Η Μονμάρτρη στο Μέγαρο
Μονμάρτρη, 1889. Στο καφέ κονσέρ που έχει ανοίξει ο ποιητής Ζεάν Σαραζέν, στον αριθμό 75 της οδού Μαρτύρων με το όνομα «Γιαπωνέζικο ντιβάνι», εμπνευσμένο πιθανόν από ένα ποίημα του Μαλαρμέ. Πίσω από τις μεταξωτές κουρτίνες, στο φως των φαναριών, η Υβέτ Γκιλμπέρ με μαύρα μακριά γάντια και μια φωνή τραχιά, δεμένη πια με τα «πικρά τραγούδια» που ερμήνευε. Ανάμεσα στους θαμώνες που συνωστίζονται στη χαμηλοτάβανη αίθουσα ο Λοτρέκ με τον εξάδελφό του Γκαμπριέλ Ταπιέ ντε Σελεϋράν και την παρέα τους. Γοητευμένος από την ψηλόλιγνη φιγούρα της Υβέτ ο Ανρί ντε Τουλούζ-Λοτρέκ θα της αφιερώσει δύο λευκώματα με λιθογραφίες αλλά καμία από τις αφίσες του, κάτι που θα κάνει με άλλα αγαπημένα του «μοντέλα», όπως η Τζέιν Εϊβριλ. Η πρωταγωνίστρια του καφέ κονσέρ «Ο κήπος του Παρισιού» δήλωνε ευγνωμονούσα, λίγο πριν από τον θάνατό της, ότι χρωστά τη φήμη της στον Λοτρέκ που σχεδίασε την πρώτη της αφίσα.
Οι γυναικείοι τύποι στέκονταν πάντα στο κέντρο του εικαστικού αλλά και του προσωπικού μικρόκοσμου του εκκεντρικού καλλιτέχνη. Στη διάρκεια της σύντομης ζωής του ο Λοτρέκ καταγράφει την καθημερινότητά τους με μια έντονη αίσθηση θεατρικότητας. Τις ακολουθεί στα «κλειστά σπίτια» της Μονμάρτρης, στα καφέ κονσέρ που κλέβουν την παράσταση στο νυχτερινό Παρίσι της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα, στα καμπαρέ, στα μιούζικ χωλ, στα θέατρα. Παλεύει να ανασυνθέσει την ευελιξία της μορφής τους και τις χρωματικές όψεις του απαγορευμένου κόσμου τους μέσα από την οικειότητα που του χαρίζει η θέση του φίλου και συντρόφου τους που έχει επιλέξει για τον εαυτό του. Οι πολύχρωμες αυτές γυναίκες της Μονμάρτρης, που διεκδικούν σήμερα μια θέση στη συλλογική μνήμη χάρη στις συνθέσεις του, προβάλλουν κυρίαρχες και στην έκθεση που αφιερώνει στο έργο του ιδιόμορφου δημιουργού το Μέγαρο Μουσικής. «Πρόκειται για μία από τις καλύτερες παγκοσμίως σειρές αφισών του καλλιτέχνη που αντιμετώπισε την αφίσα ως ένα είδος τέχνης» δήλωσε προς «Το Βήμα» η επιμελήτρια της έκθεσης, τεχνοκριτικός κυρία Εφη Ανδρεάδη, τονίζοντας: «Οι 30 αφίσες που εκτίθενται και αποτελούν το σημαντικότερο κομμάτι της δουλειάς του, αυτό δηλαδή στο οποίο έγκειται ο πρωτοποριακός χαρακτήρας της δημιουργίας του, ανήκουν στο Μουσείο Ιξέλ των Βρυξελλών. Τις απέκτησε ύστερα από δωρεά του Ζοζέφ Μποτ, ενός μανιώδους συλλέκτη που υπήρξε σύγχρονος του καλλιτέχνη. Πρόκειται για τυπώματα της εποχής του Λοτρέκ μόνο μία από τις αφίσες που θα δείτε είναι ανατύπωση και η πρωτοτυπία της έκθεσης στηρίζεται σε αυτό ακριβώς το σημείο. Στο ότι δηλαδή αυτή είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε τις αφίσες του στη σωστή τους κλίμακα και με τη σωστή τεχνική, γεγονός που μας επιτρέπει να ανιχνεύσουμε τους ποικίλους πειραματισμούς του καλλιτέχνη στις φαινομενικά αυθόρμητες συνθέσεις του όπως για παράδειγμα το πιτσίλισμα σταγόνων χρώματος με τη βοήθεια μικρών βουρτσών. Η ανατύπωση των αφισών του όλα αυτά τα χρόνια σε ακατάλληλο χαρτί, με άλλη κλίμακα και με χρώματα πλακάτα, τις έχουν αλλοιώσει σήμερα στην αντίληψη του κόσμου».
Οι 30 αφίσες του Λοτρέκ αναφέρονται στον κόσμο του θεάματος και των εκδόσεων, ενώ υπάρχουν και κάποιες καθαρά εμπορικού χαρακτήρα. Πλαισιώνονται από εννέα λιθογραφίες, μέρος των άγνωστων θησαυρών της Εθνικής Πινακοθήκης, οι οποίες έχουν εμφανώς επηρεαστεί, όπως και το σύνολο άλλωστε του έργου του, από τα τόσο δημοφιλή στην εποχή του γιαπωνέζικα χαρακτικά. Από την άλλη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν τα έργα του Λοτρέκ με θέμα το τσίρκο που περιλαμβάνονται στη μεγάλη έκδοση την οποία επιμελήθηκε μετά τον θάνατό του η μητέρα του για να κυκλοφορήσει σε ένα περιορισμένο αριθμό αντιτύπων. Μια περισσότερο ολοκληρωμένη επαφή με το «φαινόμενο Λοτρέκ» επιτρέπει η έκθεση φωτογραφικού υλικού τόσο από την εποχή του Παρισιού με «πρωταγωνιστές» πρόσωπα που τον ενέπνευσαν στις αφίσες του όσο και πρωτότυπων φωτογραφιών από το οικογενειακό του περιβάλλον. Πρόκειται για φωτογραφίες που παραχώρησε στο Μέγαρο μαζί με κάποια παιδικά του σχέδια, αντικείμενα και αναμνηστικά από τα χρόνια που πέρασε ο ζωγράφος στο Σατό ντι Μποσκ (σήμερα Οικογενειακό Μουσείο Λοτρέκ) η απόγονος της οικογένειας Λοτρέκ κυρία Νικόλ Ταπιέ ντε Σελεϋράν. Οψεις «μιας κινούμενης πραγματικότητας» που «αναβιώνει» επί δύο μήνες στο Μέγαρο Μουσικής μιας πραγματικότητας στην οποία ο Λοτρέκ συμμετέχει, όπως σημειώνει μεταξύ άλλων στον κατάλογο της έκθεσης η κυρία Ανδρεάδη, «με όλη την έμφυτη περιέργειά του και τη σχηματοποιεί με αμεσότητα και οξυδέρκεια. Οι εικόνες που γεννιούνται σε πίνακες και αφίσες είναι πολλές φορές ειρωνικά καυστικές, δεν ασκούν όμως πραγματικά κοινωνική κριτική […]. Ο Λοτρέκ περνάει μέσα από αυτή την “εξωτική χώρα” της παρισινής νύχτας με μια μεγάλη άνεση και μιαν “αριστοκρατική” χάρη. Αν στο στόχαστρό του είναι τις περισσότερες φορές οι αστοί, αυτό δεν σημαίνει ότι παθιάζεται για την ανατροπή των κοινωνικών δομών. Γι’ αυτό νομίζω ότι είναι λάθος όταν τον χαρακτηρίζουν “Ζολά της ζωγραφικής”. Αγχεται περισσότερο να περιφρουρήσει, παρ’ όλες τις φυσικές του αναπηρίες, την ανεξαρτησία του ως άτομο παρά να κάνει επανάσταση».
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
Η έκθεση «Τουλούζ-Λοτρέκ Η εποχή του σαν θέαμα» θα διαρκέσει ως τις 20 Ιανουαρίου. Επιμέλεια Εφη Ανδρεάδη, αρχιτεκτονική επιμέλεια Σόνια Χαραλαμπίδου-Διβάνη, Ειρήνη Χαραλαμπίδου, Χριστιανός Λασκαρίδης. Στο Μέγαρο Μουσικής (Βασ. Σοφίας και Κόκκαλη). Ωρες λειτουργίας: καθημερινά 10.00 – 18.00. Παράλληλα θα προβάλλεται η ταινία του Τζον Χιούστον «Μουλέν Ρουζ» και αποσπάσματα από τη νέα ταινία του Ροζέ Πλανσόν «Λοτρέκ».
