Η απολογία του Κίσινγκερ για την Κύπρο

Η απολογία του Κίσινγκερ για την Κύπρο * Πώς ο «μάγος της διπλωματίας» προσπάθησε να δικαιολογήσει τους χειρισμούς του κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ Ο δρ Χένρι Κίσινγκερ δεν ένιωσε ποτέ άνετα για τους χειρισμούς του στο Κυπριακό. Ακόμη και σήμερα η έκφραση του προσώπου του αλλάζει εμφανώς όταν κάποιος - συνήθως Ελληνας ή Κύπριος - αναφέρεται στην κρίση

Ο δρ Χένρι Κίσινγκερ δεν ένιωσε ποτέ άνετα για τους χειρισμούς του στο Κυπριακό. Ακόμη και σήμερα η έκφραση του προσώπου του αλλάζει εμφανώς όταν κάποιος – συνήθως Ελληνας ή Κύπριος – αναφέρεται στην κρίση του 1974. «Εσείς οι Ελληνες δεν έχετε παραδεχθεί κανένα λάθος σας εδώ και πολλά χρόνια» τόνισε στον γράφοντα σε κοινωνική εκδήλωση στην Ουάσιγκτον, για να προσθέσει: «Και τώρα θέλετε τα δικά σας λάθη του 1974 να τα φορτώσετε σ’ εμένα ώστε να καταστώ ο αποδιοπομπαίος τράγος. Ε, όχι, δεν το δέχομαι αυτό!». Ο κ. Κίσινγκερ διαισθανόταν όμως ήδη από το καλοκαίρι του 1974 ότι η Ιστορία δεν θα τον αντιμετώπιζε ήπια σε σχέση με τους χειρισμούς του. Οι «New York Times» και άλλες σημαίνουσες εφημερίδες ασκούσαν έντονη κριτική ενώ ακόμη και στελέχη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν έκρυβαν τη δυσφορία τους για την υπεροψία του και την άγνοια των βασικών δεδομένων.


Στις 5 Αυγούστου 1974, δεκαπέντε ημέρες μετά την τουρκική εισβολή, ο αμερικανός υπουργός συγκάλεσε μια σύσκεψη κορυφής στην οποία συμμετείχαν 25 αξιωματούχοι που είχαν αναμειχθεί στην κρίση. Η συνάντηση έγινε στην αίθουσα συσκέψεων του υπουργού, στον 7ο όροφο του κτιρίου, και το θέμα ήταν «Κριτική για την Κύπρο».


Ο κ. Κίσινγκερ ξεκίνησε την υποτιθέμενη συζήτηση στις 10.50 και την έκλεισε στις 12.50. Ενδιαμέσως δεν μίλησε επί της ουσίας κανένας άλλος. Μόνο ο υφυπουργός Τζο Σίσκο και ένας-δυο άλλοι έκαναν αστειάκια ή άσχετα σχόλια για να σπάσουν την εμφανώς παγωμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην αίθουσα. Για δύο ώρες ο κ. Κίσινγκερ «απολογούνταν» για τον χειρισμό της κρίσης, χωρίς σημειώσεις ή διακοπές, σε μια συνηθισμένη επίδειξη σύνθετης γεωπολιτικής ανάλυσης. Ο εκνευρισμός του από τα δημοσιεύματα του Τύπου, κυρίως δε των «New York Times», ήταν φανερός. Στη σύσκεψη δεν μετείχε ο Τομ Μπόγιατ, ο οποίος ήταν υπεύθυνος κυπριακών υποθέσεων ως πριν από λίγες ημέρες. Ο κ. Μπόγιατ είχε στείλει στον προϊστάμενό του ένα σημείωμα στο οποίο εξέφραζε τις διαφωνίες του με την πολιτική Κίσινγκερ (Dissent Memorandum) με συνέπεια να «αποκεφαλιστεί».


Ενδεικτικό του κλίματος της σύσκεψης είναι το γεγονός ότι μετά τον δίωρο απολογητικό μονόλογό του ο κ. Κίσινγκερ κοίταξε τους συμμετέχοντες και ρώτησε «Θέλει κανείς άλλος να πει τίποτα;», για να συμπληρώσει αμέσως μετά: «Ο.Κ. Τελειώσαμε».


Ακολουθούν αποσπάσματα από τα πρακτικά της «απολογίας Κίσινγκερ», η οποία ως πριν από μερικούς μήνες αποτελούσε άκρως απόρρητο έγγραφο των αμερικανικών αρχείων:


Οι αποκαλύψεις τών μέχρι πρότινος άκρως απόρρητων εγγράφων των αμερικανικών αρχείων


» Βασικά εκπλαγήκαμε από το πραξικόπημα της Δευτέρας 15 Ιουλίου… Από τότε ως σήμερα έχω δει διάφορα δημοσιεύματα που εξηγούν το πώς μας προειδοποίησαν οι μυστικές υπηρεσίες. Αυτό που έχω να πω είναι ότι πάντοτε, σε κάθε κρίση, υπάρχει μια αναφορά μυστικής υπηρεσίας ­ σε χαμηλό επίπεδο ­ την οποία κάποιος επιδεικνύει μετά το τέλος του επεισοδίου για να μας πείσει πως έπρεπε να το αναμένουμε.


Δεν αμφισβητώ το γεγονός ότι υπήρξαν τέτοιες απόρρητες αναφορές. Μια τέτοια αναφορά όμως που δεν επισημαίνεται η κρισιμότητά της σ’ εμένα δεν έχει καμία αξία, είναι σαν να μην υπάρχει. Η αποστολή των ανθρώπων των μυστικών υπηρεσιών είναι, όταν έχουν κάτι τόσο σημαντικό, να εξηγούν την αξία του στον πρόεδρο, τον υπουργό ή κάποιον…


Τώρα βεβαίως δεν θα ανοίξω διάλογο για το τι γνωρίζαμε και τι όχι από πριν. Ο πλέον ενδιαφερόμενος, ο Μακάριος, δεν ήξερε ότι θα γινόταν το πραξικόπημα το πρωί της Δευτέρας και ο ίδιος μου είπε ότι εξεπλάγη.


* Οι πρώτες κρίσιμες ώρες


Οπως όλοι ξέρετε, στο πρώτο στάδιο μιας κρίσης οι πληροφορίες είναι εξαιρετικά συγκεχυμένες. Το τι πραγματικά συμβαίνει δεν είναι καν προφανές.


(…)


Ως το απόγευμα της Δευτέρας όλοι μας πιστεύαμε ότι ο Μακάριος ήταν νεκρός. Τότε μάθαμε από παρακολουθήσεις των Ισραηλινών ότι ο Μακάριος είχε εκπέμψει κάποιο σήμα. Ακόμη και το πρωί της Τρίτης (16 Ιουλίου) προσπαθούσαμε να εξακριβώσουμε με τον Κάλαχαν (σ.σ.: ο τότε βρετανός υπουργός Εξωτερικών) κατά πόσον ο Μακάριος είχε μιλήσει με κάποιον…


Τώρα τι έπρεπε να κάνουμε σε αυτές τις συνθήκες… Η εντύπωσή μου είναι ότι οι περισσότεροι στο υπουργείο ήθελαν να τρέξουμε, να αναμειχθούμε και να λάβουμε δραστικά μέτρα. Τι μέτρα όμως; Κανένας δεν ήξερε τι ακριβώς θα έπρεπε να κάνουμε αλλά απλώς είχαν εγκλωβιστεί στην άποψη ότι «αυτή είναι η ευκαιρία να κάνουμε κάτι. Δεν μπορούμε να τους αφήσουμε (σ.σ.: την ελληνική κυβέρνηση) να ξεφύγουν έτσι απλά με αυτό που έκαναν, με την επέμβασή τους».


Ο στόχος μας ήταν να είμαστε επαγγελματίες και να υπηρετήσουμε το εθνικό μας συμφέρον. Δεν είμαστε εδώ για να οργανώνουμε σταυροφορίες ούτε είμαστε αρθρογράφοι εφημερίδων. Σε αυτά τα πρώτα στάδια η ευθύνη μας είναι να δούμε:


* Ποια είναι η ισορροπία δυνάμεων;


* Ποια θα είναι η πιθανή εξέλιξη των γεγονότων;


* Πώς μπορούμε να επηρεάσουμε τις εξελίξεις για το δικό μας καλό;


Το πρώτο 48ωρο είχαμε υπόψη μας τα εξής δεδομένα:


* Το πραξικόπημα είχε οργανωθεί από την Ελλάδα.


* Ο Σαμψών είχε την εξουσία.


* Οι Τούρκοι προφανώς θα αντιδρούσαν βίαια. Υπήρχε μεγάλη πιθανότητα τουρκικής επέμβασης και η βεβαιότητα ότι θα ασκούσαν πολύ μεγάλη πίεση.


* Υστερα από 24 ώρες ήταν σαφές ότι ο Μακάριος αποτελούσε και πάλι πολιτική δύναμη.


* Οι Βρετανοί θα εμπλέκονταν ως εγγυήτρια δύναμη.


* Ο ρόλος των Σοβιετικών ήταν απροσδιόριστος. Το πρώτο 24ωρο είχαμε την πληροφορία ότι θα διέθεταν στρατεύματα για μια επέμβαση στην Κύπρο. Την προσφορά έκανε ένας σοβιετικός διπλωμάτης. Κατόπιν τους ρωτήσαμε και μας είπαν ότι δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Ενας σοβιετικός διπλωμάτης δεν κυκλοφορεί όμως μόνος του προσφέροντας στρατεύματα χωρίς να έχει κάποια ένδειξη από τη Μόσχα.


* Το δίλημμα για τον Μακάριο


(…)


Δεν είχαμε καμία πρόθεση να αναγνωρίσουμε τον Σαμψών παρά τις διαρροές περί του αντιθέτου… Δηλώσαμε στην ελληνική κυβέρνηση ότι είμαστε αντίθετοι στην Ενωση. Κάναμε δημόσια δήλωση την πρώτη ημέρα ότι ήμασταν υπέρ της διατήρησης της συνταγματικής δομής της Κύπρου. Και βέβαια ποτέ δεν αναγνωρίσαμε τον Σαμψών. Εκτός από μία περίπτωση, προτού στείλουμε σχετικές οδηγίες, η πρεσβεία δεν είχε καμία επαφή μαζί του. Η μοναδική επαφή που είχαμε την πρώτη εβδομάδα με κύπριο ηγέτη ήταν με τον Κληρίδη. Θέλαμε να τον πείσουμε να μην παραιτηθεί από πρόεδρος της Βουλής ώστε να παραμείνει διαθέσιμος ως πιθανή συμβιβαστική λύση (σ.σ.: διαδοχής του Μακαρίου). Θέλαμε να αποφύγουμε την καταδίκη της Ελλάδας και την παροχή υποστήριξης στον Μακάριο για τους εξής λόγους:


* Πιστεύαμε ότι η τουρκική επέμβαση ήταν πιθανή και δεν θέλαμε να θίξουμε το ζήτημα της νομιμότητας στην Κύπρο γιατί θα το χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι ως δικαιολογία.


* Θέλαμε να αποφύγουμε τη διεθνοποίηση του προβλήματος για να μην υπάρξει αφορμή για σοβιετική εμπλοκή.


Ούτε για μια στιγμή δεν αντιμετωπίσαμε τον Μακάριο ως τον «Κάστρο της Μεσογείου». Αν είχαμε επιλογή, δεν θα είχε γίνει το πραξικόπημα και θα είχαμε συμβιώσει μια χαρά μαζί του. Μάλλον δεν επρόκειτο καν περί αναγκαστικής συμβίωσης, γιατί δεν τον θεωρούσαμε ιδιαίτερα αντιαμερικανό. Το βασικό του μειονέκτημα είναι ότι το ταλέντο του είναι πολύ μεγάλο για το μέγεθος του νησιού του και μπαίνει στον πειρασμό να «παίξει» σε κλίμακα που γίνεται ενοχλητική, όχι τόσο για εμάς όσο για τους άλλους ενδιαφερομένους.


Αν έγιναν ενέργειες εναντίον του Μακαρίου από κάποιον αμερικανό αξιωματούχο (πράγμα που δεν πιστεύω ότι συνέβη), αυτό συνέβη σε αντίθεση με τις οδηγίες και τις πεποιθήσεις μας. Οταν βρέθηκα στην Κύπρο, είχα μια πολύ θετική και φιλική συζήτηση μαζί του, κατά την οποία μου ζήτησε να αναμειχθώ στη διαμεσολάβηση ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Του απάντησα ότι είχα παρά πολλή δουλειά. Και μου υπενθύμισε αργότερα πως υπήρχαν δύο προβλήματα που ήθελα να αποφύγω: η Κύπρος και η Βόρεια Ιρλανδία.


Επειδή λοιπόν ο Μακάριος δεν ήταν «Κάστρο» αλλά ένας εξαιρετικά μη θρησκευτικός, ψυχρός υπολογιστής της ισορροπίας δυνάμεων, έπρεπε και εμείς να δούμε ποια ήταν αυτή η ισορροπία στο νησί. Θα επέστρεφε στο νησί με την υποστήριξη της Αριστεράς, χωρίς τη διεθνή υποστήριξη της Ελλάδας, εφόσον η χούντα παρέμενε στην εξουσία; Αν δεν είχε τη στήριξη της Ελλάδας και εσωτερικά ήταν δέσμιος της Αριστεράς, ένας ηγέτης με το ταλέντο του Μακαρίου θα αναγκαζόταν να βρει μια ισορροπία με την Τουρκία ενισχύοντας τη θέση της…


Υιοθετήσαμε μια διστακτική πολιτική, δεν στραφήκαμε εναντίον του αλλά δεν καταστήσαμε την επιστροφή του όρο για μια συμβιβαστική λύση.


* Η αποτροπή της Ενωσης


Τώρα σε σχέση με την Ελλάδα, η εκτίμησή μας ήταν ότι, αν εμποδίζαμε την εδραίωση των πραξικοπηματιών στην Κύπρο, η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα θα ήταν εξαιρετικά πιθανή. Πιστεύαμε όμως ότι η αλλαγή δεν πρέπει να προέλθει από μια συνεργασία της Αμερικής με την Τουρκία κατά τη διάρκεια μιας ελληνοτουρκικής κρίσης αλλά ως αποτέλεσμα της ανικανότητας της ελληνικής κυβέρνησης που είχε από μόνη της μπλέξει σε μια κρίση.


Γιατί, αν το πραξικόπημα είχε πετύχει, οι εθνικιστές θα έπρεπε να παίξουν ρόλο στο πολιτικό σκηνικό.


Ως την Κυριακή (21 Ιουλίου, μία ημέρα μετά την τουρκική εισβολή) το μεσημέρι δεν ξέραμε από ποια πλευρά θα εκδηλωνόταν πραξικόπημα στην Ελλάδα (σ.σ.: εναντίον του Ιωαννίδη). Θεωρούσαμε πιο πιθανό ένα πραξικόπημα λοχαγών και ταγματαρχών με ακόμη πιο εθνικιστικές απόψεις… Ηταν πολύ βασικό για εμάς να μη δημιουργηθεί ο μύθος στην αντιδικτατορική Ελλάδα, με τη συνεργασία αριστερών και εθνικιστικών στοιχείων, ότι οι ΗΠΑ στράφηκαν κατά της Ελλάδας εν μέσω της δικής της κρίσης.


(…)


Τώρα, αν καταλάβετε τη λογική μου, θα καταλάβετε και τις ενέργειές μας την πρώτη εβδομάδα. Είχαν όλες στόχο την αποδυνάμωση της ελληνικής χούντας. Είχαν σκοπό να αποτύχει το πραξικόπημα στην επιβολή της Ενωσης.


Οι ενέργειές μας είχαν σχεδιαστεί έτσι ώστε να προβάλουν εμπόδια στην τουρκική επέμβαση, χωρίς όμως να πάρουμε θέση εναντίον της Τουρκίας. Και πάνω απ’ όλα στόχος μας ήταν να διατηρήσουμε τη μεγαλύτερη δυνατή ευελιξία κινήσεων. Αν αντιληφθείτε τη λογική αυτή, θα ερμηνεύσετε το πώς χειριστήκαμε την κατάσταση σε σχέση με την Τουρκία. »


» Οι τουρκικές προτάσεις αποτελούσαν θεατρική προσπάθεια «




«Την Τετάρτη (17 Ιουλίου) οι Τούρκοι, αν θυμάμαι καλά, έκαναν την εξής πρόταση:


* Ο Μακάριος έπρεπε να επιστρέψει.


* Η συνταγματική τάξη έπρεπε να αποκατασταθεί.


* Οι τουρκικές δυνάμεις έπρεπε να ενισχυθούν και να δημιουργηθεί ένας διάδρομος από έναν τουλάχιστον τουρκικό θύλακο ως τη θάλασσα.


* Η ελληνική δύναμη (ΕΛΔΥΚ) θα ετίθετο υπό την επιτήρηση του ΟΗΕ και οι έλληνες αξιωματικοί έπρεπε να απομακρυνθούν.


Κάποιοι υποστήριξαν ότι έπρεπε να είχαμε υιοθετήσει την τουρκική αυτή πρόταση ώστε να αποφύγουμε πολλές δυσκολίες. Υπήρχαν όμως παρά πολλά προβλήματα.


Κατ’ αρχήν ακόμη και οι Βρετανοί δεν την υποστήριζαν και δεν μπορούσαμε να εμφανιστούμε εμείς μόνοι μας να τη στηρίζουμε.


Οι Τούρκοι ζητούσαν την επιστροφή του Μακαρίου, προφανώς όχι γιατί ο άνθρωπος που τους πολεμούσε για δέκα χρόνια ήταν η επιλογή τους αλλά γιατί ήξεραν ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θα δεχόταν ποτέ την πρόταση. Γνώριζαν ότι έτσι το θέμα θα πήγαινε στον ΟΗΕ, πράγμα που θέλαμε να αποφύγουμε.


Ο Μακάριος δεν επρόκειτο να δεχθεί μια φόρμουλα με την ελληνική δύναμη υπό τον ΟΗΕ και την τουρκική να ενισχύεται.


Καμία ελληνική κυβέρνηση, όποια και αν ήταν, δεν θα δεχόταν τουρκικό θύλακο με δίοδο προς τη θάλασσα.


Ο κατάλογος των τουρκικών προτάσεων αποτελούσε μια θεατρική προσπάθεια που είχε στόχο να μας βάλει σε δύσκολη θέση. Θα έπρεπε να ασκήσουμε απίστευτη πίεση στην ελληνική κυβέρνηση να δεχθεί κάτι που καμία ελληνική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει, ακόμη και μια κυβέρνηση που θα διαδεχόταν τη χούντα. Αφήστε μας που μας έδωσαν μόνο 36 ώρες για να εξασφαλίσουμε τη θετική απάντηση της Ελλάδας, πράγμα που ούτε ο Σίσκο δεν θα μπορούσε να είχε πετύχει ακόμη και αν είχε σχετικές οδηγίες. (γέλια στην αίθουσα)


Τότε πλέον το μοναδικό ερώτημα ήταν: Πώς να χειριστούμε τους Τούρκους; Οι Βρετανοί πίστευαν ότι μπλόφαραν, όπως έκαναν το 1964 και το 1967. Εγώ δεν πίστευα ότι μπλόφαραν… Μόλις τα πράγματα ξεκαθάρισαν στείλαμε τον Σίσκο στην Ευρώπη με δύο βασικές οδηγίες:


* Να καταλάβει τις ακριβείς προθέσεις όλων των πλευρών.


* Να μεταφέρει σε όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές τη δική μας ανάλυση της κατάστασης και των κινήτρων τους έτσι ώστε να μη λειτουργούν σε κενό.


Και βέβαια να βοηθήσει όσο ήταν δυνατόν».


Σ.σ.: Ο Σίσκο μετέβη στο Λονδίνο, στην Αθήνα και στην Αγκυρα χωρίς να έχει σαφείς οδηγίες για το πώς θα απέτρεπε την τουρκική εισβολή.


«Δεν κάναμε τίποτε για τον Καραμανλή»


«Ο Σίσκο πήγε στην Αθήνα και επεδίωξε κάποιες υποχωρήσεις αλλά αυτό που πέτυχε δεν επαρκούσε. Δεν υπήρχε ούτως ή άλλως καμία ελληνική υποχώρηση που θα απέτρεπε τις μετέπειτα εξελίξεις. Και αυτό γιατί… οι Τούρκοι ένιωθαν πως τόσο το ’64 όσο και το ’67 η τεράστια αμερικανική πίεση δεν τους άφησε να επέμβουν. Η πίεση των ΗΠΑ μπορούσε να φέρει αποτελέσματα τότε γιατί υπήρχε νόμιμη κυβέρνηση στην Κύπρο που μπορούσε να κινητοποιήσει τη διεθνή κοινότητα και επίσης υπήρχε μια ελληνική κυβέρνηση με διεθνή υποστήριξη.


Το 1974 οι Τούρκοι έλαβαν, λόγω βλακείας της ελληνικής χούντας, ένα θεόπεμπτο δώρο: στην Κύπρο μια κυβέρνηση την οποία κανείς δεν αναγνώριζε και έναν άνθρωπο που θεωρείτο διεθνώς επαγγελματίας γκάνγκστερ (σ.σ.: εννοεί τον Νίκο Σαμψών). Και στην Ελλάδα πάλι μια κυβέρνηση που βρισκόταν στο περιθώριο διεθνώς, χωρίς να την υποστηρίζει κανείς.


Υπό αυτές τις συνθήκες τίποτε δεν μπορούσε να σταματήσει την τουρκική επέμβαση.


Από την ώρα που άρχισε η τουρκική επιχείρηση ήταν σαφές πως η ελληνική περιπέτεια στην Κύπρο δεν θα διαρκούσε παραπάνω από μία ημέρα. Από εκείνο το σημείο έγινε σαφές πως θα είχαμε αλλαγή στην Ελλάδα. Αλλά πρώτα έπρεπε να αποτρέψουμε την κλιμάκωση της διένεξης προτού φτάσει σε ελληνοτουρκικό πόλεμο. Παράλληλα κάποιος έπρεπε να κρατήσει τους Σοβιετικούς μακριά, ώστε να μην επέμβουν διεθνώς και στην Κύπρο. Τη Δευτέρα (22 Ιουλίου), 12 ώρες μετά την εισβολή, ανακοινώσαμε πως θα διακόπταμε τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία εφόσον ξεσπούσε πόλεμος μεταξύ τους. Επίσης ελήφθησαν ορισμένα μέτρα ως προς τη διάταξη των πυρηνικών όπλων μας στις δύο χώρες, γεγονός το οποίο υπογράμμισε την ανησυχία μας.


(…)


Κατόπιν σε συνεργασία με τους Βρετανούς… επιβάλαμε την εκεχειρία στην Κύπρο.


Εκείνη τη στιγμή νιώθαμε την άμεση ανάγκη να κάνουμε κάτι, γιατί ήταν σαφές πως θα είχαμε αλλαγή κυβέρνησης στην Ελλάδα μέσα σε 48 ώρες. Δεν πιστεύαμε ότι θα ερχόταν μια κυβέρνηση πολιτικών, δεν θέλω να πω ότι είχαμε προβλέψει τις κατοπινές εξελίξεις.


Την Κυριακή (21 Ιουλίου) συζητήσαμε για δύο περίπου ώρες για την πιθανή έκβαση της κυβερνητικής αλλαγής και εκτιμήσαμε ότι θα μπορούσε να επιστρέψει ο Καραμανλής. Δεν είχαμε όμως τρόπο να επιβάλουμε αυτή την εξέλιξη εκείνη την ώρα.


Την Τετάρτη (17 Ιουλίου), όταν έγινε σαφές πως ο Μακάριος είχε επιβιώσει, επισημάναμε τον Καραμανλή ως τον άνθρωπο που θα μπορούσε να λύσει τα προβλήματα και να αποφύγει τους κινδύνους που διαβλέπαμε. Τοποθετήθηκε τελικώς 48 ώρες μετά την εκεχειρία, όχι γιατί σπρώξαμε εμείς αυτή την επιλογή αλλά γιατί αυτή ήταν η λογική πορεία των γεγονότων. Εμείς δεν κάναμε τίποτε, ο Καραμανλής ήταν το φυσικό προϊόν των εξελίξεων. Αυτό που εμείς κάναμε είναι να δούμε προς τα πού πήγαιναν οι εξελίξεις και να τις εκμεταλλευθούμε. Αυτό που λέω είναι ότι κινηθήκαμε με τρόπο που να μπορούμε να τις εκμεταλλευθούμε. Αποφύγαμε έναν πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Στην Ελλάδα έχουμε μια κατάσταση που είναι καλύτερη για εμάς από αυτήν που είχαμε αρχικά και στην Κύπρο έχουμε μια ανεκτή κατάσταση, αν και δεν αποτελούσε ιδιαίτερο αμερικανικό στόχο η αντικατάσταση του Μακαρίου. Ταυτόχρονα πετύχαμε να διατηρηθούν οι καλές προθέσεις των Τούρκων απέναντί μας.


Είναι προφανές ότι στόχος της πολιτικής των ΗΠΑ πρέπει να είναι η συνέχιση της συμμετοχής της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ. Οσοι κάνουν κυνικά σχόλια για τις στρατιωτικές βάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, θα πρέπει να αναρωτηθούν τι θα κάναμε σε μια ­ πολύ πιθανή ­ κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο αν η Ελλάδα και η Τουρκία δεν μας ήταν διαθέσιμες. Μπορεί οι βάσεις αυτές να μην ήταν πάντοτε διαθέσιμες αλλά κάνει μεγάλη διαφορά αν οι χώρες κυβερνώνται από εθνικιστικές κυβερνήσεις που νιώθουν προδομένες από τις ΗΠΑ ή αν είναι φιλικές και συνεργάσιμες. Με δεδομένη τη στρατηγική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου, κανένας σοβαρός αξιωματούχος δεν μπορεί να αγνοήσει τη γεωπολιτική σημασία της.


Αυτός είναι ο λόγος που δεν θα υποκύψουμε στις πιέσεις εκείνων που θέλουν να στραφούμε τώρα κατά της Τουρκίας. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ήθελαν να ταπεινώσουμε την Ελλάδα. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι η Τουρκία θα βγει από αυτή την κρίση με ενισχυμένη τη θέση της στην Κύπρο».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.