Αρωμα Αργεντινής στο «Πολύτεχνο»

κωμωδία Αρωμα Αργεντινής στο «Πολύτεχνο» Ο σκηνοθέτης Βασίλης Νικολαΐδης μιλάει για το έργο του Ρομπέρτο Κόσα «La Nonna» που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα Μια οικογένεια ιταλών μεταναστών στο Μπουένος Αϊρες, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ''40. Η ανύπαντρη κόρη, τα δύο εγγόνια· ο ένας μεροκαματιάρης με μια γυναίκα δυναμική και μία κόρη, κι ο άλλος εργένης,

Αρωμα Αργεντινής στο «Πολύτεχνο»


Μια οικογένεια ιταλών μεταναστών στο Μπουένος Αϊρες, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’40. Η ανύπαντρη κόρη, τα δύο εγγόνια· ο ένας μεροκαματιάρης με μια γυναίκα δυναμική και μία κόρη, κι ο άλλος εργένης, καλλιτέχνης της δεκάρας που αρνείται να ενταχθεί στο σύστημα και να δουλέψει. Ανάμεσά τους μια φιγούρα που στοιχειώνει την καθημερινότητά τους ακροβατώντας ανάμεσα στο τραγικό και στο γελοίο: η νόνα. Για τον 64χρονο συγγραφέα της, τον Αργεντινό και άγνωστο ως σήμερα στην Ελλάδα Ρομπέρτο Κόσα, η εκατονταέτις γιαγιά ορίζεται από το κλίμα τρόμου που επικρατούσε στην Αργεντινή του ’77. Για εμάς τους υπόλοιπους, ταυτίζεται με κάτι διαχρονικότερο: την εξουσία.


Το «La Nonna» μετέφερε στη σκηνή του θεάτρου «Πολύτεχνο» ο Βασίλης Νικολαΐδης έχοντας μαζί του τον Δημήτρη Πιατά που την ανακάλυψε και ανέλαβε την παραγωγή, τον Κωνσταντίνο Τζούμα, τη Λυδία Λένωση, τη Μαρία Κανελλοπούλου, τον Παύλο Ορκόπουλο, την Εύα Καμινάρη, τον Γιώργο Ζιόβα. «Στην ανάγνωση εξηγήθηκε ακόμη και το “και”. Συζητήσαμε πολύ, και έτσι, όταν ανέβηκαν οι ηθοποιοί πάνω στη σκηνή, δεν υπήρξε θέμα τού να είναι ή όχι κωμικοί. Αυτό βγήκε από μόνο του, όπως στη ζωή».


­ Ενας σκηνοθέτης που ξεκίνησε όπως εσείς από τον χώρο του λυρικού θεάτρου συλλαμβάνει μουσικά και ένα έργο πρόζας;


«Τη «Νόνα» την “άκουσα” πολύ σύντομα με υπόκρουση ταγκό, αυτό όμως δεν συμβαίνει πάντα… Οταν αρχίζουν οι πρώτες αναγνώσεις βλέπω συνήθως εικόνες… Και τότε, ακόμη κι αν είναι θολές, ξέρω ότι η αναζήτησή μου έχει αρχίσει».


­ Δεν λειτουργείτε δηλαδή διαφορετικά όταν σκηνοθετείτε μια όπερα απ’ όταν ανεβάζετε ένα έργο πρόζας;


«Μα η πράξη η θεατρική είναι κοινή· οι κώδικες αλλάζουν. Ομολογώ ότι η πρόζα με ιντριγκάρει περισσότερο, όμως εκείνο που έχει σημασία και στις δύο περιπτώσεις είναι να βγαίνουν όλα σαν ένα χάδι, σαν μια πνοή… Η καλύτερη σκηνοθεσία εξάλλου είναι πάντα εκείνη που δεν φαίνεται!».


­ Στην περίπτωση της «Νόνας» θα μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο παίζεται με φόντο ηχητικό τον ρυθμό των 4/4, τον ρυθμό δηλαδή του ταγκό;


«Κοιτάξτε, ένα από τα ρίσκα που πήρα ήταν να προσθέσω ένα ταγκό στο τέλος του πρώτου μέρους, χειρονομία θεμιτή στην Αργεντινή, όπου το ταγκό εκφράζει τη ζωτική δύναμη που κρύβει ο άνθρωπος μέσα του. Στην παράσταση βέβαια μεταμορφώνεται σιγά σιγά σε ταγκό της… μασέλας! Υπονομεύεται δηλαδή από τις μασέλες της γιαγιάς, που στο τέλος τρώει τα πάντα, ακόμη και τη μουσική!».


­ Μπορείτε να μας συστήσετε τη Νόνα;


«Θα μπορούσε να είναι από τη δικτατορία ως την ίδια την πατρίδα ή ως το σύστημα… Ο,τι μπορεί ο καθένας να φανταστεί. Νομίζω ότι το έργο επιδέχεται πολύ νερό και σίγουρα δεν είναι ο συγγραφέας ή η παράσταση αυτή που θα δώσει τις απαντήσεις».


­ Ο Κόσα έγραψε το έργο αυτό το 1977, εσείς όμως το μεταθέσατε στο τέλος της δεκαετίας του ’40. Μπορείτε να μας εξηγήσετε το γιατί;


«Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια είναι, για μένα, η τελευταία περίοδος της μυθοπλασίας, η τελευταία εποχή όπου ο άνθρωπος κρατά ακόμη τους μύθους από τα πράγματα…».


­ Εγιναν άλλες «επεμβάσεις» στο πρωτότυπο;


«Τροποποίησα το φινάλε. Αν διαβάσετε το έργο, θα διαπιστώσετε ότι δεν είναι τόσο αποτρόπαιο. Εκεί, η Νόνα δεν τρώει τις σάρκες της αλλά ένα κομμάτι ψωμί! Σκέφθηκα όμως ότι σε αυτό το σπίτι όπου έχει καταβροχθίσει τα πάντα δεν είναι δυνατόν να αρκεσθεί πια σε ένα κομμάτι ψωμί. Εχει γίνει κάτι σαν την τίγρη· από τη στιγμή που γεύεται ανθρώπινο κρέας δεν μπορεί να φάει τίποτε άλλο!».


­ Εκτός από τον ρεαλισμό που εισπράττουμε σε ένα πρώτο επίπεδο από το έργο και που καθιστά, όπως σημειώνετε και στο πρόγραμμα της παράστασης, τον Κόσα έναν αργεντινό Ντε Φιλίππο, ποιο είναι το στοιχείο που τον μετατρέπει τελικά σε Ιονέσκο;


«Οι Λατινοαμερικανοί έχουν ούτως ή άλλως μια παράδοση στον υπερρεαλισμό και στην αλληγορία, αρχής γενομένης βέβαια από τους Ισπανούς. Πιστεύω όμως ότι ο Κόσα οδηγήθηκε από το ίδιο το θέμα του έργου σε μια αλλαγή ύφους. Από την πρώτη στιγμή άλλωστε υπάρχει κάτι στην ατμόσφαιρα του υπό διάλυση σπιτιού που υπονομεύει το κωμικό και που υπερβαίνει την ανώδυνη εικόνα της βουλιμικής γιαγιάς».


­ Πρόκειται δηλαδή για σάτιρα;


«Θα προτιμούσα τον όρο “μαύρη κωμωδία” ή “πικρή αλληγορία”. Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να την ανεβάσει με γκαγκς και ευτράπελα, εγώ όμως άφησα το ίδιο το κείμενο να με οδηγήσει, χωρίς να υπερτονίσω την κωμική ή την τραγική πλευρά του. Εμβάθυνα απλώς στις λέξεις με τον ίδιο τρόπο που θα δούλευα και έναν Τσέχοφ».


­ Πόσο κοντά βρίσκεται στη δική μας ιδιοσυγκρασία το έργο;


«Προσωπικά δεν βρήκα τίποτε στη «Νόνα» που να μην είναι οικείο, παρά το γεγονός ότι η αίσθηση που αποπνέει είναι σαφώς “εξωτική”. Στην ουσία ο Κόσα είναι συγγραφέας του ενός έργου, όμως, ξέρετε κάτι, κι αυτό δεν είναι λίγο… Είναι σημαντικό το ότι καταφέρνει να ξεπεράσει το προσωπικό του ιδίωμα και να μιλήσει με μια γλώσσα οικουμενική που σαφώς μας αφορά. Σε τι διαφέρει, για παράδειγμα, η οικογένεια αυτή των ιταλών μεταναστών στο Μπουένος Αϊρες από μια ελληνική οικογένεια της εργατικής τάξης που ζει στην Αθήνα την περίοδο της δικτατορίας;». Μιλούν οι πρωταγωνιστές


Δημήτρης Πιατάς


«Τη Νόνα τη μισώ. Ο χαρακτήρας της δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη ζωή και την προσωπικότητά μου. Ο ρόλος της όμως ήταν μια πρόκληση. Πρόκληση του να παίξω κάτι που θα ήταν έξω από εμένα. Τον Πιατά τον θέλουν συνήθως καλοκάγαθο και χαριτωμένο, αλλά ποτέ κακό. Από εκεί και πέρα, έπρεπε βέβαια να βρω την αλήθεια της. Η εξωτερική προσέγγιση είναι εύκολη όταν έχεις δίπλα σου τους αδελφούς Αλαχούζου και την Αφροδίτη Κουτσουδάκη. Την εσωτερική της όμως αλήθεια τη βρήκα στην παιδικότητα που επιστρέφει στο τέλος της ζωής της, χωρίς αυτό να είναι βέβαια αρκετό, γιατί η Νόνα δεν είναι μόνο μια αχόρταγη εκατονταέτις γιαγιά. Είναι η δημιουργός της οικογένειας, επομένως η ίδια η εξουσία, που τη χάνει τυπικά λόγω γήρατος για να τη διατηρήσει άτυπα μέσω μιας άλλης μορφής ελέγχου: της βουλιμίας..».


Κωνσταντίνος Τζούμας


«Τύπους σαν τον Τσίτσο τους συναντάς συχνά σε μια οικογένεια. Ζουν συνήθως στο περιθώριο, πειράζουν τη γιαγιά, τριγυρίζουν φορώντας φιλέ στα μαλλιά… Φτερό στον άνεμο είναι ο Τσίτσο· με ψίχουλα τρέφεται. Τα ταγκό που συνθέτει δεν πρόκειται να εκδοθούν ποτέ αφού ποτέ δεν τα ολοκληρώνει, όμως δεν αποτελεί στην πραγματικότητα βάρος για την οικογένειά του. Η εξαθλίωση η οικονομική και η ηθική στην οποία έχει οδηγηθεί αυτή η οικογένεια εξαιτίας της βουλιμικής Νόνας είναι απλώς τέτοια που ακόμη και το ελάχιστο την επιδεινώνει… Ο Τσίτσο όμως, παρά τους φανταστικούς κόσμους που πλάθει προκειμένου να αποφύγει τη δουλειά, δεν παύει να έχει και την προσωπική του γοητεία. Τα καταφέρνει τουλάχιστον να μείνει μέχρι τέλους πιστός σε αυτό που ο ίδιος έχει διαλέξει ως δρόμο ζωής».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version