Ενα βιβλίο για τον Μάρκο Βαμβακάρη, που δεν είναι βιογραφία ούτε όμως αυθαίρετη μυθοπλασία, περιγράφει τη σχέση του ρεμπέτη με τη Ζιγκοάλα. Ο γάμος τους εμφανίζεται ως ένα λάθος από το οποίο κανένας από τους δυο δεν μπορεί να ξεφύγει. Το βιβλίο παρακολουθεί την εξέλιξη του μουσικού από το 1932, όταν εργαζόταν στην κρεαταγορά, ως τον πόλεμο. Ο συγγραφέας του βιβλίου Γιώργος Σκαμπαρδώνης απαντά στις ερωτήσεις μας.
– Τι έρευνα κάνατε για να τεκμηριώσετε τη βιογραφία του Βαμβακάρη; «Η έρευνα αφορούσε όχι μόνο τα στοιχεία που υπάρχουν γύρω από τον Μάρκο Βαμβακάρη (αυτοβιογραφία, αφηγήσεις τρίτων, βιβλία, μνήμες) και την Ξακουστή Τετράδα του Πειραιώς αλλά και όλη την εποχή της πρώτης τριακονταετίας του 20ού αιώνα σε Αθήνα, Πειραιά, Σύρα, Θεσσαλονίκη κ.α., από άποψη πολιτική, κοινωνική, ιστορική, ναυτιλιακή, πολιτισμική. Τι συνέβη με τους πρόσφυγες, ποια ήταν η κυρίαρχη μουσική, τα ντυσίματα, τα μέσα συγκοινωνίας, οι τιμές των προϊόντων, τα πάντα. Σημασία έχει να αισθάνομαι ασφαλής όταν ξεκινάω να γράφω κάτι, αν και τελικώς σε μεγάλο βαθμό αυτοσχεδιάζω ή μειγνύω τα πράματα εντελώς ελλειπτικά. Αλλά θέλω να ξέρω τι συνέβη και ποιο είναι το όριο». – Από την αρχή του βιβλίου κάνετε σαφές ότι αναμειγνύετε τα στοιχεία της έρευνας με τη μυθοπλασία.Ποια όρια βάλατε στον εαυτό σας ώστε να είναι αληθοφανής η αφήγηση;
«Η έννοια του πραγματικού και η έννοια του φανταστικού είναι σχετικές. Το καθιστώ σαφές όμως από την αρχή ότι κάνω μυθοπλασία για να μη βγουν κάτι σχολαστικοί που ψάχνουν να βρουν ένα πραγματολογικό ή χρονολογικό λάθος και πουν ότι ο Μάρκος αυτό το τραγούδι το έγραψε το 1933 και όχι το ΄34 ή ότι εκείνη την ημέρα στη Λάρισα του 1938 έφαγε ρεβίθια και όχι φασόλια. Αυτά εμένα δεν με ενδιαφέρουν. Δεν είμαι ρεμπετολόγος ούτε ρεμπετολόγιος και δεν κάνω βιογραφία. Κάνω μυθιστόρημα δράσης».
– Το βιβλίο σας διαρθρώνεται ως συλλογή διηγημάτων με τον ίδιο ήρωα. Γιατί επιλέξατε τον κατακερματισμό της ιστορίας σε κεφάλαια λίγων σελίδων που διαβάζονται και ανεξάρτητα; «Το διήγημα δεν έχει καμία σχέση με αυτό το βιβλίο. Τα κεφάλαια είναι μικρά γιατί θέλω να είναι μικρά, να έχω γερό ρυθμό. Κάτι που μπορώ να πω με είκοσι λέξεις δεν το λέω με διακόσιες. Βάζω και επικεφαλίδες γιατί μου αρέσουν οι επικεφαλίδες. Θα μπορούσα να ενώσω άνετα και πέρα πέρα τα κεφάλαια και να φαίνεται ως μια δήθεν ενιαία αφήγηση. Αλλά σε κανένα μυθιστόρημα δεν υπάρχει ενιαία αφήγηση ή φυσικός χρόνος και τόπος. Ολα είναι αποσπασματικά, ελλειπτικά, θραυσματικά, κατά τρόπο αναπόφευκτο. Απλώς είναι δουλεμένο το κείμενο, γλωσσικά, λέξη λέξη, ως ποίημα ή διήγημα, γιατί έτσι, σε αυτό το στυλ, γράφω πάντα».
– Χρησιμοποιείτε εκφράσεις και λέξεις που δεν συνηθίζονται σήμερα. Πόσο δύσκολη είναι η αναβίωση μιας μάγκικης γλώσσας που δεν έχει τύχει λόγιας καταγραφής και μελέτης; «Η γλώσσα είναι η δουλειά μας. Οφείλω να ξέρω καλά την καθαρεύουσα (που τη χρησιμοποιώ, όπως είδατε, σε ορισμένα σημεία) αλλά και τη λαϊκή και την αργκό και τις ποικιλίες της βυζαντινής ή της σημερινής των νέων. Οι αποχρώσεις των καταστάσεων, των προσωπικοτήτων ή των στιγμών θέλουν κι άλλη απόχρωση λέξεων. Δεν μπορείς να βάψεις μια Ferrari με λαδομπογιά ούτε να κάνεις μακιγιάζ με καθαρό ασβέστη».
Ο ρεμπέτης και η Ζιγκουάλα
Ενα βιβλίο για τον Μάρκο Βαμβακάρη, που δεν είναι βιογραφία ούτε όμως αυθαίρετη μυθοπλασία, περιγράφει τη σχέση του ρεμπέτη με τη Ζιγκοάλα. Ο γάμος τους εμφανίζεται ως ένα λάθος από το οποίο κανένας από τους δυο δεν μπορεί να ξεφύγει. Το βιβλίο παρακολουθεί την εξέλιξη του μουσικού από το 1932, όταν εργαζόταν στην κρεαταγορά, ως τον πόλεμο. Ο συγγραφέας του βιβλίου Γιώργος Σκαμπαρδώνης απαντά στις ερωτήσεις μας. - Τι έρευνα κάνατε για να τεκμηριώσετε τη βιογραφία του Βαμβακάρη; ...

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.