Η ΑΠΟΦΑΣΗ της γαλλικής κυβέρνησης να καθιερώσει εβδομάδα εργασίας 35 ωρών συνέπεσε με την υπόσχεση που έδωσε ο ιταλός πρωθυπουργός ότι θα κάνει το ίδιο ως το έτος 2001, εξασφαλίζοντας έτσι την υποστήριξη των νεοκομμουνιστών στην κρίσιμη ψηφοφορία για τον προϋπολογισμό του 1998. Η Γαλλία και η Ιταλία είναι οι πρώτες χώρες που ανακοινώνουν επίσημα κάτι για το καυτό θέμα των 35 ωρών, που κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή επικαιρότητα τις τελευταίες ημέρες. Οι κκ. Ζοσπέν και Πρόντι ήταν οι πρώτοι που τόλμησαν να μιλήσουν ξεκάθαρα για το 35ωρο, που όμως βρίσκεται στο μυαλό σχεδόν όλων των ευρωπαίων ηγετών. Η συζήτηση έχει ανάψει για τα καλά στην Ευρώπη (ακόμη και στη χώρα μας) και το βέβαιον είναι ότι οι 35 ώρες θα κυριαρχήσουν στην έκτακτη σύνοδο κορυφής για την απασχόληση, που οργανώνει η λουξεμβουργιανή προεδρία στις 20 και 21 Νοεμβρίου.
Οι εργαζόμενοι το θέλουν, οι εργοδότες το απορρίπτουν. Αυτή είναι η γενική εικόνα για τις 35 ώρες σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αποκλίσεις βεβαίως υπάρχουν και έχουν σχέση κυρίως με τα μεγάλα κόμματα, τα οποία δεν έχουν ακόμη αποκρυσταλλώσει τις απόψεις τους. Τα συντηρητικά/νεοφιλελεύθερα κόμματα είναι επιφυλακτικά, ενώ τα σοσιαλδημοκρατικά πιο πρόθυμα να υιοθετήσουν το μέτρο. Ας δούμε όμως καλύτερα τι γίνεται στις τρεις μεγαλύτερες χώρες της ΕΕ (πλην Γαλλίας και Ιταλίας) όσον αφορά το 35ωρο:
Κατηγορηματικά αντίθετος στην καθιέρωση εβδομάδας εργασίας 35 ωρών στη Γερμανία εμφανίστηκε στο τελευταίο συνέδριο των Χριστιανοδημοκρατών ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος και (επισήμως πλέον) διάδοχος του καγκελαρίου Κολ. Ο κ. Σόιμπλε δεν επέκρινε την απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης κάτι τέτοιο θα ήταν ιδιαίτερα άκομψο με δεδομένη τη γαλλογερμανική φιλία και συνεργασία αλλά αναφέρθηκε στο αίτημα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος για μείωση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας. «Μια γενική μείωση των ωρών εργασίας δεν μπορεί να συμβάλει στον αγώνα κατά της ανεργίας επειδή θα ζημίωνε ακόμη περισσότερο την ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας» ήταν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το συνέδριο της Λειψίας, με την προσθήκη ότι «οι Γερμανοί πρέπει να είναι έτοιμοι να εργασθούν περισσότερο με τον ίδιο μισθό». Η γερμανική κυβέρνηση βρίσκεται πάντως αντιμέτωπη με το τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας, που συνεχώς μεγαλώνει, παρά την υπόσχεση του κ. Κολ ότι ως το έτος 2000 θα την μείωνε στο μισό. Από το 1995 όμως που έγινε αυτή η δήλωση ως σήμερα οι επίσημοι δείκτες αποδεικνύουν ότι οι καλές προθέσεις της κυβέρνησης δεν αρκούν.
Τα συνδικάτα χαιρέτισαν με ενθουσιασμό την απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης. Ο πρόεδρος της πανίσχυρης IG Metall Κλάους Τσβίκελ δήλωσε μάλιστα ότι η γαλλική πρωτοβουλία θα έπρεπε να χρησιμεύσει ως πρότυπο για τη Γερμανία. Ο κλάδος της μεταλλουργίας είναι ο μόνος μαζί με τον κλάδο των τυπογράφων που έχει πετύχει το 35ωρο από την 1η Ιανουαρίου 1995. Ολοι οι άλλοι κλάδοι έχουν 39 ώρες. Ο κ. Τσβίκελ ζητεί τώρα να επεκταθεί το 35ωρο και στους άλλους εργαζομένους, ενώ για τη μεταλλουργία διεκδικεί την καθιέρωση 32 ωρών από το έτος 2000. Το σχόλιο πάντως της έγκυρης (και συντηρητικής) «Die Welt» είναι ενδεικτικό των απόψεων που επικρατούν στους κύκλους της γερμανικής χριστιανοδημοκρατίας: ο Ζοσπέν, έγραψε, «πιθανότατα έκανε ένα σφάλμα που θα έχει σοβαρές οικονομικές συνέπειες».
Στη Βρετανία πάντως κάνουν ότι δεν έχουν ακούσει τίποτε για τις 35 ώρες εργασίας. Σε μια χώρα που δεν έχει καθιερώσει ανώτατο όριο για την εβδομαδιαία εργασία και που δεν δίνει επίδομα αδείας στους εργαζομένους είναι μάλλον πρόωρη μια τέτοια συζήτηση. Εξάλλου η Βρετανία είναι μια από τις λίγες χώρες της ΕΕ που εμφανίζουν σημαντική μείωση της ανεργίας. «Πρέπει να το ομολογήσουμε, δεν γίνεται συζήτηση για αυτό το θέμα» ομολογεί ο Ντέιβιντ Κόουτς, από την εργατική συνομοσπονδία (TUC). «Το 20% των εργαζομένων εργάζεται περισσότερο από 50 ώρες την εβδομάδα, 2,5 εκατομμύρια δεν έχουν πληρωμένες διακοπές και τώρα μόλις πρόκειται να εφαρμόσουμε την ευρωπαϊκή Οδηγία για τις 48 ώρες εργασίας» συμπληρώνει.
Η κυβέρνηση του Τόνι Μπλερ δέχθηκε τελικά να εφαρμόσει την κοινοτική Οδηγία για την εργασία, ύστερα από τους χρόνιους δισταγμούς του προκατόχου του Τζον Μέιτζορ. «Ο νέος νόμος πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή τον προσεχή Απρίλιο, αν όμως η κυβέρνηση αποφασίσει να αφήσει στους εργαζομένους το δικαίωμα να επιλέξουν αν θέλουν να εργάζονται περισσότερο δεν θα έχει καμία συνέπεια» προσθέτει ο κ. Κόουτς. «Οσοι εργάζονται πολλές ώρες πληρώνονται άσχημα και δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να εργάζονται 50 και πλέον ώρες».
Η κυβέρνηση Μπλερ θα εκμεταλλευθεί την προεδρία της στην ΕΕ (που αρχίζει τον Ιανουάριο) για να διαδώσει το μοντέλο της εργασιακής ευελιξίας που εφαρμόζει. Ο υπουργός Οικονομικών Γκόρντον Μπράουν κάνει λόγο για έναν «τρίτο δρόμο» στην απασχόληση, διαφορετικό από τον υπερφιλελεύθερο των Ηνωμένων Πολιτειών και τον παρεμβατικό των χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης. Οι βρετανικές θέσεις θα διατυπωθούν επισήμως στην έκτακτη σύνοδο του Λουξεμβούργου για την απασχόληση.
Το σχόλιο των «Financial Times» της εφημερίδας που απηχεί τις απόψεις του Σίτι για το 35ωρο των Γάλλων ήταν καυστικότατο: «Η Γαλλία δίνει την εντύπωση ότι πιστεύει πως οι νόμοι της οικονομίας δεν εφαρμόζονται σε αυτήν» έγραφε.
Στην Ισπανία, τη μεγαλύτερη χώρα της Ιβηρικής Χερσονήσου, ισχύει η εβδομάδα των 40 ωρών εργασίας· μια κατάκτηση των εργαζομένων από το 1982. Οι περισσότερες επιχειρήσεις σέβονται αυτό το όριο, αν και οι περισσότεροι Ισπανοί δεν εργάζονται πάνω από 39 ώρες την εβδομάδα. Η συντηρητική κυβέρνηση του πρωθυπουργού Χοσέ Μαρία Αθνάρ δεν έχει την πρόθεση να αλλάξει τίποτε στο εργασιακό καθεστώς ούτε να υιοθετήσει τα πανάκριβα μέτρα για την ανεργία που παίρνουν οι Γάλλοι.
Ο υπουργός Βιομηχανίας Γιόσεπ Πικέ δήλωσε πρόσφατα ότι η ανεργία δεν χτυπιέται με μείωση του χρόνου εργασίας ή με νέες θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα και επανέλαβε ότι πρόθεση της κυβέρνησής του είναι να προωθήσει τη μερική απασχόληση. Η Ισπανία κατέχει το ευρωπαϊκό ρεκόρ στην ανεργία με ένα ποσοστό που πλησιάζει το 21%, αλλά η κυβέρνηση Αθνάρ εμμένει στην πολιτική της πρόσληψης εργαζομένων για ορισμένο χρόνο και στη μείωση των αποζημιώσεων που δικαιούνται μετά την απόλυσή τους.
Το Σοσιαλιστικό Κόμμα της αντιπολίτευσης έχει συμπεριλάβει τις 35 ώρες στο πρόγραμμά του και πιστεύει ότι το γαλλικό πρότυπο είναι το καλύτερο αυτή τη στιγμή για όλη την Ευρώπη. Οσον αφορά την εφαρμογή του, οι Σοσιαλιστές τάσσονται υπέρ της συλλογικής διαπραγμάτευσης αντί της άνωθεν εφαρμογής μιας κυβερνητικής απόφασης. Η νομοθεσία, οι αποδοχές και η ανεργία Πέντε ερωτήσεις και απαντήσεις για να γνωρίζετε τι θα αλλάξει
Η ΓΑΛΛΙΑ σε νέες περιπέτειες. Ο Λιονέλ Ζοσπέν ανακοινώνοντας την καθιέρωση των 35 ωρών εργασίας την εβδομάδα από 1ης Ιανουαρίου 2000 εγκαινιάζει μια νέα ιστορική περίοδο για τη Γαλλία, γεμάτη ελπίδες αλλά και κινδύνους. Αναμένεται να θεσπισθούν δύο νόμοι· ο ένας στις αρχές του 1998, για να προωθήσει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, και ο άλλος στα τέλη του 1999, για να διασφαλίσει τα κεκτημένα.
1Από πότε θα αρχίσει να ισχύει η εβδομάδα των 35 ωρών;
Οι επιχειρήσεις θα κληθούν να αρχίσουν τις διαπραγματεύσεις για την καθιέρωση των 35 ωρών εργασίας την εβδομάδα από το 1998 και το γαλλικό κράτος θα στηρίξει όσες επιχειρήσεις δεχθούν να το εφαρμόσουν. Η εβδομάδα των 35 ωρών εργασίας για τις επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 10 εργαζομένους θα θεσπισθεί επισήμως στη Γαλλία από 1ης Ιανουαρίου 2000. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι από την ημέρα αυτή όλοι θα εργάζονται 35 ώρες, αλλά ότι όποιος υπερβαίνει τις 35 ώρες εργασίας θα αμείβεται επιπλέον. Σήμερα οι «υπερωρίες» περισσότερες από 39 ώρες πληρώνονται 25% περισσότερο. Η κυβέρνηση Ζοσπέν με νόμο που πρόκειται να παρουσιάσει το δεύτερο εξάμηνο του 1999 θα ρυθμίσει το ζήτημα της αμοιβής των επιπλέον ωρών από την 36η ως και την 39η ώρα.
2 Αν δεν υπάρξει μείωση των μισθών, ποιος θα πληρώσει το κόστος της καθιέρωσης των 35 ωρών εργασίας;
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίζει η γαλλική κυβέρνηση. Αν οι επιχειρήσεις αναλάβουν αυτό το κόστος, τότε θα επιβαρυνθούν και με μείωση της ανταγωνιστικότητάς τους. Για να αποφύγει αυτή την παγίδα ο Λιονέλ Ζοσπέν ζητεί από τους εργαζομένους να δώσουν ανταλλάγματα για την εβδομάδα των 35 ωρών. Κατ’ αρχήν θα πρέπει να αποδεχθούν την καθιέρωση μεγαλύτερης ευελιξίας στο εσωτερικό των επιχειρήσεων: ο υπολογισμός των ωρών εργασίας σε ετήσια βάση μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα τις διακυμάνσεις της ζήτησης.
Αν συμφωνήσουν με αυτόν τον όρο οι εργαζόμενοι, τότε οι επιχειρήσεις θα αναγκασθούν να αυξήσουν το εργατικό δυναμικό τους μόνο κατά 6% ή 7% προκειμένου να αντισταθμίσουν τη μείωση του χρόνου εργασίας κατά 10%. Επιπλέον οι εργαζόμενοι θα πρέπει να αρκεσθούν σε μέτριους μισθούς. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των συμβούλων της γαλλικής κυβέρνησης, το ιδεώδες θα ήταν να δεχθούν, για τα επόμενα τρία ή τέσσερα χρόνια, μια αύξηση στους μισθούς 0,8% της αγοραστικής αξίας τους ετησίως (εν αντιθέσει προς τη σημερινή αύξηση, που υπολογίζεται περίπου στο 2%).
3 Τι θα συμβεί σε μια επιχείρηση η οποία θα αρνηθεί να καθιερώσει την εβδομάδα των 35 ωρών εργασίας;
Τίποτε το τραγικό. Θα αναγκασθεί να πληρώσει στους εργαζομένους τις υπερωρίες τους από την 36η ως και την 39η ώρα. Στο σημερινό εργασιακό καθεστώς, οι υπερωρίες των εργαζομένων σημαίνουν για κάθε επιχείρηση αύξηση του κόστους κατά 2,5%.
4 Τα στελέχη των επιχειρήσεων μπορούν να ωφεληθούν από αυτή τη μείωση των ωρών εργασίας;
Τα στελέχη των επιχειρήσεων δύσκολα μπορούν να μειώσουν τη διάρκεια των ωρών εργασίας κάθε ημέρα. Αντιθέτως, μπορούν να διεκδικήσουν την εβδομάδα των τεσσάρων ημερών ή τις επιπλέον αργίες.
Μπορούν επίσης να ζητήσουν την καθιέρωση ενός «αποταμιευτηρίου ωρών εργασίας» το οποίο θα τους δίνει τη δυνατότητα να παίρνουν άδεια ενός έτους αν το επιθυμούν ή να συνταξιοδοτούνται πριν από το όριο ηλικίας. Ο δεύτερος νόμος της κυβέρνησης Ζοσπέν αναμένεται να δώσει λύσεις σε αυτή τη συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων.
5 Η καθιέρωση της εβδομάδας των 35 ωρών θα συμβάλει στη μείωση της ανεργίας;
Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα. Το εγχείρημα δεν δοκιμάστηκε ποτέ σε μια χώρα. Οι πλέον ένθερμοι υποστηρικτές της μείωσης του χρόνου εργασίας ελπίζουν ότι ο αριθμός των ανέργων θα περιορισθεί σε 2 εκατ. (εν αντιθέσει προς τα 3,4 εκατ. που είναι σήμερα) τα επόμενα πέντε χρόνια. Αυτό όμως το αισιόδοξο σενάριο δεν θα πραγματοποιηθεί αν στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων το κόστος της εργασίας δεν παρουσιάσει υπερβολική αύξηση.
