ΤΙΣ θέσεις του για όλο το φάσμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων και των σχέσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ενωση καταγράφει ο υπουργός Εξωτερικών κ. Θ. Πάγκαλος σε επιστολή του προς την υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας κυρία Τανσού Τσιλέρ. Είναι η πρώτη φορά, μετά από αρκετά χρόνια, που η Αθήνα ανταποκρίνεται σε τουρκική πρωτοβουλία για γραπτή επικοινωνία ανάμεσα στις δύο χώρες.
Η κίνηση Πάγκαλου εξεδηλώθη στο πλαίσιο της απόφασης των υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ενωσης να απαντηθεί από κάθε χώρα ξεχωριστά η επιστολή της κυρίας Τσιλέρ προς τους ευρωπαίους ομολόγους της, με την οποία εξέθετε τις απόψεις της για τον ρόλο της χώρας της. Η Αθήνα αρχικά ταλαντεύτηκε, αλλά τελικά ο κ. Πάγκαλος αποφάσισε να σπάσει την παράδοση και να κάνει ένα σημαντικό βήμα αποκατάστασης των διαύλων απευθείας επικοινωνίας με την ανατολική γείτονα.
Η επιστολή του έλληνα υπουργού επιδόθηκε στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών την 28η Νοεμβρίου και κατά κάποιο τρόπο προδιαγράφει τη στάση της Αθήνας στις επερχόμενες ευρωπαϊκές διαδικασίες.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το κείμενο της επιστολής του κ. Πάγκαλου ασχολείται διά μακρών με όλα τα σημαντικά θέματα που απασχολούν την Αθήνα και την Αγκυρα και επιχειρεί μια ευρεία επισκόπηση των υφιστάμενων διαφορών. Οι θέσεις, η φρασεολογία και ο τόνος δεν αφήνουν πολλά περιθώρια να υποθέσει κανείς ότι ο κ. Πάγκαλος προτίθεται να επιδείξει κάποια μεγαλύτερη εφεκτικότητα προς τις τουρκικές ιδέες, οι οποίες διατυπώθηκαν πρόσφατα από την κυρία Τσιλέρ, για τις προοπτικές ενός διμερούς διαλόγου. Η τουρκική πλευρά δεν έκρυψε την απογοήτευσή της από την πρώτη ανάγνωση των θέσεων του έλληνα υπουργού Εξωτερικών.
ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
* Είμαστε υπέρ του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Τουρκίας και των στενότερων σχέσεών της με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
* Απαιτούμε από την Αγκυρα να αποδεχθεί το Διεθνές Δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες ως βάση των σχέσεών της με την Ευρωπαϊκή Ενωση και τις γειτονικές της χώρες και εκφράζουμε την ανησυχία μας για την επιλεκτική προσέγγιση που γίνεται στο πρόγραμμα της κυβέρνησης συνασπισμού.
* Θα επιτηρήσουμε την εφαρμογή των υποσχέσεων της Αγκυρας ότι θα υπάρξει συνολική βελτίωση της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό της Τουρκίας.
* Καταγγέλλουμε ότι τα θέματα που περιγράφει η Αγκυρα ως διμερή προβλήματα ανάμεσα σε αυτήν και την Αθήνα αφορούν αποκλειστικά τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και απειλούν την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.
* Διαβεβαιώνουμε ότι οι ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις για θέματα που αφορούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας είναι αδιανόητες και ο διάλογος γι’ αυτά είναι απαράδεκτος.
* Περιμένουμε από την Τουρκία να δείξει πολιτική βούληση για την επίλυση του Κυπριακού και να συμβάλει στην προετοιμασία του εδάφους για παραγωγικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες της νήσου, με στόχο να βρεθεί δίκαιη και βιώσιμη λύση.
* Διαβεβαιώνουμε ότι μια θετική προσέγγιση της Αγκυρας στο Κυπριακό θα είχε θετικές επιπτώσεις στις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ενωση και την Ελλάδα. Το πρώτο από ετών γραπτό μήνυμα της Αθήνας προς την Αγκυρα
ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ κείμενο της επιστολής Πάγκαλου προς Τσιλέρ, αντίγραφο της οποίας έχει στη διάθεσή του «Το Βήμα», έχει ως εξής:
«Μέσω της πρεσβείας σας έλαβα την επιστολή με την οποία εκφράσατε τις απόψεις της χώρας σας για τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Παρά τις γνωστές δυσκολίες στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η ελληνική κυβέρνηση έχει εκφρασθεί επανειλημμένα και καθαρά όχι μόνο υπέρ του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Τουρκίας και των στενότερων σχέσεών της με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς αλλά και υπέγραψε τη Συμφωνία για την Τελωνειακή Ενωση μεταξύ της ΕΕ και της Τουρκίας έχοντας κατά νου αυτή τη συνολική προοπτική. Η υπογραφή αυτής της συμφωνίας όχι μόνο αποδεικνύει τη σημασία την οποία αποδίδει η Ενωσή μας στην ανάπτυξη καλών σχέσεων στο πολιτικό και οικονομικό πεδίο, αλλά αποτελεί απόδειξη της στενής σχέσης ανάμεσα στη χώρα σας και στην ΕΕ.
Εν τούτοις υπάρχουν ορισμένες δυσκολίες στην ανάπτυξη αυτών των σχέσεων.
Οπως αντιλαμβάνεστε, οι Συμφωνίες Σύνδεσης και της Τελωνειακής Ενωσης δεν προσφέρουν μόνο οφέλη και δικαιώματα αλλά συνεπάγονται και συγκεκριμένες υποχρεώσεις που περιγράφονται καθαρά στην κοινή θέση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της 6/3/1995. Επιπλέον, η Τουρκία δεν έχει δώσει ακόμη στην Ενωσή μας μια θετική και καθαρή απάντηση στις αρχές που συμπεριλαμβάνονται στη “Διακήρυξη της ΕΕ για την Τουρκία” από 15ης Ιουλίου 1996. Αυτές οι αρχές αναφέρονται κυρίως, μεταξύ άλλων, στο Διεθνές Δίκαιο το οποίο πρέπει να αξιοποιηθεί σαν βάση για τις σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας. Ετσι, υπάρχει η ανάγκη για μια τουρκική απάντηση στη διακήρυξη που μνημονεύεται παραπάνω.
Σε σχέση με το πρόγραμμα εκδημοκρατισμού και τη μεταρρύθμιση για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στα οποία αναφέρεστε στο γράμμα σας, είσθε καλά ενημερωμένη ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει ήδη καλωσορίσει την πρόσφατη ανακοίνωσή σας για τα μέτρα που έχει αποφασίσει να λάβει η τουρκική κυβέρνηση. Η Ελλάδα, μαζί με τους άλλους ευρωπαίους εταίρους, έχει καταγράψει αυτήν όπως και τις προηγούμενες δεσμεύσεις από τις τουρκικές κυβερνήσεις, που στόχο έχουν να ανταποκριθούν στις νόμιμες ανησυχίες μας. Είμαι βέβαιος ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου πως αυτά τα μέτρα θα πρέπει να εφαρμοστούν πλήρως το ταχύτερο δυνατό και ότι θα πρέπει να υπάρξει μια συνολική βελτίωση στις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αν η εφαρμογή των μέτρων αυτών δεν τηρηθεί από την κυβέρνησή σας σχολαστικά και συνεχώς, τότε η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία θα επιδεινωθεί δίνοντας δυνατότητα για πρόσθετη κριτική στην κοινή γνώμη πολλών χωρών όπως και από διεθνείς οργανισμούς. Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καταδικάζουν την Τουρκία τόσο για τη συμπεριφορά της στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όσο και για τη διστακτικότητά της να αναζητήσει πολιτική λύση σε ορισμένα σημαντικά προβλήματα καθαρά δείχνουν ότι αυτά τα θέματα είναι μέγιστης σημασίας για την ΕΕ και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.
Οσον αφορά τις διμερείς μας σχέσεις έχω σημειώσει θετικά ότι ρητά αναφερθήκατε στο Διεθνές Δίκαιο και στις Συμφωνίες οι οποίες θα πρέπει να διέπουν τις σχέσεις της χώρας σας με τους γείτονές της. Αυτό είναι ένα σημείο που έχει επανειλημμένα τεθεί από την ΕΕ. Εν τούτοις, δεν μπορώ παρά να συγκρατήσω το γεγονός ότι διαδοχικές τουρκικές κυβερνήσεις καλούσαν για σφαιρικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Αθήνα και στην Αγκυρα «για να διευθετήσουν τις διαφορές» χωρίς κανένα όρο ή αναφορά σε όποιο συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο. Εχω σημειώσει, σε πολλές περιπτώσεις, ότι η Τουρκία είναι διστακτική ακόμη και να μνημονεύσει το Διεθνές Δίκαιο και τις συνθήκες ως μέσο για την υπέρβαση των δυσκολιών μας.
Η Ελλάδα έχει σταθερά υποδείξει τη θέλησή της να στηρίξει τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου. Πράγματι, η κυβέρνησή μου έχει κάνει συγκεκριμένες προτάσεις για μια βήμα προς βήμα προσέγγιση στην αντιμετώπιση των άλυτων θεμάτων. Εν τούτοις, η Ελλάδα έχει επίσης υποδείξει ότι οι διαπραγματεύσεις για θέματα που αφορούν την κυριαρχία της είναι αδιανόητες και ότι ο διάλογος για αυτά είναι απαράδεκτος. Επιπλέον, ένας τέτοιος διάλογος, όπως καθορίζεται από την Τουρκία, θα ήταν ατελέσφορος και θα οδηγούσε σε ένα ζημιογόνο αδιέξοδο.
Δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε την ανησυχία μας για την επιλεκτική προσέγγιση από την Τουρκία των αρχών του Διεθνούς Δικαίου και των υποχρεώσεών της που απορρέουν από τις Συνθήκες, όπως υποδεικνύεται, με τον πλέον σαφή τρόπο, στο συμφωνημένο πρόγραμμα της κυβέρνησης συνασπισμού το οποίο ρητά συνομολογεί, μεταξύ άλλων, ότι “η Τουρκία θα δεσμεύεται από όλες τις Διεθνείς Συνθήκες που έχει υπογράψει. Εν τούτοις δεν θα επιτραπεί η εφαρμογή τους αντίθετα προς την εθνική ασφάλεια και τα συμφέροντα”.
Για κάποιο χρόνο, οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ελλάδα παρέμειναν υπό τη σκιά της απειλής του πολέμου, όπως κάλλιστα αναδεικνύεται από τις επανειλημμένες δηλώσεις περί “casus belli” που έγιναν από την κυβέρνηση όπως και από το κοινοβούλιο της Τουρκίας. Αυτή η απειλή υπογραμμίζεται από την τεράστια κλιμάκωση των καθημερινών παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου από την τουρκική Πολεμική Αεροπορία. Μια τέτοια σαφής αδιαφορία για το Αρθρο 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών βέβαια δεν συμβάλλει στις καλές γειτονικές σχέσεις και στον ειρηνικό διάλογο.
Επιπλέον, από την αρχή του χρόνου η Τουρκία έχει κλιμακώσει τις αξιώσεις της επί ελληνικών εδαφών, δημιουργώντας ένα ένοπλο επεισόδιο στις νησίδες των Ιμίων, αμφισβητώντας τη Συνθήκη της Λωζάνης, αμφισβητώντας την ελληνική κυριαρχία επί της νήσου Γαύδου και αναπτύσσοντας περαιτέρω αξιώσεις για έναν απροσδιόριστο αριθμό ελληνικών νήσων του Αιγαίου. Ταυτόχρονα, η Τουρκία εξακολουθεί να απορρίπτει την πρότασή μας να φέρει την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Πρέπει να είναι, κατά συνέπεια, σαφές ότι ενώ η Ελλάδα δεν εγείρει οποιαδήποτε αξίωση στα κυριαρχικά δικαιώματα και στο έδαφος της Τουρκίας, τα θέματα που περιγράφει η Τουρκία ως διμερή προβλήματα ανάμεσα σε αυτήν και στην Ελλάδα αφορούν αποκλειστικά τόσο τα κυριαρχικά δικαιώματα όσο και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας μου.
Η μομφή για τα πρόσφατα γεγονότα στην Κύπρο βεβαίως δεν μπορεί να αποδοθεί στα άοπλα θύματα, όπως ατυχώς φαίνεται να υποδηλώνει η επιστολή σας. Είναι, εν τούτοις, πολύ θλιβερό ότι καταβλήθηκε επίπονη προσπάθεια για να εισαχθούν στην κατεχόμενη περιοχή ακραία στοιχεία από την Τουρκία για να εξασφαλιστεί το τραγικό αποτέλεσμα. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ λεπτομερώς στις ευθύνες των μερών καθώς η διεθνής κοινότητα το έχει πράξει ήδη χωρίς να αφήνει καμιά αμφιβολία. Είμαι έτοιμος να συμφωνήσω μαζί σας ότι χρειάζεται η βούληση όλων των εμπλεκομένων μερών για τη λύση του κυπριακού προβλήματος, ιδιαίτερα του μέρους που έχει προσδιοριστεί από τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών ως στερούμενου της αναγκαίας πολιτικής θέλησης. Αυτή η βούληση θα έπρεπε κυρίως να στρέφεται στην προετοιμασία του εδάφους για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες της νήσου, με τη θεώρηση να επιτευχθεί μια δίκαιη και βιώσιμη λύση, στηριγμένη στις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου.
Σε αυτό το πλαίσιο μια απόφαση από την Τουρκία να γίνει πιο διαθέσιμη τόσο στις διεθνείς όσο και στις πολιτικές πτυχές του κυπριακού θέματος θα βοηθούσε σε μεγάλο βαθμό τις σημερινές προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας και θα είχαν επωφελείς επιπτώσεις στις μελλοντικές σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας όπως και στις διμερείς σχέσεις με την Ελλάδα, σαν ένα σήμα μιας αλλαγής στην προσέγγιση για την παραγωγική επίλυση των εκκρεμών θεμάτων. Θα εθεωρείτο, πράγματι, ένα θετικό βήμα προς τα εμπρός το οποίο θα δημιουργούσε ένα κατάλληλο κλίμα και θα εκτιμάτο σαν τέτοιο. Για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες ανάμεσα στην ΕΕ και στην Τουρκία και στις διμερείς μας σχέσεις και να ανοίξουμε τον δρόμο για μια στενότερη και αναπτυσσόμενη σχέση στο μέλλον, μια θετική και συνολική απάντηση στην πολιτική διακήρυξη της 15ης Ιουλίου 1996 είναι αναγκαία.
Είμαι πεισμένος και είμαι βέβαιος ότι συμμερίζεστε την άποψή μου πως η άρση των εμποδίων στη σημερινή κατάσταση των σχέσεων ΕΕ – Τουρκίας και οι καλές σχέσεις ανάμεσα στις χώρες μας στηριγμένες στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και στις Συμφωνίες θα ωφελούσαν στη συνολική σταθερότητα στην περιοχή της Νοτίου Μεσογείου. Με την ελπίδα ότι θα καταστεί δυνατή η αντιμετώπιση όλου του εύρους των ανησυχιών μας και έτσι να μας δοθεί η δυνατότητα να πραγματοποιήσουμε ένα παραγωγικό Συμβούλιο Σύνδεσης».
