Υπάρχουν κάποιες σιωπές που είναι πιο εκκωφαντικές και από τον θόρυβο της πολύβουης μεγαλούπολης όπως η Αθήνα σε ώρα αιχμής. Αν τύχει να περπατήσει κάποιος αυτές τις ημέρες στην οδό Πειραιώς, στο ύψος του αριθμού 138, ίσως νιώσει ακριβώς αυτό. Μια παράξενη, ηλεκτρισμένη ησυχία. Πίσω από τους επιβλητικούς κόκκινους τοίχους του Μουσείου Μπενάκη, μέσα σε εκείνο το βιομηχανικό κέλυφος που έχει μάθει να συνομιλεί με τη σύγχρονη ιστορία της πόλης, συντελείται κάτι που μοιάζει λιγότερο με στήσιμο έκθεσης και περισσότερο με ιεροτελεστία. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, με μια διαδικασία πνευματικής ανασκαφής.
Κιβώτια που παρέμεναν ερμητικά κλειστά για χρόνια ανοίγουν με χειρουργική προσοχή. Χαρτιά που έχουν ποτίσει με τη μυρωδιά του χρόνου και της μνήμης ξεδιπλώνονται στο φως. Ξύλινες κατασκευές, ταλαιπωρημένες και περήφανες, που ταξίδεψαν από το γκρίζο Βερολίνο της δεκαετίας του ’70, στήνονται ξανά, διεκδικώντας τον χώρο τους στο σήμερα. Οι άνθρωποι του μουσείου κινούνται με την ευλάβεια εκείνων που γνωρίζουν ότι στα χέρια τους δεν κρατούν απλώς αντικείμενα τέχνης, αλλά τα θραύσματα μιας ολόκληρης ζωής.

Η Rolex θα υποστηρίζει συγκεκριμένες εκθέσεις του Μουσείου Μπενάκη, ξεκινώντας από τη μεγάλη αναδρομική «Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα», που θα εγκαινιαστεί στο Μουσείο Μπενάκη/ Πειραιώς 138 στις 11 Φεβρουαρίου.
Στις 11 Φεβρουαρίου η Αθήνα ετοιμάζεται να κλείσει έναν λογαριασμό που έμενε ανοιχτός για δεκαετίες. Η έκθεση με τίτλο «Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα» δεν είναι απλώς το εικαστικό γεγονός που θα μονοπωλήσει τις συζητήσεις, τα δημοσιεύματα και το ενδιαφέρον φιλότεχνων και μη. Είναι η μεγάλη αναδρομική έκθεση που μοιάζει με οφειλή στον επονομαζόμενο «Πρίγκιπα» της ελληνικής αβανγκάρντ. Σε εκείνο το «τρομερό παιδί» που έζησε στα άκρα, που μετέτρεψε την ίδια του την ύπαρξη σε έργο τέχνης και που, τελικά, κατάφερε να νικήσει τον χρόνο.
Αυτό το αέναο παιχνίδι της εικαστικής δημιουργίας με τον χρόνο λειτουργεί ως το ιδανικό πλαίσιο για την επίσημη ανακοίνωση της έναρξης της συνεργασίας του Μουσείου Μπενάκη με τη Rolex ως «Επίσημο Ρολόι του Μουσείου Μπενάκη» – ένα βήμα που διευρύνει ακόμη περισσότερο τον κύκλο των διεθνών συνεργασιών του.
Η τέχνη του «αέναου»
Η ρετροσπεκτίβα για τον Ακριθάκη δεν ανασύρει απλώς το έργο του πολυσήμαντου εικαστικού από τα αρχεία, αλλά επαναπροσδιορίζει τη σχέση μας με έναν μύθο που παραμένει εμφατικά επίκαιρος. Σε αυτό το απαιτητικό εγχείρηµα, το Μουσείο Μπενάκη, ένας πολιτιστικός θεσµός-θεµατοφύλακας µε πολυσχιδή παρουσία σχεδόν ενός αιώνα, ενώνει δυνάµεις µε τη Rolex, που µοιράζεται διαχρονικά το ίδιο πάθος για την αριστεία, τη δεξιοτεχνία, την αυθεντικότητα και τη διάρκεια.
Η συνεργασία του Μουσείου Μπενάκη με τη Rolex δεν είναι μια τυπική χορηγική σχέση. Αποτελεί μια σύμπραξη ουσίας, στο πλαίσιο της «Perpetual Arts Initiative» (Πρωτοβουλία «Αέναες Τέχνες») της ελβετικής ωρολογοποιίας που θα υποστηρίζει επιλεγμένες εκθέσεις στο Μπενάκη. Μια συνεργασία που ευθυγραμμίζεται και αναδεικνύει το όραμα του Μουσείου να προάγει την καλλιτεχνική έκφραση από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας και να συνδέει το πολιτιστικό αποτύπωμα της Ελλάδας με το διεθνές πολιτιστικό γίγνεσθαι. Παράλληλα, αντικατοπτρίζει τη μακροχρόνια προσήλωση της Rolex στις τέχνες μέσα από τη συνεπή παρουσία και στήριξή της σε έγκριτους πολιτιστικούς οργανισμούς, καταξιωμένους δημιουργούς και στιβαρές καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες ανά τον κόσμο.

Υπάρχει, σημειωτέον, μια γοητευτική αντίφαση στην πολυαναμενόμενη αναδρομική του Μουσείου Μπενάκη που δίνει τροφή για σκέψη. Ο Ακριθάκης ήταν ένας καλλιτέχνης που έμοιαζε να βιαζόταν. Ετρεχε να προλάβει τη ζωή, πάλευε με τον χρόνο, προσπαθούσε με τις γραμμές του να παγώσει τη στιγμή πριν αυτή χαθεί. Και τώρα το έργο του πλαισιώνεται και υποστηρίζεται από έναν οίκο που έχει ταυτίσει την ύπαρξή του με τη μέτρηση του χρόνου και την απόλυτη ακρίβεια.
Η λέξη αυτή, που αποκρυσταλλώνεται στα πολύτιμα καντράν των πιο διάσημων ρολογιών του κόσμου, αποκτά εδώ μια άλλη διάσταση. Τι είναι τελικά αυτό που μένει «αέναο»; Είναι η μνήμη. Είναι η τέχνη που αντέχει στη φθορά. Η Rolex, αναγνωρίζοντας τη σημασία του πολιτιστικού αποτυπώματος, δίνει στο Μουσείο Μπενάκη τη δυνατότητα να παρουσιάσει μια έκθεση διεθνών προδιαγραφών. Να φέρει έργα από το εξωτερικό, να δημιουργήσει σκηνογραφίες που αναδεικνύουν το υλικό, να εκδώσει καταλόγους που θα μείνουν.
Ο πρίγκιπας της ελληνικής αβανγκάρντ
Είναι παράξενο το πώς λειτουργεί η μνήμη. Ο Αλέξης Ακριθάκης (1939-1994) υπήρξε πάντα παρών, ακόμα και στην απουσία του. Το όνομά του έγινε συνώνυμο μιας μποέμ αισθητικής, μιας στάσης ζωής που φλέρταρε με την αυτοκαταστροφή και την απόλυτη ελευθερία. Ομως, όπως συμβαίνει συχνά με τους μύθους, η λάμψη της περσόνας κινδύνευσε να θαμπώσει την ουσία του έργου. Τον αγαπήσαμε πολύ ως φιγούρα, ως τον γοητευτικό επαναστάτη με το τσιγάρο στο χέρι και το μελαγχολικό βλέμμα, αλλά ίσως ξεχάσαμε να τον δούμε καθαρά ως δημιουργό.
Η έκθεση, που επιμελούνται η κόρη του Χλόη Ακριθάκη και ο ιστορικός τέχνης Αλέξιος Παπαζαχαρίας, έρχεται να διορθώσει ακριβώς αυτή την ασυμμετρία. Ο στόχος τους δεν είναι να αφηγηθούν άλλη μια φορά την πολυτάραχη ζωή του, αλλά να αφήσουν το ίδιο το έργο να μιλήσει. Να μας δείξουν ότι πίσω από τον μύθο υπήρχε ένας βαθιά σκεπτόμενος καλλιτέχνης, ένας εργάτης της φόρμας, ένας άνθρωπος με σπάνια παιδεία και οξυδέρκεια που κατέγραφε τη δόνηση της εποχής του με την ακρίβεια σεισμογράφου.
Ο τίτλος «Μια γραμμή κύμα» λειτουργεί ως κλειδί. Δεν θα δούμε μια στεγνή, χρονολογική παράθεση έργων. Θα δούμε ρυθμό. Θα δούμε πώς μια απλή γραμμή στο χαρτί μπορεί να γίνει λαβύρινθος, να γίνει κύμα, να γίνει βαλίτσα, να γίνει φως και τελικά να γίνει κραυγή.
Το ταξίδι ξεκινά, αναπόφευκτα, από την Αθήνα της δεκαετίας του ’60. Μια πόλη που βράζει, που αλλάζει πρόσωπο, που πολιτικοποιείται. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο νεαρός Ακριθάκης ανακαλύπτει τη δική του γλώσσα: το περίφημο «τσίκι-τσίκι». Για τους επιδερμικούς παρατηρητές, αυτό ήταν απλώς ένα αναγνωρίσιμο στυλ, μια μανιέρα. Για όσους όμως ξέρουν να κοιτούν βαθύτερα, το «τσίκι-τσίκι» ήταν μια υπαρξιακή ανάγκη.
Ηταν η απάντησή του στο κενό. Ο φόβος του άδειου χώρου τον ωθούσε να γεμίζει μανιωδώς κάθε τετραγωνικό εκατοστό του χαρτιού με μικροσκοπικά σχήματα, ανθρωπάκια, καραβάκια, λουλούδια και σύμβολα. Ηταν μια μορφή αυτόματης γραφής, ένας τρόπος να βάλει σε τάξη το χάος που είχε στο κεφάλι του. Φανταστείτε τον, σκυμμένο πάνω από το χαρτί, να σχεδιάζει ασταμάτητα, λες και αν σταματούσε το χέρι του, θα σταματούσε και η καρδιά του. Αυτά τα έργα, που θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε συγκεντρωμένα, δεν είναι απλώς ζωγραφιές αλλά ψυχογραφήματα. Είναι η καταγραφή μιας αγωνίας που μετουσιώνεται σε κάτι πανέμορφο και δαιδαλώδες, καλώντας τον θεατή να χαθεί μέσα στις γραμμές και να βρει τη δική του έξοδο.
Βερολίνο, η ύλη της νοσταλγίας
Το 1968, με υποτροφία της DAAD (Γερμανική Υπηρεσία Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών), ο Ακριθάκης αφήνει πίσω του τη χούντα και τον αττικό ουρανό και προσγειώνεται στο Βερολίνο. Μια πόλη χωρισμένη στα δύο, σκληρή, βιομηχανική, γκρίζα. Εκεί, η τέχνη του αλλάζει δέρμα. Το χαρτί δεν του φθάνει πια. Χρειάζεται κάτι πιο στέρεο, πιο τραχύ, για να εκφράσει τον εκτοπισμό του.

Στο κτίριο της οδού Πειραιώς θα δούμε να δεσπόζουν οι ξύλινες κατασκευές του. Εργα φτιαγμένα από ξύλα που μάζεψε, που έκαψε, που χάραξε. Και φυσικά, οι «Βαλίτσες». Αν υπάρχει ένα σύμβολο που ορίζει τον Ακριθάκη, αυτό είναι η βαλίτσα. Οχι η βαλίτσα του τουρίστα, αλλά η βαλίτσα του πρόσφυγα, του μετανάστη, του ανθρώπου που δεν ανήκει πουθενά. Οι βαλίτσες του είναι καμένες, είναι ζωγραφισμένες με έντονα χρώματα – μια προσπάθεια ίσως να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του ελληνικού καλοκαιριού μέσα στον βερολινέζικο χειμώνα – και συχνά έχουν καθρέφτες. Κοιτάζοντας μέσα τους, βλέπεις τον εαυτό σου. Βλέπεις ότι όλοι είμαστε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, περαστικοί.
Δίπλα στις βαλίτσες, τα έργα με τα λαμπάκια. Μια ιδιότυπη pop art μελαγχολία. Σαν ένα λούνα παρκ που έκλεισε και ξέμειναν τα φώτα ανοιχτά. Ο Ακριθάκης ήξερε να παίζει με το ευτελές, με το κιτς, και να του προσδίδει δραματικό βάθος. Να παίρνει το παιγνιώδες και να αποκαλύπτει τη θλίψη που κρύβεται από πίσω.
Το θάρρος της αλήθειας
Υπάρχει όμως ένα κεφάλαιο σε αυτή την έκθεση που απαιτεί ιδιαίτερη ψυχική προετοιμασία. Είναι η στιγμή που ο μύθος καταρρέει για να αποκαλυφθεί ο άνθρωπος στην πιο ευάλωτη στιγμή του. Οι επιμελητές, προς τιμήν τους, δεν φοβήθηκαν να αγγίξουν την περίοδο του εγκλεισμού στο Δρομοκαΐτειο.
Οταν η υγεία του κλονίστηκε και οι δαίμονες έγιναν πιο δυνατοί, ο Ακριθάκης δεν σταμάτησε να δημιουργεί. Αντιθέτως, βρήκε εκεί, ανάμεσα στους «τρελούς» και τους απόκληρους, τα πιο ειλικρινή μοντέλα της καριέρας του. Τα πορτρέτα των τροφίμων του ψυχιατρικού νοσοκομείου που θα δούμε είναι γροθιά στο στομάχι. Εξπρεσιονιστικά, ωμά, χωρίς ίχνος καλλωπισμού. Εδώ δεν υπάρχει το «τσίκι-τσίκι», δεν υπάρχει η κοσμοπολίτικη δυτικοευρωπαϊκή αύρα. Υπάρχει μόνο η αλήθεια του πόνου και της μοναξιάς. Είναι η απόδειξη ότι η τέχνη για τον Ακριθάκη δεν ήταν καριέρα. Ηταν ο τρόπος να αναπνέει.
Ραντεβού με τη μνήμη
Καθώς ο χρόνος στα καντράν της Rolex μετρά αντίστροφα για τα εγκαίνια της 11ης Φεβρουαρίου, η αίσθηση ότι η Αθήνα κοιτάζει το παρελθόν της όχι με νοσταλγία αλλά με κατανόηση μεγεθύνεται. Η έκθεση «Μια γραμμή κύμα» αποτελεί μια ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με έναν από τους πιο σημαντικούς έλληνες δημιουργούς, που έφυγε από τη ζωή το 1994, σε ηλικία 55 ετών. Να δούμε πέρα από τις ιστορίες και τη μυθολογία και να ανακαλύψουμε μέσα από 250 έργα έναν καλλιτέχνη που δούλευε σκληρά, που διάβαζε, που πονούσε και που μετέτρεπε την εσωτερική αναζήτηση σε ομορφιά.
Ο Αλέξης Ακριθάκης επιστρέφει σπίτι του και, τριάντα δύο χρόνια μετά, αποδεικνύεται πιο επίκαιρος και κυρίως πιο αληθινός από ποτέ. Η βαλίτσα του είναι ανοιχτή στην Πειραιώς 138 και μας περιμένει. Μας καλεί να επιβιβαστούμε σε αυτό το ταξίδι, να αφεθούμε στη ροή της γραμμής του που γίνεται κύμα και μας παρασύρει. Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 24 Μαΐου και όλα δείχνουν ότι θα αποτελέσει πολιτιστικό ορόσημο της φετινής χρονιάς, δίνοντας στο Μουσείο Μπενάκη και τη Rolex την ευκαιρία να σφυρηλατήσουν μια μακροχρόνια σύμπραξη που θα ενισχύσει την πολιτιστική δημιουργία στην Ελλάδα και παράλληλα θα αναδείξει το έργο σημαντικών καλλιτεχνών στο διεθνές κοινό.