Με τον Ν. 2753/1999 είχε θεσπιστεί ειδικός τρόπος προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος των επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία Β’ κατηγορίας ή προαιρετικά Γ’ κατηγορίας. Ο ειδικός αυτός τρόπος προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος προβλεπόταν από τις διατάξεις των παρ 1 ως και 4 του άρθρου 33 του ΚΦΕ.
Οι διατάξεις των παραγράφων αυτών καταργήθηκαν από τη χρήση του 2003 με τη διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 7 του Ν. 3091/2002, χωρίς να γίνει, όπως οφείλετο, νέα αρίθμηση των παρ. του άρθρου 33 του ΚΦΕ.
Μετά την κατάργηση των πιο πάνω διατάξεων, με τις παρ. 5 ως και 12 του άρθρου 33 του ΚΦΕ ορίζεται ειδικός τρόπος προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης και ακόμη κατ’ αποκοπή φορολογία για τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, για τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια ή διαμερίσματα ή κάμπινγκ, καθώς και για τις επιχειρήσεις πλανόδιων λιανοπωλητών και λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές.
* Επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης: Σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης α’ της παρ. 5 του άρθρου 33 του ΚΦΕ, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της πρώτης περιόδου της περίπτωσης αυτής με την παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν. 3091/2002, για τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης το καθαρό εισόδημά τους δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα πιο κάτω ποσά:
* Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης με άδεια κυκλοφορίας 100% και οδηγό τον ιδιοκτήτη, 12.410 ευρώ.
* Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης με άδεια κυκλοφορίας 100% και οδηγό τρίτο πρόσωπο, 10.350 ευρώ.
* Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης με άδεια κυκλοφορίας 50% και οδηγό τον ιδιοκτήτη, 10.000 ευρώ.
* Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης με άδεια κυκλοφορίας 50% και οδηγό τρίτο πρόσωπο, 7.500 ευρώ.
Τα παραπάνω ποσά μειώνονται προκειμένου για επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από 200.000 κατοίκους κατά ποσοστό 30% και κάτω από 50.000 κατοίκους κατά ποσοστό 50%.
Ο κατ’ αποκοπήν προσδιορισμός του καθαρού εισοδήματος που προβλέπεται στις περιπτώσεις που οδηγός είναι τρίτο πρόσωπο ισχύει ανάλογα και για τους μη ιδιοκτήτες, εκμεταλλευτές επιβατικών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης. Οταν δηλαδή το αυτοκίνητο μισθώνεται προς εκμετάλλευση.
* Επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης μη ενταγμένα σε ΚΤΕΛ: Για τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης που δεν είναι ενταγμένα σε ΚΤΕΛ, το καθαρό εισόδημα ορίζεται ανάλογα με τον αριθμό των θέσεων των αυτοκινήτων, ως εξής:
* Περιορισμός του καθαρού εισοδήματος: Σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης α’ της παρ. 5 του άρθρου 33, η οποία προστέθηκε με την παρ 4 του άρθρου 7 του Ν. 3091/2002, τα πιο πάνω κατώτερα όρια (η διάταξη του νόμου λαθεμένα αναφέρει ανώτατα) καθαρού εισοδήματος των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης περιορίζονται σε τόσα δωδέκατα όσοι οι μήνες λειτουργίας της επιχείρησης σε περίπτωση κατά την οποία η επιχείρηση έκανε έναρξη λειτουργίας ή διέκοψε τις εργασίες της μέσα στην κρινόμενη περίοδο.
* Προϋπόθεση εφαρμογής του ειδικού τρόπου προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος: Σύμφωνα με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 33, η οποία ισχύει όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 3091/2002, προϋπόθεση για τη φορολογία των πιο πάνω επιχειρήσεων με βάση κατώτατα όρια κατ’ αποκοπήν καθαρού εισοδήματος είναι οι επιχειρήσεις αυτές να μην τηρούν βιβλία ή να τηρούν βιβλία Β’ κατηγορίας του ΚΒΣ.
* Χρόνος εφαρμογής του ειδικού τρόπου προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος: Σύμφωνα με το προτελευταίο εδάφιο της περίπτώσης α’ της παρ. 5 του άρθρου 33 του ΚΦΕ, ο ειδικός τρόπος προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος των πιο πάνω επιχειρήσεων ισχύει για τις χρήσεις του 2002 και του 2003. Από τη χρήση του έτους 2004, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 13 του άρθρου 33, η οποία προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 7 του Ν. 3091/2002, το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων αυτών θα προσδιορίζεται λογιστικώς, ως διαφορά εσόδων και δαπανών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του ΚΦΕ.
* Κατ’ αποκοπήν φορολογία των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης: Σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης β’ της παρ. 5 του άρθρου 33 του ΚΦΕ, η οποία ισχύει όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 7 του Ν. 3091/2002, στις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης επιβάλλεται ποσό ετήσιου φόρου με την καταβολή του οποίου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση για τη δραστηριότητα αυτή. Το ποσό του ετήσιου φόρου υπολογίζεται με βάση το ωφέλιμο φορτίο ως εξής:
* 500 ευρώ για αυτοκίνητα με ωφέλιμο φορτίο ως 5 τόνους με οδηγό τον ιδιοκτήτη.
* 350 ευρώ για αυτοκίνητα με ωφέλιμο φορτίο ως 5 τόνους και με οδηγό τρίτο πρόσωπο.
* 700 ευρώ για αυτοκίνητα με ωφέλιμο φορτίο πάνω από 5 τόνους και ως 12 με οδηγό τον ιδιοκτήτη.
* 500 ευρώ για αυτοκίνητα με ωφέλιμο φορτίο από 5 ως 11 τόνους και με οδηγό τρίτο πρόσωπο.
* 1.200 ευρώ για αυτοκίνητα με ωφέλιμο φορτίο από 12 ως 16,5 τόνους και οδηγό τον ιδιοκτήτη.
* 800 ευρώ για αυτοκίνητα με ωφέλιμο φορτίο από 11 ως 16,5 τόνους και οδηγό τρίτο πρόσωπο.
* 1.500 ευρώ για αυτοκίνητα με ωφέλιμο φορτίο πάνω από 16,5 τόνους και οδηγό τον ιδιοκτήτη.
* 1.000 ευρώ για αυτοκίνητα με ωφέλιμο φορτίο πάνω από 16,5 τόνους και οδηγό τρίτο πρόσωπο.
Τα παραπάνω ποσά μειώνονται κατά 20% προκειμένου για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης και έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από 20.000 κατοίκους.
* Προσαύξηση του φόρου: Σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης β’ της παρ. 5 του άρθρου 33, τα πιο πάνω ποσά φόρου από τη χρήση του 2003 προσαυξάνονται κατά 8%.
* Καταβολή του φόρου: Στη διάταξη της περίπτωσης β’ της παρ. 5 του άρθρου 33 ορίζεται ότι με απόφαση του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών θα καθοριστεί η προθεσμία καταβολής του φόρου από τις πιο πάνω επιχειρήσεις. Κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1007884/189/Α0012/ΠΟΛ. 1013/28.1.2003 υπουργική απόφαση, σύμφωνα με την οποία:
1. Το ποσό του ετήσιου φόρου που οφείλεται από τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, οι οποίες δεν τηρούν βιβλία ή τηρούν βιβλία Β’ κατηγορίας του ΚΒΣ, καταβάλλεται σε δύο δόσεις από τις οποίες η πρώτη ως την προτελευταία ημέρα λήξης της προθεσμίας υποβολής της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, και το οικείο τριπλότυπο καταβολής του φόρου επισυνάπτεται στην οικεία δήλωση φορολογίας εισοδήματος και η επόμενη ως την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του τρίτου μήνα, από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας.
2. Από το ποσό του ετήσιου φόρου που οφείλεται από τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης οι οποίες δεν τηρούν βιβλία ή τηρούν βιβλία Β’ κατηγορίας, αφαιρούνται τα ποσά του φόρου που έχουν παρακρατηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 του ΚΦΕ.
* Χρόνος εφαρμογής της κατ’ αποκοπήν φορολογίας: Σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης β’ της παρ. 5 του άρθρου 33 του ΚΦΕ, η κατ’ αποκοπήν φορολογία των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης ισχύει για τις χρήσεις των ετών 2002 και 2003. Από τη χρήση του έτους 2004 το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων αυτών, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 13 του ίδιου άρθρου, θα προσδιορίζεται λογιστικώς σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του ΚΦΕ.
* Κατ’ αποκοπήν φορολογία επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται επιπλωμένα δωμάτια ή διαμερίσματα ή κάμπινγκ: Με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 33 του ΚΦΕ επιβάλλεται κατ’ αποκοπήν φορολογία στις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται επιπλωμένα δωμάτια ή διαμερίσματα ή κάμπινγκ εφόσον δεν τηρούν βιβλία ή τηρούν βιβλία Β’ κατηγορίας. Αν τηρούν βιβλία Γ’ κατηγορίας η κατ’ αποκοπήν φορολογία δεν ισχύει.
Με την κατ’ αποκοπήν φορολογία εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των επιχειρήσεων αυτών από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.
Ο κατ’ αποκοπήν φόρος έχει οριστεί κατά περίπτωση ως εξής:
* Για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια σε 77 ευρώ, 68 ευρώ και 59 ευρώ ετησίως για κάθε δωμάτιο, ανάλογα με το αν είναι χαρακτηρισμένο Α’, Β’ ή Γ’ τάξεως αντιστοίχως, σύμφωνα με το σχετικό σήμα του ΕΟΤ.
* Για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ενοικιαζόμενα επιπλωμένα διαμερίσματα σε: α) 88 ευρώ, 83 ευρώ και 77 ευρώ για κάθε μονόχωρο διαμέρισμα ανάλογα με το αν είναι χαρακτηρισμένο Α’, Β’ ή Γ’ τάξεως αντιστοίχως, σύμφωνα με το σχετικό σήμα του ΕΟΤ, β) 118 ευρώ, 112 ευρώ και 106 ευρώ για κάθε δίχωρο διαμέρισμα, ανάλογα με το αν είναι χαρακτηρισμένο Α’, Β’ ή Γ’ τάξεως αντιστοίχως, σύμφωνα με το σχετικό σήμα του ΕΟΤ, γ) 176 ευρώ, 171 ευρώ και 165 για κάθε τρίχωρο και πάνω διαμέρισμα, ανάλογα με το αν είναι χαρακτηρισμένο Α’, Β’ ή Γ’ τάξεως αντιστοίχως, σύμφωνα με το σχετικό σήμα του ΕΟΤ.
Αν η επιχείρηση, εκτός από την εκμετάλλευση ενοικιαζομένων επιπλωμένων δωματίων και διαμερισμάτων, ασχολείται παράλληλα μέσα στον ενιαίο χώρο του οικοπέδου όπου βρίσκονται αυτά και με την εκμετάλλευση σνακ μπαρ ή καφέ μπαρ, το ποσό του φόρου που αναλογεί από την εκμετάλλευση ενοικιαζομένων δωματίων και διαμερισμάτων προσαυξάνεται για τη δραστηριότητα αυτή κατά ποσοστό 30%, με την προϋπόθεση ότι η εκμετάλλευση του σνακ μπαρ ή του καφέ μπαρ αποτελεί παρεπόμενη δραστηριότητα και εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση και για τη δραστηριότητα αυτή.
Αν η επιχείρηση εκμεταλλεύεται ως και επτά δωμάτια δύναται να ζητήσει την απαλλαγή της από την υποχρέωση τήρησης όλων των βιβλίων και στοιχείων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων με την υποβολή σχετικής δήλωσης μεταβολών – μετάταξης που υποβάλλεται μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Στην περίπτωση αυτή τα παραπάνω ποσά φόρου προσαυξάνονται κατά ποσοστό 15%.
Για τα ενοικιαζόμενα δωμάτια ή διαμερίσματα των πιο πάνω περιπτώσεων που δεν έχουν χαρακτηρισθεί από τον ΕΟΤ επιβάλλονται τα ποσά φόρου που αναλογούν στα αντίστοιχα ενοικιαζόμενα δωμάτια ή διαμερίσματα της Β’ τάξεως.
* Για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται κάμπινγκ και εφόσον στον ίδιο χώρο δεν ασκούνται και άλλες δραστηριότητες, σε 30 ευρώ για κάθε θέση εγκατάστασης σκηνής ή τροχόσπιτου ή αυτοκινήτου.
* Καταβολή του φόρου: Τα πιο πάνω ποσά φόρου καταβάλλονται από τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται επιπλωμένα δωμάτια ή διαμερίσματα ή κάμπινγκ στην αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του υποχρέου δημόσια οικονομική υπηρεσία ως και την προτελευταία ημέρα λήξης της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματός του και το οικείο τριπλότυπο καταβολής του φόρου επισυνάπτεται στη δήλωση φορολογίας. Οσοι δεν καταβάλλουν ή καταβάλλουν εκπρόθεσμα τον φόρο υπόκεινται στις κυρώσεις που ορίζονται στα άρθρα 1 και 4 του Ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α’). Δαπάνες που αφορούν τις δραστηριότητες καθώς και εισφορές που καταβάλλουν σε ταμεία ασφάλισης λόγω των δραστηριοτήτων αυτών, εφόσον για τις δραστηριότητες αυτές έχει εξαντληθεί η φορολογική υποχρέωση με την καταβολή του φόρου, δεν εκπίπτουν από τα τυχόν άλλα εισοδήματα του φορολογουμένου. Δεν επιβάλλεται ο φόρος σε περίπτωση αποδεδειγμένης αδράνειας του υποχρέου.
Στη διάταξη της παρ. 11 του άρθρου 33 ορίζεται ότι με αποφάσεις του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του άρθρου αυτού. Κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1029437/595/Α0012/ΠΟΛ. 1106/21.3.2000 υπουργική απόφαση με την οποία ορίστηκε ο αριθμός των δόσεων καταβολής του φόρου από τους πιο πάνω υποχρέους.
Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση το ποσό του οφειλόμενου φόρου καταβάλλεται σε δύο δόσεις, από τις οποίες η πρώτη ως την προτελευταία ημέρα λήξης της προθεσμίας υποβολής της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και το σχετικό τριπλότυπο καταβολής του φόρου επισυνάπτεται στην οικεία δήλωση φορολογίας και η επόμενη δόση ως την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του τρίτου μήνα από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας.
Από το ποσό του φόρου που οφείλεται αφαιρούνται τα ποσά του φόρου που έχουν παρακρατηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 του ΚΦΕ.
* Κατ’ αποκοπήν φορολογία πλανόδιων λιανοπωλητών και λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές: Με τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 33 του ΚΦΕ προβλέπεται κατ’ αποκοπήν φορολογία των επιχειρήσεων αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών και των επιχειρήσεων αποκλειστικά λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές. Ο τρόπος αυτός φορολογίας των επιχειρήσεων αυτών ίσχυσε ως και τη χρήση του 2002. Από τη χρήση του έτους 2003 οι επιχειρήσεις αυτές, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 13 του άρθρου 33, υποχρεούνται να προσδιορίζουν λογιστικώς το καθαρό εισόδημά τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του ΚΦΕ.
* Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων: Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 33 του ΚΦΕ, οι διατάξεις αυτού του άρθρου, δηλαδή οι διατάξεις με τις οποίες προσδιορίζεται κατ’ αποκοπήν καθαρό εισόδημα ή κατ’ αποκοπήν φόρος, έχουν ανάλογη εφαρμογή για τα πρόσωπα της παρ. 4 του άρθρου 2 του ΚΦΕ, δηλαδή για τις ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες, τις κοινωνίες αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, τις αστικές κερδοσκοπικές ή μη εταιρείες, τις συμμετοχικές ή αφανείς και τις κοινοπραξίες, οι οποίες τηρούν βιβλία Β’ κατηγορίας του ΚΒΣ ή τηρούν προαιρετικά Γ’ κατηγορίας βιβλία.
