Τρεις επιστολές που αντάλλαξε ο Γιάννης Τσαρούχης με τον Γιάννη Μόραλη και δημοσιευμένα αποσπάσματα συζητήσεων του Μόραλη με τον Διονύση Φωτόπουλο συγκεντρώνονται στο ολιγοσέλιδο τομίδιο «Αγαπητέ μου Γιάννη…». Τα γράμματα μπορούν να χαρακτηριστούν «ντοκουμέντα» από πολλές απόψεις: καταγράφουν τη φιλία και την οικειότητα ανάμεσα στους δύο καλλιτέχνες, αποτελούν μια μαρτυρία για το πώς έβλεπε ο Τσαρούχης την Αμερική και παρουσιάζουν το παρασκήνιο από το ανέβασμα της Μήδειας του Κερουμπίνι στο Ντάλας.
Οι επιστολές γράφτηκαν λίγο μετά την Μπιενάλε στη Βενετία το 1958. Ο Τσαρούχης έφυγε απευθείας για τις ΗΠΑ ενώ ο Μόραλης ανέλαβε να φροντίσει για την επιστροφή των έργων και των δύο στην Ελλάδα. Γράφει στις 30 Οκτωβρίου: «Τα έργα υπολογίζω ότι θα γυρίσουν κατά το τέλος Νοεμβρίου, να είσαι ήσυχος θα φροντίσω τα δικά σου σαν να ήσουν εσύ ο ίδιος. Θα πάω αύριο να πάρω το κλειδί του ατελιέ σου… Την σόμπα σου την πήρα αλλά δεν την μεταχειρίζομαι, γιατί ζήλεψα και αγόρασα κι εγώ μια όμοια με τη δική σου». Στο τέλος της ίδιας επιστολής η Γιάννης Μόραλης γράφει: «Διαβίβασε σε παρακαλώ τους χαιρετισμούς και τις ευχές μου για την επιτυχία σας στον κ. Μινωτή, και τον θαυμασμό μου στην Callas από έναν άγνωστο συμπατριώτη της».
Στην Αμερική οι αποστάσεις φαίνονται μεγάλες στα μάτια του Γιάνη Τσαρούχη: «Εχω γραμματέα και αυτοκίνητο δικό μου, γιατί όλα απέχουν αναμεταξύ τους από μισή ώρα και πάνω. Το θέατρο είναι στο Φάληρο, το ξενοδοχείο τους στο Τατόι, η αίθουσα δοκιμών στη Ραφήνα, το ενδιαφέρον εστιατόριο που πας μετά τις πρόβες στη Ραφήνα το περίπτερο με τα τσιγάρα στο Χολαργό. Η πόλις είναι ένα μείγμα Ψυχικού Στροφυλιού Νέας Υόρκης Μοσχάτου Καλλιθέας Νέας Ιωνίας και ενός άλλου είδους, θαυμάσιου, που δεν το έχω ξαναδεί». Για τις τέχνες αποκόμισε μια μάλλον άσχημη εντύπωση: «Το θέατρο είναι κακό σαν κινηματογράφος. Η τοπική ζωγραφική κάτι το ανατριχιαστικό. Σαν τις εκθέσεις του Παρνασσού. Η μουσική του ραδιοφώνου πάντα εύθυμη…».
Η κατασκευή των σκηνικών δημιούργησε μια σειρά από προβλήματα στον Γιάννη Τσαρούχη. Ο διευθυντής του θεάτρου θεώρησε ότι ο έλληνας ζωγράφος ενοχλούσε τους εργάτες και ζήτησε τη βοήθεια της μεγάλης αοιδού για να τον συνετίσει: «Τα σκηνικά τα έφτιαχναν αργά και όλο λάθη. Μια χωριάτικη υπερηφάνεια και ευθιξία η οποία με ερέθιζε, και γινόμουνα τόσο σκληρός εναντίον τους που πολλοί φοβήθηκαν ότι θα με μαχαίρωναν. Στην αρχή μού είπαν ότι θέλω να μιμηθώ την Κάλλας, μετά όμως έστειλαν τον διευθυντή να μιλήσει στην Κάλλας και να της πει ότι αν θέλει να είναι έτοιμα τα σκηνικά πρέπει να με παρακαλέσει να μην ενοχλώ τους εργάτες». Οι σχέσεις με τους συνεργάτες ήταν γενικότερα σε ένταση: «Υποφέραμε όλοι μας πολύ από διάφορα δευτερεύοντα τσογλάνια, όλα διπλωματούχα από ειδικές θεατρικές σχολές, όντα ανίκανα και αντιπαθητικά».
Η αίθουσα στην οποία ανέβηκε η παράσταση δεν ενθουσίασε τον Γιάννη Τσαρούχη: «Το κτίριο του θεάτρου κάτι σαν το Ροζικλέρ στο στυλ, μεγαλύτερο όμως από το Ρεξ. Μια σκηνή ακριβώς σαν του Ρεξ. Οι κυρίες με τα φορέματα Ντιόρ και Μπαλανσιάγκα πατούσανε απάνω στο χαλασμένο τσιμέντο, γεμάτο πατημένες τσίκλες που έχουνε γίνει ένα σώμα με το πάτωμα».
Η έκδοση συμπληρώνεται από δύο αποσπάσματα συζήτησης του Γιάννη Μόραλη με τον Διονύση Φωτόπουλο, που έγινε τον Δεκέμβριο του 1996, στο πατάρι των εκδόσεων «Ικαρος». Ολόκληρη η συζήτηση είναι δημοσιευμένη στο βιβλίο του Δ. Φωτόπουλου «Παραμύθια πέραν της όψεως» (Καστανιώτης).
