενισχύθηκε από τη χιτλερική Γερμανία προκάλεσε αναστάτωση στον αραβικό κόσμο. Μόνο η σκληρή βρετανική επέμβαση αποκατέστησε την αγγλική κυριαρχία στο «ανεξάρτητο» Ιράκ. Τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα όταν στις αρχές του 1946 ο σουνίτης Μαχμούντ Μουσταφά Μπαρζανί ανακήρυξε την κουρδική περιοχή του Βόρειου Ιράκ αυτόνομο κουρδικό κράτος. Αυτή τη φορά επρόκειτο για απελευθερωτικό αγώνα που βρήκε ηθική υποστήριξη στο εξωτερικό και η Βρετανία δεν μπορούσε να επέμβει. Οι ιρακινοί σιίτες καταδίωξαν τους «αυτονομιστές», η ηγεσία τους κατέφυγε στην τότε Σοβιετική Ενωση και η Βαγδάτη αναγκάστηκε να παραχωρήσει κάποια μορφή αυτοδιοίκησης στους Κούρδους της, αλλά ουδέποτε έκτοτε το κράτος του Ιράκ μπόρεσε να επανακτήσει τον πλήρη έλεγχο των βορείων επαρχιών του. Στις 16 Αυγούστου 1951 οι «Times» του Λονδίνου αναγνώριζαν ότι «σε όλη την περιοχή της άλλοτε Υπεριορδανίας, στο Ιράκ ιδιαιτέρως, επικρατεί κοινωνικός αναβρασμός τον οποίο ματαίως προσπαθούν να περιορίσουν οι κατά τόπους αρχές».


Αυτός ο «αναβρασμός» βρήκε έκφραση όταν στην Αίγυπτο οι Ελεύθεροι Αξιωματικοί, με επικεφαλής τον υποστράτηγο Μοχάμεντ Νεγκίμπ και τον αντισυνταγματάρχη Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, ανέτρεψαν το 1952 τη μοναρχία. Ο θρόνος του Φεϊζάλ Β’, εγγονού του «γενάρχη-ιδρυτή» της ιρακινής μοναρχίας, άρχισε να κλονίζεται, η βρετανική επιρροή να συρρικνώνεται και η λαϊκή αντίδραση να διογκώνεται – φαινόμενο που λίγο-πολύ εκδηλώθηκε σε όλον τον αραβικό κόσμο. Η μοναρχία στο Ιράκ με τον αυταρχικό Νουρί ας Σαΐντ ουσιαστικό κυβερνήτη πήρε μέτρα – το 1955 ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων είχε φθάσει τις 24.400 και η τήρηση της τάξης είχε ανατεθεί, ανεπίσημα, σε δύο θρησκευτικές παραστρατιωτικές οργανώσεις. Το βρετανο-γαλλο-ισραηλινό φιάσκο του 1956 στο Σινά ήταν και η αρχή μιας αλλαγής στο Ιράκ που είχε στόχο την πλήρη ανεξαρτησία του ως κράτους. Δεκαεπτά μήνες αργότερα κάποιοι ιρακινοί νασερικοί στρατιωτικοί, με επικεφαλής τον ταξίαρχο Αμπντέλ Καρίμ Κάσεμ, ανέτρεπαν τη μοναρχία σφάζοντας όλη τη βασιλική οικογένεια, εκτελούσαν με τον σκληρότερο τρόπο τη βρετανόφιλη πολιτική ηγεσία της χώρας και μία ημέρα αργότερα, στις 15 Ιουλίου 1958, ανακήρυσσαν το Ιράκ δημοκρατία υπό την ηγεσία του Κάσεμ, εμπνευστή της ιδεολογίας ενός ανερμάτιστου «ιρακινού εθνικισμού».


* Η τύχη των δικτατόρων


Δεν έζησε πολλά χρόνια αυτή η ιδεολογία. Είναι αλήθεια ότι ο Κάσεμ έδωσε στο Ιράκ ένα δημοκρατικό σύνταγμα, εφάρμοσε μια σοβαρή οικονομική πολιτική, ακύρωσε όλες τις «αποικιακές» συμβάσεις και έβγαλε το Ιράκ από «ιμπεριαλιστικές συμμαχίες». Δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει όμως ούτε το κοινωνικό πρόβλημα ούτε τις σοβαρές θρησκευτικές διαφορές της χώρας. Πολύ σύντομα στράφηκε εναντίον των Κούρδων και με διαταγή του καταστράφηκαν οικισμοί τουρκμενόφωνων του Βορρά. Τελικά, δεν απέφυγε την τύχη των δικτατόρων. Τον Φεβρουάριο του 1963 το ημιπαράνομο κόμμα Μπάαθ τον ανατρέπει και τον εκτελεί ύστερα από 48ωρη μάχη μέσα στη Βαγδάτη και τοποθετεί στην προεδρία τον συνταγματάρχη Αμπντέλ Σαλέμ Αρίφ, ο οποίος σκοτώνεται σε περίεργο αεροπορικό δυστύχημα εννέα μήνες αργότερα, στη διάρκεια των οποίων το Ιράκ γνώρισε τη σκληρότερη ως τότε τρομοκρατία.


Εν τω μεταξύ το Ιράκ έχει αλλάξει ριζικά. Από πάμπτωχη χώρα στις αρχές της δεκαετίας του ’60 έχει τετραπλασιάσει τον πληθυσμό του, το βιοτικό επίπεδο έφθασε στην κατηγορία των πλούσιων χωρών του Τρίτου Κόσμου και έχει ξεκινήσει μια σοβαρή βιομηχανική και εκπαιδευτική ανάπτυξη, οι καρποί των οποίων θα εμφανιστούν μία γενιά αργότερα.


* Τα χρόνια της διαρχίας


Τον Αμπντέλ Σαλέμ Αρίφ διαδέχεται ένας άλλος Αρίφ, αντιστράτηγος αυτός, ο οποίος θα ανατραπεί, πάλι τον Ιούλιο του 1968, από τους αξιωματικούς που ανήκουν στο Μπάαθ και έχουν νομιμοποιηθεί τώρα. Πρόεδρος του Ιράκ αναλαμβάνει ο στρατηγός Αχμέντ Χασάν αλ Μπακρ, με τον συγχωριανό του Σαντάμ Χουσεΐν ως βοηθό αντιπρόεδρο. Εννέα περίπου χρόνια κράτησε αυτή η διαρχία – στην πραγματικότητα από το 1973 ήταν ο Σαντάμ που κυβερνούσε, όπως φάνηκε με την εθνικοποίηση της Iraq Petroleum Co. που ήταν δική του πρωτοβουλία. Η πετρελαϊκή κρίση του ’73 γέμισε τα ταμεία του κράτους και τις τσέπες εκατοντάδων αξιωματικών και οπαδών του Μπάαθ, αλλά επέτρεψε να εκτελεστούν μεγάλα έργα και να αναπτυχθεί η υποδομή του Ιράκ, κάτι που δημιούργησε τη βάση της προσωπολατρίας του Σαντάμ, η οποία καλλιεργήθηκε πρώτα στα σχολεία. Το καλοκαίρι του 1979 ανακοινώθηκε ότι ο Αλ Μπακρ «νιώθει απογοητευμένος» και παραιτείται. Ο Σαντάμ Χουσεΐν είναι τώρα μόνος. Και ιδού πώς το έδειξε. Αντιγράφω από την εφημερίδα «Le Monde»: «Επιρρίπτοντας ευθύνες για την κατάσταση του Αλ Μπακρ σε μερικούς αξιωματούχους του Μπάαθ, στις 16 Ιουλίου καλεί συγκέντρωση μερικών χιλιάδων κομματικών στελεχών. Κατηγορεί καμιά πενηνταριά ως συνωμότες, μεταξύ των οποίων και τον γενικό γραμματέα του κόμματος Μογιούλ Χουσεΐν αλ Μαχαντί που χαίρει γενικής εκτιμήσεως, και τους εκτελεί επί τόπου, ενώπιον όλων. Κανένας από όσους επέζησαν δεν θα τολμήσει ποτέ να αγνοήσει τη φύση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version