«Είδατε, κύριε Μαρίνο, τι ωραία που τα καταφέρνει ο Καβάκο Σίλβα στην Πορτογαλία;» ρωτούσε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο Ανδρέας Παπανδρέου τον επί 33 έτη διευθυντή του «Οικονομικού Ταχυδρόμου». Η συνέντευξη γινόταν στο Καστρί. Το γραφείο κοσμούσαν και κάποιες πανοπλίες φυλάρχων από τη Λιβύη. Ο δημοσιογράφος αμφισβητούσε τον πολιτικό από τη δεκαετία του 1960 ακόμη, από τότε που είχε γίνει για πρώτη φορά υπουργός σε κυβέρνηση της Ενώσεως Κέντρου. Η σχέση τους ωστόσο ήταν βασισμένη σε μια άτεγκτη ειλικρίνεια.

«Κύριε πρόεδρε»,
είπε τότε ο Γιάννης Μαρίνος, «καθώς είμαστε ίδιες οικονομίες, έχουμε το ίδιο πάνω-κάτω βιοτικό επίπεδο και εν πολλοίς τα ίδια προβλήματα ανταγωνιστικότητος, γιατί δεν εφαρμόζετε και εσείς αυτή την επιτυχημένη συνταγή;». «Μακάρι να μπορούσα, κύριε Μαρίνο» του αντιγύρισε ο τότε πρωθυπουργός, «αλλά δεν μπορώ διότι εκείνος είναι δεξιός και εγώ σοσιαλιστής –άλλωστε δεν θα με αφήσουν οι σύντροφοί μου»…
Ο 83χρονος σήμερα Γιάννης Μαρίνος δεν ήξερε τότε πώς να αντιδράσει, ωστόσο «αυτή η απάντηση συμπυκνώνει το δράμα της Ελλάδος, ήξερε τι έπρεπε να κάνει αλλά δεν το έκανε επειδή δεν του το επέτρεπαν οι σοσιαλιστικές του ιδεοληψίες» υπογραμμίζει σήμερα ο ίδιος που μνημονεύει για τον απεγκλωβισμό μας τον κινέζο ηγέτη Ντενγκ Χσιάο Πινγκ: «Ασπρη γάτα, μαύρη γάτα, αρκεί να πιάνει ποντίκια».
Προσφάτως, ενώ προσπαθούσε να βάλει σε τάξη το χαώδες αρχείο του, που καλύπτει μια υπερπεντηκονταετή και ουσιαστικώς παρεμβατική διαδρομή στη δημοσιογραφία στα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη, έπεσε πάνω στο πρωτοσέλιδο της 8ης Σεπτεμβρίου 1966 του ιστορικού εντύπου. «Δανειζόμεθα από το εξωτερικόν διά να εξοφλούμεν τα χρέη μας προς το εξωτερικόν. Η Ελλάς έφθασε εις αδιέξοδον με τον συνεχή δανεισμόν και με την μη παραγωγική αξιοποίησίν του» διαπίστωνε προφητικά ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» την εποχή που ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου εγκαινίαζε την πολιτική των ασυγκράτητων παροχών τριπλασιάζοντας εν μιά νυκτί τους μισθούς όλων των δικαστικών.

«Καταλαβαίνετε γιατί συγχύζονται σήμερα, αυτή η καμπύλη που ξεκίνησε τότε και παγιώθηκε στη συνέχεια ως δημοκρατική κατάκτηση στα χρόνια του ΠαΣοΚ, ήταν συνεχώς αυξητική μέχρι που μπήκαμε στα μνημόνια»
λέει ο ίδιος. Ας προσέχαμε… τιτλοφορείται το νέο του βιβλίο όπου συγκεντρώνει –υπό μορφή επιστολών που υποτίθεται ότι του αποστέλλει ένας οργισμένος εργαζόμενος νέος από την επαρχία –πικρές προειδοποιήσεις, κείμενα που ως επί το πλείστον δημοσιεύθηκαν στο «Βήμα» κατά τη δεκαετία του 1990 και αφορούν την κρατική συγκρότηση, τη συμπεριφορά των πολιτών αλλά και των μέσων ενημέρωσης.

«Κυρίαρχη αιτία εξαιτίας της οποίας φθάσαμε ως εδώ ήταν ο άναρχος, ασύδοτος και υπέρμετρος δανεισμός»
συνεχίζει ο ίδιος και διαπιστώνει ότι η φιλελευθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας που έπρεπε να γίνει εδώ και δεκαετίες «υπό ομαλές συνθήκες και πιο εύκολα» γίνεται σήμερα «δυστυχώς υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες, γίνεται αναγκαστικά, με απάνθρωπο ενίοτε κόστος για πολλές ομάδες συμπολιτών μας».
Πρόκειται για μια συνέχεια του Κοινού νου (1993) που κυκλοφόρησε επίσης από τις εκδόσεις Παπαζήση. Το βιβλίο ανοίγει και κλείνει με ποιήματα. «Η υψηλή ποίηση συμπυκνώνει σε λίγους στίχους μια ολόκληρη κοσμοαντίληψη. Αυτό το «ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω» στα «Τείχη» του Καβάφη είναι ό,τι ζούμε σήμερα. Βρεθήκαμε μπλεγμένοι στα μνημόνια κι ούτε που το πήραμε είδηση! Αυτό προσπάθησα να κάνω με την αρθρογραφία μου, ανεπιτυχώς όπως αποδεικνύεται».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ