ΑΚΗΣ ΤΣΟΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΚΗΣ ΤΣΟΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Τι θα κάνει ο Ακης; Το αιώνιο ερώτημα Ι. Κ. ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗΣ ΤΟ ΒΗΜΑ δημοσιεύει μια σειρά πολιτικές προσωπογραφίες για τα πρόσωπα που θα κρίνουν την επόμενη πολιτική αναμέτρηση. Πρόσωπα του προσκηνίου και του παρασκηνίου, της πολιτικής και της παραπολιτικής, πρόσωπα της πρώτης γραμμής ή των πολιτικών επιτελείων, έχουν όλα ένα κοινό γνώρισμα: την ικανότητα με την απουσία τους ή την παρουσία

ΑΚΗΣ ΤΣΟΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Τι θα κάνει ο Ακης; Το αιώνιο ερώτημα


ΤΟ ΒΗΜΑ δημοσιεύει μια σειρά πολιτικές προσωπογραφίες για τα πρόσωπα που θα κρίνουν την επόμενη πολιτική αναμέτρηση. Πρόσωπα του προσκηνίου και του παρασκηνίου, της πολιτικής και της παραπολιτικής, πρόσωπα της πρώτης γραμμής ή των πολιτικών επιτελείων, έχουν όλα ένα κοινό γνώρισμα: την ικανότητα με την απουσία τους ή την παρουσία τους, με τη δράση τους ή την απραξία τους, να επηρεάσουν ή και να διαμορφώσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Προς τη μια ή προς την άλλη κατεύθυνση… Από αυτή την άποψη είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να διερευνήσει κανείς τα δεδομένα που τίθενται ενώπιόν τους, τις εισηγήσεις που δέχονται, τις επιδιώξεις και τις φιλοδοξίες τους. Ολα αυτά είναι άλλωστε που θα διαμορφώσουν τις τελικές αποφάσεις και τις επιλογές τους.



Λέγεται ότι πριν από έναν-δύο μήνες μια ομάδα βουλευτών προσκείμενων στον κ. Ακη Τσοχατζόπουλο συναντήθηκε για «ανταλλαγή απόψεων» στο γραφείο του υπουργού Αμυνας, στην οδό Ομήρου. Εκαναν μια επισκόπηση της κατάστασης, έκριναν τα τεκταινόμενα, είπαν και τα δικά τους, ώσπου έφθασαν στο κεφαλαιώδες και επίκαιρο ερώτημα «τώρα τι κάνουμε;». Η απάντηση δόθηκε λακωνικά και με τον πιο σαφή τρόπο:


«Παιδιά, ό,τι είπαμε είπαμε! Τώρα να κοιτάξουμε να ξαναβγούμε βουλευτές».


Ακόμη και αν η αφήγηση δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα, αντικατοπτρίζει πάντως το πνεύμα των στελεχών που πρόσκεινται στον κ. Ακη Τσοχατζόπουλο. Το γενικό πολιτικό κλίμα είναι καλό, οι προοπτικές νίκης του ΠαΣοΚ σημαντικές, τα παράπονα για εξοστρακισμούς έχουν κοπάσει και μάλλον προτιμούν να πάνε στις εκλογές εξυμνώντας παρά επικρίνοντας την ηγεσία τους.


Ποιος είναι ο λόγος αυτής της αιφνίδιας νομιμοφροσύνης; Εξαιρετικά απλός… Αν το ΠαΣοΚ νικήσει, θέλουν ένα μερίδιο της νίκης. Αν χάσει, δεν θέλουν καμία ευθύνη για την ήττα. Είναι ο ίδιος λόγος, ας πούμε, που κάνει την Ντόρα να επικροτεί τον Καραμανλή και τη Δαμανάκη να υποστηρίζει τον Κωνσταντόπουλο.


Αλλά υπάρχει και ένας πρόσθετος λόγος: πρέπει να ξαναβγούν βουλευτές. Δεν έχουν πια την πολυτέλεια να στέλνουν ψηφοφόρους στο ΔΗΚΚΙ (όπως λέγεται ότι έκαναν στις ευρωεκλογές…) ούτε να υποστηρίζουν «αντάρτες υποψηφίους» (όπως έγινε στις δημοτικές εκλογές…).


Πόσο μάλλον που, αν το ΠαΣοΚ κερδίσει τις εκλογές, είναι προφανές ότι το «ρήγμα του 1996» θα έχει κριθεί οριστικά. Το ζητούμενο γι’ αυτούς παύει να είναι η ανατροπή της πλειοψηφίας. Ενα υφυπουργείο θα τους αρκεί…


Και ο Ακης σε όλα αυτά; Είναι αλήθεια ότι μέσα σε αυτή την τετραετή πορεία ο υπουργός Αμυνας ουδέποτε συμπεριφέρθηκε ως οπαδός του εαυτού του. Ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές κράτησε την ψυχραιμία του, απέφυγε τη σύγκρουση, δεν θέλησε να περάσει στο στρατόπεδο της ανοιχτής αντιπολίτευσης. Εστω και μέσα από διφορούμενες διαδρομές. Δεν ήταν λίγες οι φορές στην Κεντρική Επιτροπή που οι υποστηρικτές του καταψήφιζαν κείμενα τα οποία ο ίδιος ο κ. Τσοχατζόπουλος είχε υπερψηφίσει ως μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου.


Οι «σημιτικοί», από την πλευρά τους, δυσκολεύονταν πάντα να ερμηνεύσουν αυτή την κατάσταση. Ηταν συνεννοημένη διγλωσσία; ή μήπως ο έλεγχος του Ακη στους οπαδούς του δεν ήταν απόλυτος; Ο,τι και αν συνέβαινε πραγματικά, το γεγονός είναι ότι ο υπουργός Αμυνας κατόρθωσε κάτι που στην αρχή έμοιαζε εξαιρετικά δύσκολο: έφθασε στο τέλος της τετραετίας διατηρώντας μια αυτοτέλεια αλλά και χωρίς να έχει διαρρήξει τις σχέσεις του με τον κ. Κ. Σημίτη και την πλειοψηφία του κόμματος. Οπως συνηθίζει να λέει ο «άσπονδος φίλος» του κ. Ευ. Βενιζέλος, «κατάφερε να μετέχει σε όλες τις αποφάσεις και να μην ευθύνεται για καμία!». Η συμμετοχή του στην ηγετική ομάδα της κυβερνητικής παράταξης ουδέποτε αμφισβητήθηκε και από κανέναν. Ούτε καν από τους πιο σκληρούς εσωκομματικούς αντιπάλους του.


Είναι αλήθεια ότι για τη συντήρηση αυτής της αξιότυπης σχέσης βοήθησε και η άλλη πλευρά. Ο κ. Κ. Σημίτης επεφύλαξε πάντα στον δις αντίπαλό του για την πρωθυπουργία και την αρχηγία του ΠαΣοΚ μια ιδιαίτερη μεταχείριση, χωρίς να του αναγνωρίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο που θα αμφισβητούσε ενδεχομένως τον δικό του. Του άφησε, για παράδειγμα, απόλυτη ευχέρεια δράσης σε ένα κρίσιμο υπουργείο αλλά, όταν θεώρησε ότι έπρεπε να παρέμβει (όπως στο θέμα της επιλογής πολεμικών αεροσκαφών…), το έπραξε χωρίς δισταγμό.


*Ελεγχόμενη αντιπαράθεση


Αυτή η ιδιαίτερη μεταχείριση κάλυπτε πολλούς τομείς. Στο συνέδριο, π.χ., ο κ. Τσοχατζόπουλος πριμοδοτήθηκε και από τους «σημιτικούς» για να βγει ψηλά στην Κεντρική Επιτροπή, ενώ στη συγκρότηση του Εκτελεστικού Γραφείου τού αναγνωρίστηκε η ευχέρεια να επιλέξει αυτός τα πρόσωπα που θα καταλάβουν τις θέσεις της μειοψηφίας.


Στις δημοτικές εκλογές οι πολιτικοί φίλοι του πήραν κατά κανόνα χωρίς καμία δυσκολία το επίσημο χρίσμα του ΠαΣοΚ, παρ’ όλο που η συμπεριφορά της εσωκομματικής αντιπολίτευσης σε ανάλογες περιπτώσεις δεν ήταν καθόλου άψογη. Γενικώς τα πράγματα κύλησαν επί τέσσερα χρόνια μέσα σε ένα ελεγχόμενο πλαίσιο, ακόμη και σε περιπτώσεις που έφθασαν στα όρια της ρήξης, όπως στο συνέδριο της Νεολαίας ΠαΣοΚ.


Αν όλα αυτά ίσχυσαν ως τώρα, τίποτε δεν αφήνει να εννοηθεί ότι θα πάψουν να ισχύουν εφεξής.


Κανένας δεν υποθέτει στο ΠαΣοΚ ότι ο κ. Τσοχατζόπουλος έχει υιοθετήσει μια «στρατηγική ήττας» ή ότι θα προσπαθήσει κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο να στείλει το κόμμα του στην αντιπολίτευση. «Δεν είναι το στυλ του Ακη!» υποστηρίζουν οι πολιτικοί του φίλοι. Και είναι αλήθεια ότι δεν επιχείρησε κάτι τέτοιο ακόμη και σε περιπτώσεις που φαινόταν ότι μπορούσε να έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας από σήμερα.


Υπάρχει όμως και ένας άλλος πιο ουσιαστικός λόγος: ότι μια νίκη του ΠαΣοΚ προσφέρει στον κ. Τσοχατζόπουλο πολλά, ενώ μια ήττα δεν του εξασφαλίζει τίποτε. Με άλλα λόγια, σε περίπτωση νίκης, ο σημερινός υπουργός Αμυνας θα εξακολουθήσει να εκφράζει το 30% του κομματικού μηχανισμού ενός κόμματος που ασκεί την εξουσία. Μια θέση που του εξασφαλίζει αυτή την «ιδιαίτερη μεταχείριση» για την οποία μιλούσαμε παραπάνω. Και αν υποθέσει κανείς ­ όπως είναι λογικό ­ ότι μια εκλογική νίκη του κ. Σημίτη θα βάλει οριστικά στο ψυγείο τις παλιές εσωκομματικές διαμάχες, ο κ. Τσοχατζόπουλος θα μπορεί να απεγκλωβιστεί από τον ρόλο του «ομαδάρχη» και να διεκδικήσει πλέον μια ευρύτερη παρουσία στο μετεκλογικό ΠαΣοΚ. Ούτως ή άλλως σε ένα ΠαΣοΚ που θα έχει κερδίσει τις εκλογές πολλά πράγματα θα διαμορφωθούν από την αρχή.


*Οι αρχηγικές φιλοδοξίες


Από την άλλη πλευρά, η ήττα δεν του εξασφαλίζει τίποτε. Αφενός δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι με την ήττα θα τεθεί θέμα διαδοχής του κ. Σημίτη. Ακόμη και ηττημένος, είναι προφανές ότι δεν μπορεί να βρεθεί εύκολα αντικαταστάτης του.


Αφετέρου, ακόμη και αν τεθεί θέμα διαδοχής του Σημίτη, δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι ο κ. Τσοχατζόπουλος μπορεί να θεωρηθεί ο αυτονόητος υποψήφιος. Το ΠαΣοΚ τού 2000 ελάχιστες σχέσεις έχει με το ΠαΣοΚ του 1996 και κυρίως διοικείται πλέον από μια πολιτική πλειοψηφία εντελώς διαφορετική. Την ίδια στιγμή είτε η νέα πλειοψηφία είτε η κυβερνητική θητεία έχει αναδείξει στελέχη όπως η κυρία Βάσω Παπανδρέου ή ο κ. Ευ. Βενιζέλος ή ο κ. Ι. Παπαντωνίου (για να πάρω τρία παραδείγματα…) που θα μπορούσαν ανέτως να διεκδικήσουν τη διαδοχή του κ. Σημίτη. Και με το πρόσθετο, λογικό επιχείρημα ότι από τη στιγμή που η ΝΔ άλλαξε γενιά στην ηγεσία της και έγινε κυβέρνηση, δεν μπορεί το ΠαΣοΚ ως αντιπολίτευση να παραμένει στα ίδια. Με άλλα λόγια, μια υποψηφιότητα Τσοχατζόπουλου δεν θα πρέπει απλώς να ανατρέψει μια υπάρχουσα πλειοψηφία αλλά και μια πειστική πολιτική λογική. Δεν θα είναι εύκολο…


Ηδη η αντιπαλότητα που έχει αναπτυχθεί μεταξύ του κ. Τσοχατζόπουλου και του κ. Βενιζέλου μπορεί τυπικώς να επικεντρώνεται στη διεκδίκηση των πρωτείων στη Θεσσαλονίκη αλλά ουσιαστικώς αποτελεί μια πρόγευση από το μέλλον. Υπάρχουν λοιπόν τόσες αβεβαιότητες ακόμη και σε περίπτωση ήττας του ΠαΣοΚ που θα καθιστούσαν μια «στρατηγική ήττας» ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη για τον Α. Τσοχατζόπουλο.


Οχι ότι δεν υπάρχουν τέτοιες εισηγήσεις. Μια μερίδα της εσωκομματικής αντιπολίτευσης (είναι αλήθεια όλο και πιο μικρή…) διακηρύσσει σχεδόν ανοιχτά ότι το ζητούμενο των εκλογών είναι «να ηττηθεί ο Σημίτης» και «να ξαναφτιάξουμε το ΠαΣοΚ από την αρχή».


Το πιθανότερο είναι ότι ο υπουργός Αμυνας δεν πρόκειται να τους ακούσει. Ακόμη και αν αυτοί μιλούν για «τελευταία ευκαιρία». Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα συνδράμει και πάλι στην επανεκλογή του ΠαΣοΚ αλλά θα κάνει και ό,τι μπορεί για να πάρει την πρώτη θέση στην Α´ Θεσσαλονίκης. Χωρίς πολύ ενθουσιασμό; Ισως! Αλλά αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιον.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version