ΠΡΕΣΠΕΣ

ΠΡΕΣΠΕΣ Κιβωτός ζωής και ομορφιάς Ανάμεσα στα καταπράσινα βουνά της Μακεδονίας μια απέραντη έκταση υδάτινης γαλήνης μεταφέρει τον επισκέπτη σε τόπους μυθικούς και απόμακρους. Τα πουλιά, τα μνημεία και οι εκπληκτικές εικόνες της φύσης κυριαρχούν ΡΑΧΗΛ ΧΑΟΥΑΡΝΤ «Η Πρέσπα ήταν ένας μεγάλος κάμπος γεμάτος χωριά και χωράφια και στη μέση είχε μια βρύση με δροσερό νερό. Μια

ΠΡΕΣΠΕΣ

Κιβωτός ζωής και ομορφιάς



«Η Πρέσπα ήταν ένας μεγάλος κάμπος γεμάτος χωριά και χωράφια και στη μέση είχε μια βρύση με δροσερό νερό. Μια μέρα δύο βοσκοί, αφού ήπιαν κι αυτοί και τα πρόβατά τους, αποκοιμήθηκαν και ξέχασαν τη βρύση ανοιχτή. Το νερό άρχισε να πλημμυρίζει την κοιλάδα και κανείς δεν μπορούσε πια να κλείσει τη βρύση, που λένε πως τρέχει ακόμη και γιομίζει τις λίμνες…».


Στο καφενείο του Αγίου Γερμανού ο παππούς αγνάντευε ένα τοπίο που έμοιαζε όντως παραμυθένιο: μια απέραντη έκταση υδάτινης γαλήνης ανάμεσα στα πυκνά, καταπράσινα βουνά της Μακεδονίας.


Η Πρέσπα ήταν ως πρόσφατα και για μένα ένας τόπος μυθικός, απόμακρος, κατοικημένος από χιλιάδες πουλιά και ελάχιστους ανθρώπους. Εθνικός δρυμός από το 1974, οι άρχοντες του βασιλείου της είναι οι πελεκάνοι, με ιπτάμενους αυλικούς τα 2.500 είδη πτηνών που πετούν ψηλά πάνω από τις τεράστιες καλλιέργειες φασολιών. Στην άκρη της Ελλάδας και συνάμα στην καρδιά των Βαλκανίων, εδώ διασταυρώνονται τα σύνορα Ελλάδας, Αλβανίας και FYROM. Η τοπική διάλεκτος είναι ενδεικτική του εθνογραφικού μωσαϊκού που αποτελείται από Βλάχους, Πόντιους, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τις γειτονικές χώρες.


Στις αρχές του αιώνα 10.000 κάτοικοι ήταν σκορπισμένοι στα 18 χωριά. Σήμερα στα 12 χωριά που επιβίωσαν μένουν συνολικά 1.200. Οι ασχολίες τους όμως παραμένουν αμετάβλητες: ψαράδες, βοσκοί και αγρότες, που η ζωή τους ακολουθεί τους αιώνιους ρυθμούς της φύσης. Ο τουρισμός εμφανίζεται σιωπηλά αλλά σταθερά, ξετυλίγοντας την ουρά του σαν χέλι που πλανιέται και μόλις ρυτιδώνει την επιφάνεια της λίμνης. Μερικοί που μπήκαν στο νόημα μετέτρεψαν την αυλή τους σε ψαροταβέρνα ή το σπίτι τους σε ξενώνα.


Η άλλη διάσταση της οικοπεριπέτειας


Ως το 1969 πάντως οι ξένοι χρειάζονταν βίζα για να επισκεφθούν τις Πρέσπες, ενώ οι ντόπιοι ήταν εφοδιασμένοι με ειδική ταυτότητα. Τώρα πλέον τα στρατιωτικά και αστυνομικά τζιπ περιπολούν τους ασφαλτοστρωμένους δρόμους προσπαθώντας να φράξουν τον χείμαρρο λαθρομεταναστών και λαθρεμπόρων από τη γειτονική Αλβανία. Στην Πρέσπα η έννοια της οικοπεριπέτειας αποκτά άλλη διάσταση. Οι οδοιπόροι στα ορεινά περίχωρα κινδυνεύουν περισσότερο από μια μοιραία συνάντηση με συμμορία Αλβανών παρά με μια άγρια αρκούδα.


«Φυλάμε σκοπιές για να μη μας κλέψουν τα ζώα και τις γυναίκες» ομολογεί ένας βοσκός, επιδεικνύοντας με υπερηφάνεια το τουφέκι του.


Η πρώτη μας εντύπωση ήταν απατηλά ήρεμη: όλες οι δυσχέρειες εξομαλύνονται το σούρουπο. Οι καμπυλωτές λίμνες απλώνονταν αισθησιακά στα πόδια μας. Ανεβήκαμε στον λόφο Καλέ καθώς ο ήλιος έβαφε μενεξελιά την ασημένια λίμνη, τα σοκολατένια χωράφια και τις χιονισμένες κορυφές. Τα αηδόνια μάς καλοδέχτηκαν κελαηδιστά. Από τον ερωτευμένο ταξιτζή όμως και τη φιλενάδα του τύχαμε μιας πιο ψυχρής υποδοχής.



Στον παραδοσιακό ξενώνα του Συνεταιρισμού των Αγροτισσών στον Αγιο Γερμανό η ξυλόσομπα ήταν ήδη αναμμένη και η ζεστασιά του δωματίου διπλή, χάρη στα χειροποίητα κεντήματα. «Εμείς οι γυναίκες χαιρόμαστε να περιποιούμαστε τους άλλους» χαμογελάει η Αλέκα στη ρεσεψιόν. «Εκτός από συμπλήρωμα στο εισόδημα ο ξενώνας μάς δίνει μια διέξοδο από τη ρουτίνα του νοικοκυριού. Εξάλλου οι γυναίκες είναι πιο έξυπνες και πιο δραστήριες από τους άντρες» συνεχίζει, κλείνοντας συνωμοτικά το μάτι της.


Η νυχτερινή αύρα μοσχοβολούσε… σουβλάκι. Ακολουθήσαμε την οσμή μέσα από έρημα πέτρινα σοκάκια δίπλα σε ένα ποτάμι γεμάτο πέστροφες ως την πλατεία του χωριού όπου ήταν συγκεντρωμένοι όλοι οι χωριανοί για το πανηγύρι του Αγίου Γερμανού. Ο χορός ήταν ήδη στο φούντωμα. Οι τσέπες του τραγουδιστή ξεχείλιζαν τσαλακωμένα πεντοχίλιαρα και ο ήχος του κλαρίνου δεν άφηνε τους λαχανιασμένους μπαρμπάδες να ξεκουραστούν. Οσο η νύχτα μίκραινε οι γλεντζέδες μεταφέρονταν τρεκλίζοντας στο βενζινάδικο στο διπλανό χωριό Λαιμός, όπου λειτουργεί τις μικρές πρωινές ώρες πατσατζίδικο. Δεν ξέρω αν έφταιγε η ρετσίνα αλλά είχα την εντύπωση ότι η σούπα μου μύριζε βενζίνη.


Ξύπνησα όμως περδίκι. Στους Ψαράδες, το μοναδικό ελληνικό χωριό στις ακτές της Μεγάλης Πρέσπας και το πιο αναπτυγμένο τουριστικά, ο Λάζαρος Χριστιανόπουλος καθάριζε γριβάδια στην αυλή της ψαροταβέρνας του. Σημαδεμένος από τη σκληράδα του τσοπάνου αλλά πράος σαν αρνί, σκούπισε τα γεμάτα λέπια χέρια του και προσφέρθηκε να μας ξεναγήσει στα βυζαντινά ασκητήρια που είναι καμουφλαρισμένα στις όχθες της λίμνης. Η απομόνωση σε συνδυασμό με το θείο τοπίο της Πρέσπας είχε προσελκύσει πλήθος πιστών χριστιανών κατά την Τουρκοκρατία.


Η μαύρη πλάβα του Λάζαρου γλίστρησε αθόρυβα πάνω στο νερό. Οι πλάβες ­ ξύλινες βάρκες επιστρωμένες με πίσσα ­ τείνουν προς εξαφάνιση γιατί αντικαθίστανται ραγδαία από πλαστικά πλεούμενα. Στεφανωμένη από μια αχτίδα ήλιου, μια άγια φιγούρα ζωγραφισμένη στον βράχο παρακολουθούσε προστατευτικά την ομαλή πορεία μας. Αποβιβαστήκαμε σε μια παρθένα παραλία, ανεβήκαμε μια πέτρινη σκάλα και βρεθήκαμε στο ασκητήριο της Παναγίας Ελέουσας, κρυμμένο σε μια σπηλιά. Οι φλόγες των κεριών μας τρεμόπαιζαν πάνω στις φθαρμένες τοιχογραφίες. Ο Λάζαρος κάθησε στο πεζούλι και μέτρησε με ευλάβεια τα αναθηματικά κέρματα που θα παρέδιδε αργότερα στον παπά στους Ψαράδες. Η λίμνη ακτινοβολούσε πίσω του και στο βάθος υψώνονταν δεσποτικά τα βουνά της Αλβανίας. Οι λευκές σημαδούρες που χωρίζουν τα σύνορα Ελλάδας – Αλβανίας χοροπηδούσαν σχεδόν ειρωνικά. «Εδώ η Ελλάδα ξεπερνάει την τελειότητα» είχε σημειώσει κάποιος στο βιβλίο επισκεπτών. Δεν είχε άδικο.


Η πανέμορφη Μικρολίμνη


Από σεβασμό για τις αγελάδες που βάδιζαν σαν ναρκωμένες ανάμεσά μας σε μια από τις πολλές ταβέρνες στους Ψαράδες αρνήθηκα να φάω το μοσχάρι κοκκινιστό. Απολαύσαμε όμως την απαραίτητη φασολάδα και μια λαχταριστή τσουκνιδόπιτα η οποία μόνο την πείνα μας «έτσουξε». Ψάρια λιμναία φάγαμε το βράδυ στην ταβέρνα του Χάσσου, τη μοναδική ταβέρνα της Μικρολίμνης που λειτουργεί επίσης ως μπακάλικο, καφενείο, ξενώνας, τηλεφωνικός θάλαμος, κέντρο πληροφόρησης και κουτσομπολιού.


Δυο γριές σαν ρυτιδωμένα κοράκια σταμάτησαν το πότισμα του διπλανού μπαξέ για να πιάσουν κουβέντα με την ξένη. «Πανέμορφη η Μικρολίμνη» συμφώνησε η κυρία Βικτωρία. «Αλλά όταν πεθάνουμε εμείς οι γιαγιάδες, θα πεθάνει και το χωριό μαζί μας. Ολα τα παιδιά μάς εγκατέλειψαν ­ στη Θεσσαλονίκη, στην Καστοριά, στη Γερμανία…».


Στην όχθη της λίμνης ένας νεαρός με αγγελικό πρόσωπο χάζευε ονειροπαρμένος το ηλιοβασίλεμα. Ο Αρσένης πώς και δεν είχε φύγει; «Εχω φύγει αρκετές φορές άλλα πάντα επιστρέφω. Δεν αλλάζω με τίποτα τη γαλήνη της λίμνης. Αν είχα όμως και ένα μηχανάκι για να πηγαίνω στο μπαράκι στον Λαιμό…». Μείναμε μαζί του ακίνητοι, υπνωτισμένοι, ακούγοντας τα βατράχια να φλερτάρουν αδιάκριτα στις καλαμιές, ώσπου διακρίναμε μονάχα τα φώτα της Πύλης στην απέναντι όχθη, που έμοιαζαν τόσο μακρινά όσο τα άστρα στον άπειρο βελούδινο ουρανό.


Τελικά υποκύψαμε στις ακατανίκητες μυρωδιές και στα χαχανίσματα που αιωρούνταν από το ταβερνάκι του Χάσσου. Οι θαμώνες έριχναν έκπληκτες ματιές στις δύο άγνωστες γυναίκες. «Από την Αθήνα; Βάλε κρασί στα κορίτσια να τις παρηγορήσουμε!» βροντοφώναξε ο μπαρμπα-Νίκος, ο καλαμπουρτζής της παρέας. Συνοδέψαμε το δυνατό κοκκινέλι με πηχτή ψαρόσουπα, λάχανο πολίτικο, ελιές και ψωμί. «Δεν πιστεύω να είστε τίποτα οικολόγοι;» ρώτησε ο μπαρμπα-Νίκος. Κουνήσαμε αρνητικά τα κεφάλια μας και αναστέναξαν όλοι μονομιάς. Οι αγρότες είναι δύσπιστοι προς τους οικολόγους που προστατεύουν τον εθνικό δρυμό, οι οποίοι εφαρμόζουν περιορισμούς που συχνά ούτε συμφέρουν ούτε βολεύουν τους ντόπιους. «Φυσικά είμαστε υπέρ του εθνικού δρυμού ­ είμαστε καθηγητές του χωραφιού! Η ζωή μας είναι συνυφασμένη με τη γη. Στην Πρέσπα όμως δεν ζουν μόνο πουλιά, ζουν και άνθρωποι».


Με λίγο κρασί παραπάνω και μια μεγάλη φέτα χαλβά γλυκάθηκαν πάλι οι καινούργιοι μας φίλοι και ξέχασαν τα βιοποριστικά τους προβλήματα. Στις 3.00 η ώρα ο Χάσσος άρχισε να χασμουριέται ευγενικά. Ο Αρσένης είχε ήδη τακτοποιήσει τον λογαριασμό μας.


Η σμαραγδένια νησίδα


Η σμαραγδένια νησίδα του Αγίου Αχιλλίου μοιάζει με μικρογραφία της Πρέσπας. Σαν ένας πλεούμενος παράδεισος με 27 κατοίκους και 11 σπίτια, ο μύθος λέει ότι αν χτιστεί δωδέκατο θα γκρεμιστεί ένα από τα ήδη υπάρχοντα. Ο Γιώργος Παρασκευόπουλος ωστόσο χτίζει απτόητος το πρώτο ξενοδοχείο του νησιού που θα φιλοξενήσει μεταξύ άλλων τους μουσικούς που δίνουν υπαίθριες συναυλίες στο νησί κάθε καλοκαίρι. Ως τώρα οι ελάχιστοι επισκέπτες έρχονται μόνο για να περάσουν την ημέρα. Δεν υπάρχει μπακάλικο ούτε καφενείο. Οι ντόπιοι καλλιεργούν τα απαραίτητα για τη τροφή τους και πού και πού σφάζουν κανένα ζώο. Η «χούφτα» των παιδιών που ζουν εκεί, πηγαίνει με βάρκα στο δημοτικό στους Ψαράδες ή περπατώντας ελαφρά πάνω στην παγωμένη λίμνη τον χειμώνα. Η πρόταση για την κατασκευή μιας γέφυρας για πεζούς που θα ενώνει το νησί με τη στεριά δεν αρέσει στους περισσότερους κατοίκους, προτιμούν να παραμείνουν εκτός κοινωνίας.


Ενα κοπάδι κατσίκια είχε κάνει κατάληψη στη μισογκρεμισμένη εκκλησία του Αγίου Αχιλλίου. Ναρκωμένη από υπερβολική δόση ομορφιάς, ξάπλωσα σε έναν λοφίσκο στρωμένο με μαργαρίτες. Οταν άνοιξα τα μάτια μου καθόταν δίπλα μου και με περιεργαζόταν μια βοσκοπούλα. Τα άτακτα κατσίκια ήταν δικά της. Περιπλανηθήκαμε ώρες με την Ελένη συζητώντας σαν παλιές φίλες. Παρά τα 36 της χρόνια ακτινοβολούσε μια παιδική αγνότητα. Μητέρα από 15 ετών με επτά παιδιά, το πιο μακρινό ταξίδι που έχει κάνει είναι στη Φλώρινα ­ οι υποχρεώσεις δεν αφήνουν περιθώριο για ταξίδια αναψυχής.


Στο βυζαντινό εξωκκλήσι όπου προσεύχεται κάθε πρωί αρχαιοκάπηλοι είχαν αφαιρέσει μερικές ανεκτίμητες εικόνες. «Τώρα πια κλειδώνουμε την εκκλησία. Κάποτε ο μόνος φόβος ήταν μήπως μπουν οι αγελάδες και βρωμίσουν τον ιερό χώρο!».


Η ζωή αλλάζει, οι ανάγκες αυξάνονται, η Ελένη όμως δεν υπέκυψε στον πειρασμό. Στο μονοπάτι της επιστροφής προς τον μικρό οικισμό μάζεψε ένα μπουκέτο αγριολούλουδα για τη μικρότερη κόρη της, την Αλίκη, η οποία μας περίμενε όλο χαρά στο κατώφλι του φτωχικού τους σπιτιού. Ενα ξεμαλλιασμένο σκυλί πήδηξε από το ανοιχτό παράθυρο για να μυρίσει τους νεοφερμένους. Οι κότες συνέχισαν αδιάφορες να ψαχουλεύουν στα σκουπίδια. Το μπουκέτο προσφέρθηκε με στοργική φροντίδα. Πώς περνάει άραγε η Αλίκη την ώρα της στη χώρα των θαυμάτων; Απάντησε χωρίς δισταγμό: «Βλέπω Μίκι Μάους στην τηλεόραση». Εκείνη τη στιγμή είδα στο παιδικό της πρόσωπο όλη την αντιφατικότητα της μαγεμένης αλλά και τόσο εύθραυστης Πρέσπας.


ΠΟΥ ΘΑ ΜΕΙΝΕΤΕ


Στον Αγιο Γερμανό: ζεστή φιλοξενία στους δύο ξενώνες του Αγροτουριστικού Συνεταιρισμού Γυναικών.


Τηλ.: 0385-51320, 51355.


Στους Ψαράδες: ο ξενώνας του Λάζαρου Χριστιανόπουλου «Η Συντροφιά» βρίσκεται στον μυχό της λίμνης. Τηλ.: 0385-46107. Το μοντέρνο Συνεταιρικό Ξενοδοχείο «Ψαράδες» διαθέτει πανοραμική θέα του χωριού.


Τηλ.: 0385-46015.


Στη Μικρολίμνη: ενοικιάζονται λίγα δωμάτια πάνω από τη γραφικότατη ταβέρνα του Γιώργου Χάσσου.


Τηλ.: 0385-45931.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version