Οι μνήμες του Ιράκ στοιχειώνουν τις ΗΠΑ

Το Ιράν πλήττει υποδομές ώστε να αυξηθεί το κόστος του πολέμου και να είναι πολιτικά δύσκολο να συνεχιστεί - Το βασικό ερώτημα που κυριαρχεί στην Ουάσιγκτον είναι «πώς τελειώνει ένας πόλεμος στη Μέση Ανατολή»;

Οι μνήμες του Ιράκ στοιχειώνουν τις ΗΠΑ

Ουάσινγκτον, Ανταπόκριση
Πέτρος Κασφίκης

Από τον πόλεμο στο Ιράκ μέχρι το νέο μέτωπο στο Ιράν, η αμερικανική διπλωματία επιστρέφει στο ίδιο βασικό ερώτημα: πώς τελειώνει ένας πόλεμος στη Μέση Ανατολή; Κατά τις πρώτες συζητήσεις στην Ουάσιγκτον για την εισβολή στο Ιράκ το 2003, μια φράση του στρατηγού Ντέιβιντ Πετρέους έμελλε να μείνει στην Ιστορία. Την ώρα που τα στρατιωτικά επιτελεία επικεντρώνονταν στο πώς θα ανατραπεί ο Σαντάμ Χουσεΐν, ο Πετρέους φέρεται να έθεσε ένα πιο περίπλοκο ερώτημα, λέγοντας «πείτε μου πώς τελειώνει αυτή η ιστορία».

Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, το ερώτημα του Πετρέους εξακολουθεί να αντηχεί στην αμερικανική πρωτεύουσα. Μετά από διαδοχικούς πολέμους, την άνοδο και την πτώση του Ισλαμικού Κράτους, εκατόμβες νεκρών και καραβάνια προσφύγων, η Μέση Ανατολή βρίσκεται ξανά σε πόλεμο χωρίς σαφή χρονικό ορίζοντα, καθαρό στόχο και κυρίως χωρίς στρατηγική εξόδου.

Στην Ουάσιγκτον, το στρατιωτικό σκέλος της επιχείρησης περιγράφεται με σαφή τρόπο. Ο στόχος είναι η συστηματική αποδόμηση των βασικών πυλώνων της ιρανικής στρατιωτικής ισχύος. Η λογική είναι γνώριμη και περιλαμβάνει πλήγματα υψηλής ακρίβειας εναντίον εκτοξευτών, εργοστασίων και στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε συνδυασμό με μια συνεχή προσπάθεια εξουδετέρωσης των δομών των Φρουρών της Επανάστασης. Στρατιωτικά, η εκτίμηση του Πενταγώνου είναι ότι η αποδόμηση αυτών των δυνατοτήτων μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Το βασικό όμως ερώτημα δεν είναι τι μπορεί να καταστραφεί στο πεδίο της μάχης, αλλά τι θα ακολουθήσει.

Δύο παράγοντες θα κρίνουν τις εξελίξεις

Στους κύκλους της Ουάσιγκτον δύο παράγοντες εμφανίζονται όλο και συχνότερα στις αναλύσεις για την εξέλιξη της σύγκρουσης: οι αγορές και τα διαθέσιμα πυρομαχικά. Το Ιράν έχει ήδη δείξει πώς σκοπεύει να απαντήσει. Αντί να περιοριστεί σε επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ, έχει πλήξει επανειλημμένως στρατιωτικές βάσεις και διπλωματικά κτίρια των ΗΠΑ μαζί με ενεργειακές υποδομές στις χώρες του Κόλπου. Η λογική είναι σαφής. Να αυξηθεί το κόστος του πολέμου σε βαθμό που να γίνει πολιτικά δύσκολο να συνεχιστεί.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει παραδεχθεί ότι δεν περίμενε πως το Ιράν θα έβαζε στο στόχαστρο με τέτοια ένταση τις γειτονικές αραβικές χώρες. Η παραδοχή αυτή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Λευκός Οίκος δεν είχε καταρτίσει εκ των προτέρων σχέδιο για την εκκένωση των χιλιάδων αμερικανών πολιτών στην περιοχή, ενισχύει την εκτίμηση ότι η Ουάσιγκτον αιφνιδιάστηκε από την ασύμμετρη αντεπίθεση της Τεχεράνης.

Για τις ΗΠΑ, οι ενεργειακές αγορές αποτελούν επίσης έναν κρίσιμο παράγοντα. Μια παρατεταμένη άνοδος στις τιμές του πετρελαίου ή μια μεγάλη αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσε να τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια του Τραμπ. Αλλωστε δεν είναι μυστικό ότι ο αμερικανός πρόεδρος παρακολουθεί στενά αυτούς τους δείκτες.

Ο δεύτερος παράγοντας που θα καθορίσει την εξέλιξη της σύγκρουσης είναι ακόμη πιο πρακτικός γιατί αφορά τα αποθέματα όπλων. Στην ουσία πρόκειται για έναν αγώνα αντοχής. Τα ιρανικά drones κοστίζουν λίγες δεκάδες χιλιάδες δολάρια. Οι αναχαιτιστικοί πύραυλοι που χρησιμοποιούνται για να τα καταρρίψουν κοστίζουν εκατοντάδες χιλιάδες. Αν η σύγκρουση μετατραπεί σε πόλεμο φθοράς, η εξίσωση αυτή γίνεται προβληματική.

Αγώνας δρόμου για να εξαντληθούν τα αποθέματα

Η σύγκρουση αρχίζει έτσι να θυμίζει έναν αγώνα δρόμου για το ποιος θα εξαντλήσει πρώτος τα αποθέματα του αντιπάλου. Η Τεχεράνη μπορεί να επιχειρήσει να εξαναγκάσει τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους να χρησιμοποιήσουν μεγάλο αριθμό ακριβών αναχαιτιστικών πυραύλων για αμυντικούς σκοπούς ή για την καταστροφή εκτοξευτών και στρατιωτικών υποδομών. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα συστήματα δεν υπάρχουν σε απεριόριστες ποσότητες. Οπως άλλωστε έχει δείξει η εμπειρία της αμερικανικής βοήθειας στην Ουκρανία, οι χρόνοι παραγωγής είναι μεγάλοι και η αναπλήρωση των αποθεμάτων μπορεί να διαρκέσει μήνες ή και χρόνια.

Ο αμερικανός υπουργός Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ θέλησε να κατευνάσει αυτές τις ανησυχίες, διαβεβαιώνοντας ότι οι ΗΠΑ «δεν έχουν έλλειψη πυρομαχικών» και ότι είναι σε θέση να συνεχίσουν την επιχείρηση για όσο διάστημα χρειαστεί. Ωστόσο, η αμερικανική κυβέρνηση συγκάλεσε πρόσφατα σύσκεψη με τις μεγαλύτερες αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες για να εξεταστούν τρόποι επιτάχυνσης της παραγωγής πυραύλων και άλλων κρίσιμων πυρομαχικών.

Την ίδια στιγμή, υπό την ηγεσία του Χέγκσεθ, έχει ξεκινήσει μια ευρύτερη προσπάθεια αλλαγής του τρόπου με τον οποίο το Πεντάγωνο αγοράζει όπλα, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην ταχύτητα παραγωγής και στη δυνατότητα μαζικής κατασκευής, παρακάμπτοντας τις αγκυλώσεις που οδηγούν σε καθυστερήσεις.

Το θολό πολιτικό σχέδιο της Ουάσιγκτον

Παράλληλα, το πολιτικό σκέλος της σύγκρουσης παραμένει ασαφές. Ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι στόχος των επιχειρήσεων είναι η αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Τεχεράνης και όχι η άμεση ανατροπή του καθεστώτος την οποία, όπως είπε ο πρόεδρος Τραμπ στο αρχικό διάγγελμά του, θα αφήσει στον ιρανικό λαό. Σε άλλη περίπτωση, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός «μοντέλου Βενεζουέλας» για τη μετάβαση της εξουσίας, όπου ένα τμήμα του υπάρχοντος καθεστώτος θα μπορούσε να παραμείνει στη θέση του υπό την προϋπόθεση ότι η νέα ηγεσία θα έχει την έγκριση της Ουάσιγκτον.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι κινήσεις γύρω από το κουρδικό στοιχείο. Ο Λευκός Οίκος έσπευσε να διαψεύσει τα δημοσιεύματα που ήθελαν τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών να έχουν προσεγγίσει την κουρδική αντιπολίτευση στο Ιράν αλλά και την πολιτική ηγεσία του Ιρακινού Κουρδιστάν με στόχο να εξοπλίσουν μαχητές για να ανοίξουν ένα χερσαίο μέτωπο εντός του Ιράν. Αναγκάστηκε όμως να επιβεβαιώσει ότι ο πρόεδρος Τραμπ είχε τηλεφωνικές επαφές με την ηγεσία του Ιρακινού Κουρδιστάν. Επισήμως, οι συνομιλίες αφορούσαν ζητήματα που σχετίζονται με την αμερικανική στρατιωτική βάση στην περιοχή. Υπήρχε όμως μια λεπτομέρεια που προκάλεσε ερωτήματα. Ο πρόεδρος δεν μίλησε μόνο με την επίσημη κουρδική ηγεσία. Επικοινώνησε και με εκπροσώπους της αντιπολίτευσης. Αν το ζήτημα ήταν πράγματι μόνο η ασφάλεια μιας αμερικανικής βάσης, τότε γιατί χρειάστηκε να υπάρξει επαφή και με την αντιπολίτευση;

Η απάντηση δόθηκε εμμέσως πλην σαφώς από τον ίδιο τον Τραμπ, ο οποίος παραδέχθηκε ότι «θα ήταν υπέροχο» αν οι Κούρδοι έπαιρναν τα όπλα κατά του ιρανικού καθεστώτος και ότι ο ίδιος θα ήταν «απολύτως υπέρ» τους.

Ολα αυτά επαναφέρουν το ερώτημα του 2003. Το στρατιωτικό σκέλος ενός πολέμου μπορεί να σχεδιαστεί με ακρίβεια. Το πώς τελειώνει όμως ένας πόλεμος στη Μέση Ανατολή είναι πολύ πιο δύσκολο να προβλεφθεί.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version