Στο Μετόχι Επανομής Θεσσαλονίκης, η Χρυσούλα Σκορδίτη καλλιεργεί γη που κάποτε ήταν φτωχή και εξαντλημένη. Μαζί με τον σύζυγό της στοιχημάτισαν στη βιολογική γεωργία από το 1995, όταν ακόμα αυτό ήταν μια επιλογή που δύσκολα μπορούσες να εξηγήσεις στους γύρω σου – από έγνοια για το έδαφος, για τα παιδιά, για την τροφή που φθάνει στο τραπέζι των άλλων. Οι γνώσεις της από το επάγγελμα της λογίστριας που ασκούσε πριν γίνει αγρότισσα δεν πήγαν χαμένες.
Εβαλε σε τάξη τους λογαριασμούς, έγιναν επενδύσεις και η επιχείρηση στάθηκε στα πόδια της. Σε μια περίοδο που οι βιοκαλλιεργητές πωλούσαν τα προϊόντα τους σε λαϊκές αγορές σε καθεστώς ημιπαρανομίας, η ίδια πίστεψε ότι μπορεί να διεκδικήσει κάτι καλύτερο. Ανέλαβε την προεδρία της Ενωσης Αγροτών Βιοκαλλιεργητών Βόρειας Ελλάδας (ΕΑΒΒΕ), αφιερώνοντας ατελείωτες ώρες για να κάνει το όραμά της πραγματικότητα. Δεν διαψεύστηκε σε κανένα από τα στοιχήματα που έβαλε. Μιλώντας μαζί της, όμως, αυτό που μένει δεν είναι οι επιτυχίες αλλά η απλότητα του λόγου της και ένα χαμόγελο που ακτινοβολεί ήρεμη αισιοδοξία.
Ο λόγος που αποφάσισε να αλλάξει τα πάντα
Τα ψεκάσματα των λαχανικών με χημικά ήταν αυτό που έβαλε στη Χρυσούλα Σκορδίτη την ιδέα της μετατροπής του κτήματός της σε βιολογικό. Φορώντας ολόσωμες στολές – «σαν αστροναύτες» – ράντιζαν τα χωράφια δίπλα στο οικογενειακό σπίτι, εκεί που μεγάλωναν τα παιδιά. Μέσα από κουβέντες με άλλες αγρότισσες διαπίστωσε ότι δεν ήταν η μόνη που προβληματιζόταν: «Ανησυχούσαμε για τα δικά μας παιδιά αλλά και για τα παιδιά του κόσμου που έτρωγαν την τροφή που είχε ραντιστεί».
Η μετάβαση στη βιολογική γεωργία παρουσίασε εμπόδια, αλλά για την ίδια και τον σύζυγό της ήταν μονόδρομος. Αρχικά δοκίμασαν πολλές απογοητεύσεις λόγω μειωμένης παραγωγής και ασθενειών που αργούσαν να αντιμετωπιστούν. Πειραματίστηκαν με αγροοικολογικές πρακτικές, εφαρμόζοντας συγκαλλιέργεια: «Φυτεύουμε βασιλικό δίπλα στη μελιτζάνα και καυστικά όπως κρεμμυδάκια, σκόρδα που βοηθούν σε βακτηριακές και μυκητολογικές ασθένειες. Επίσης έχω φυτέψει τριανταφυλλιές που λειτουργούν ως δείκτες για ωίδιο και περονόσπορο». Τελικά η προσπάθεια απέφερε αποτελέσματα: «Αν αφήσεις τη φύση να κάνει τη δουλειά της, τα πράγματα βρίσκουν τον δρόμο τους».
Η λογίστρια που έγινε αγρότισσα – και δεν ξέχασε τους αριθμούς
Οι αριθμοί ασκούσαν γοητεία στη Χρυσούλα Σκορδίτη από τότε που ήταν μικρή. Αριστη στα μαθηματικά, επέλεξε αρχικά το επάγγελμα της λογίστριας, αλλά την κέρδισε τελικά η αγάπη για τη γη. Ελάχιστοι αγρότες σήμερα διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό για να κάνουν σωστή οικονομική διαχείριση και κυρίως κοστολόγηση των προϊόντων που παράγουν. Η ίδια το πέτυχε με επιμέλεια και ακρίβεια, και αυτό έκανε την επιχείρηση κερδοφόρα. «Ο,τι κάναμε το καταφέραμε χωρίς δανεισμό. Τα αυτοκίνητα, τα θερμοκήπια, το σπίτι, τα μηχανήματα – όλα αγοράστηκαν αποκλειστικά με κέρδη της επιχείρησης».
Από την ημιπαρανομία στη θεσμική αναγνώριση
Την άνεση με την οποία εκπροσώπησε για δέκα χρόνια τους Βιοκαλλιεργητές Βόρειας Ελλάδας την αποδίδει στην έμφυτη αυτοπεποίθησή της: «Δεν πρέπει να λέει κανείς “είμαι αδύναμη ως γυναίκα”. Είμαι δυνατός άνθρωπος και αυτή είναι η δουλειά μου. Κυρίως πρέπει να πατάς σταθερά στη γη». Θεωρεί μάλιστα ότι το φύλο της έπαιξε θετικό ρόλο: «Εισέπραττα σεβασμό για τις γνώσεις μου. Στις διασκέψεις στο υπουργείο, οι υπόλοιποι πρόεδροι, όλοι άνδρες, έλεγαν: “Ας ξεκινήσει να μιλάει η κυρία Σκορδίτη”». Οι ατελείωτες ώρες και τα ταξίδια στην Αθήνα τελικά έφεραν αποτέλεσμα: το 2019 οι λαϊκές αγορές βιολογικών προϊόντων απέκτησαν θεσμική αναγνώριση, επιτρέποντας σε εκατοντάδες παραγωγούς να πωλούν σε πλαίσιο που διέπεται από κανόνες.
Οι αγρότισσες φέρνουν μια διαφορετική ματιά
Οποιος έχει περάσει από την αγορά βιοκαλλιεργητών στη Θεσσαλονίκη παρατηρεί αμέσως την αισθητική και την τάξη που την ξεχωρίζουν: «Η ταυτότητα των αγορών μας οφείλεται σε μια προηγούμενη πρόεδρο, τη Δώρα Ευαγγελινού, που όρισε την ομοιομορφία: πάγκοι τριών μέτρων, ίδιες ομπρέλες». Η παρακαταθήκη της Χρυσούλας Σκορδίτη, ως μακροβιότερης προέδρου της Ενωσης, έδωσε με τη σειρά της ώθηση σε μια άλλη γυναίκα να αναλάβει θεσμικό ρόλο: «Δύο χρόνια αφού αποχώρησα, ανέλαβε η Αννα Αϊβαζίδη, πρόεδρος του Αυτοδιαχειριζόμενου Φορέα Αγορών Παραγωγών Βιολογικών Προϊόντων Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης
– μια γυναίκα με αγάπη για τη γη και όραμα για τις βιολογικές αγορές. Με τιμά που με ρωτά τη γνώμη μου και με ακούει».
Και οι νέες αγρότισσες αλλάζουν, δείχνοντας μεγαλύτερη ροπή στην επιχειρηματικότητα και την οικοτεχνία: «Εχω δει να μπαίνουν στον χώρο νέα κορίτσια, μορφωμένα, που ασχολούνται όχι μόνο με την παραγωγή αλλά και με τη μεταποίηση, που δίνει προστιθέμενη αξία στο προϊόν: σάλτσες, μπισκότα, ιδιαίτερα τρόφιμα, τα οποία συσκευάζουν και παρουσιάζουν με πολύ ωραίο τρόπο. Η γυναίκα έχει μια δημιουργικότητα που ο άνδρας δεν έχει».
Φύλακας σπόρων που χάνονται
Στον πάγκο της στη λαϊκή αγορά των βιοκαλλιεργητών στη Θεσσαλονίκη, η Χρυσούλα Σκορδίτη διαθέτει αυτή την εποχή το αφράτο «μακεδονικό» λάχανο και το «καλέμι», ένα λεπτόσχημο πράσο. Είναι ποικιλίες που έχουν εξελιχθεί σε βάθος χρόνου και έχουν προσαρμοστεί στις συνθήκες της ελληνικής γης. Αυτή τη στιγμή διατηρεί περίπου 20 ποικιλίες που έχουν χαθεί από τον αγρό, καθώς παγκόσμια επικρατούν πιο σύγχρονες και παραγωγικές εκδοχές. Κρατώντας δικό της σπόρο, μειώνει τα κόστη παραγωγής, αλλά εκτιμά πάνω από όλα τη διαφορετικότητα, τα χρώματα, τη γεύση και την ιστορία κάθε ποικιλίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι μπάμιες που καλλιεργεί: «Τον σπόρο τον βρήκα από έναν ηλικιωμένο κύριο στις Σέρρες που έβαλε αγγελία στο Διαδίκτυο. Διέθετε τέσσερις ποικιλίες – κόκκινη, πράσινη, άσπρη και μια φουσκωτή. Εδωσα 250 ευρώ για 240 γρ. σπόρου».
Προσωπικό της όραμα είναι να συνεργαστούν παραγωγοί παλιών τοπικών ποικιλιών με επιστήμονες γενετιστές για τη διάσωση και τη διάδοσή τους. Η ίδια συνεργάστηκε στενά με τον αείμνηστο Νίκο Σταυρόπουλο, γενετιστή και επικεφαλής της Ελληνικής Τράπεζας Γενετικού Υλικού στη Θέρμη Θεσσαλονίκης, για να μάθει να κρατά σπόρο. «Εχει δουλειά αυτό το κομμάτι. Και ο καταναλωτής πρέπει να εκπαιδευτεί για να εκτιμήσει τις παλιές ποικιλίες, αλλά και ο παραγωγός να αποκτήσει πρόσβαση σε σπόρο. Είναι δύσκολος στόχος, αλλά πιστεύω ότι σιγά-σιγά θα τον επιτύχουμε».