Λυρικός τραγουδιστής με ιδιαίτερες ποιότητες, με ευρύ ρεπερτόριο που εκτείνεται από την όπερα ως το έντεχνο τραγούδι και με πληθωρική παρουσία στις ελληνικές αλλά και στις διεθνείς σκηνές, ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος επιστρέφει με έναν ξεχωριστό ρόλο: τον Φάλσταφ του Τζουζέπε Βέρντι, στην ομώνυμη παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στίβεν Λάνγκριτζ για την Εθνική Λυρική Σκηνή και όπου τη μουσική διεύθυνση έχει αναλάβει ο Πάολο Καρινιάνι.
Εναν Φάλσταφ που, όπως λέει και ο ίδιος στη συνέντευξη που μας παραχώρησε λίγο πριν από την πρεμιέρα του, δεν θα είναι η καρικατούρα που πιθανώς έχουμε δει σε άλλες παραγωγές, αλλά περισσότερο ένας υπαρξιακός ήρωας· ένας άνθρωπος που μέσα από την ήττα, τον αυτοσαρκασμό και το γέλιο υπερασπίζεται με πείσμα τη χαρά της ζωής.
Προ ημερών σάς έβλεπα στην τηλεόραση, στο Mezzo, σε μετάδοση παλαιότερης παραγωγής του «Φάλσταφ», από τη Λιλ. Εχετε ερμηνεύσει πολλές φορές τον ρόλο;
«Εκείνη ήταν η πρώτη φορά. Στην Ελλάδα θα είναι η δεύτερη. Εχω όμως τραγουδήσει πολλές φορές στην ίδια όπερα έναν άλλον ρόλο, εκείνον του Φορντ. Τον Φορντ τον έχω εξάλλου ερμηνεύσει προς ετών και στην παραγωγή της Λυρικής όπου τώρα κάνω τον Φάλσταφ».
Ο ευγενής Φορντ σάς έρχεται πράγματι γάντι. Αντιθέτως, ο κωμικοτραγικός Φάλσταφ μού δίνει την αίσθηση ενός κόντρα ρόλου, όχι;
«Ναι, κατά κάποιον τρόπο έχετε δίκιο. Είναι κόντρα ρόλος. Ομως, όσο περνάνε τα χρόνια, νομίζω ότι ο Φάλσταφ κι εγώ συναντιόμαστε ευκολότερα. Είναι ένας σερ, έχει και αυτός ευγενή χαρακτηριστικά και αυτό υπάρχει στο τραγούδι του. Εκεί τον συναντώ, στη μουσική, αλλά και ανιχνεύοντας συστατικά του χαρακτήρα του που αρχικά μπορεί να μη γίνονται αντιληπτά.
Εχω πλέον την εμπειρία που μου επιτρέπει να προσεγγίζω και ρόλους όπως αυτός, οι οποίοι με την πρώτη ματιά μοιάζουν να μη μου ταιριάζουν. Ξεκίνησα να εργάζομαι ως επαγγελματίας τραγουδιστής τον Μάιο του 1986. Ως χορωδός αρχικά και σύντομα εξελίχθηκα σε σολίστα. Συμπληρώνω δηλαδή 40 χρόνια σε αυτό το επάγγελμα. Υπάρχει μια σκηνική και φωνητική πείρα που με βοηθάει να βρω την κατάλληλη διαδρομή».
Και ποια είναι η διαδρομή που σας οδηγεί στον Φάλσταφ;
«Ξεκίνησα ως ελαφρύς λυρικός βαρύτονος. Με τα χρόνια κατάφερα να ερμηνεύσω ρόλους δραματικούς όπως ο Σκάρπια στην “Τόσκα”, ο Ιάγος στον “Οθέλλο”, ο Αθαναήλ στη “Θαΐδα” κ.ά. Αυτό έγινε με πολλή μελέτη, με την εμπειρία, αλλά και χάρη στον τρόπο με τον οποίο ωρίμασε η φωνή· ήταν μια διαδικασία σταδιακής εξέλιξης.
Ο Δημήτρης Πλατανιάς, που έχει από τη φύση του φωνή πιο δραματική, πιο ηρωική από τη δική μου, επομένως πιο κατάλληλη για το βαρύτερο ρεπερτόριο, μου έχει πει πως εκείνο που εκτιμά στην περίπτωσή μου είναι ότι τραγουδώ αυτούς, τους πιο δραματικούς ρόλους, χωρίς να προσπαθώ να παραστήσω τον δραματικό βαρύτονο· χωρίς να πιέζω και να επιβαρύνω τη φωνή μου όπως μπορεί να έκανε κάποιος άλλος. Αυτή είναι η διαδρομή που ακολουθώ και για τον Φάλσταφ.
Τον προσεγγίζω με τα δικά μου όπλα, τραγουδώντας με τον πιο φυσικό και αβίαστο τρόπο και αναζητώντας τα κατάλληλα χρώματα. Βεβαίως, για εμένα το όργανο δεν είναι μόνο η φωνή. Είναι το σύνολο των εκφραστικών μέσων που διαθέτω».
Τελικά, σε έναν ρόλο όπως ο Φάλσταφ, που προέρχεται από το θέατρο, προέχει το μουσικό κείμενο ή η σκηνική δράση;
«Ημουν και είμαι ερωτευμένος όχι μόνο με τη μουσική, αλλά και με το θέατρο και με τον χορό. Δηλαδή με την αίσθηση του σώματος και με την αίσθηση του λόγου. Ετσι, κάθε ρόλο, όπως και τον Φάλσταφ, δεν τον προσεγγίζω με μοναδικό εργαλείο τη φωνή μου, τον προσεγγίζω με όλο μου το είναι. Μουσική και θέατρο μαζί, για ένα όσο γίνεται πιο πλήρες αποτέλεσμα».
Πώς θα περιγράφατε τον εν λόγω ήρωα;
«Είναι ένας συγκλονιστικός, ένας πολύ μεγάλος ρόλος, ο τελευταίος μεγάλος ρόλος που έγραψε ο Βέρντι. Συνοψίζει όλη τη μεγαλειώδη πορεία του συνθέτη. Τώρα πια, και λόγω ηλικίας, καταλαβαίνω όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και σωματικά, θα έλεγα, τη φιλοσοφία και τη στάση ζωής του Φάλσταφ. Είναι ο άνθρωπος που βλέπει τα πράγματα όχι τόσο από την ελαφριά τους πλευρά, όπως μπορεί να θεωρήσει κάποιος σε πρώτο επίπεδο, όσο από τη φωτεινή τους πλευρά.
Σε όλα υπάρχει χιούμορ, με την έννοια του αυτοσαρκασμού. Σαν να βλέπουμε έναν Σαρλό σε πιο μεγάλη ηλικία. Ο Φάλσταφ μού αρέσει γιατί ενώ γνωρίζει πολύ καλά ποιος είναι και πώς είναι δεν το βάζει κάτω, επιμένει να φλερτάρει μέχρι τέλους, να διασκεδάσει και να γλεντήσει μέχρι τέλους. Διεκδικεί τη θέση που ονειρεύεται στη ζωή. Με το παράδειγμά του μας μαθαίνει να διεκδικούμε και εμείς ό,τι ονειρευόμαστε».
Μια αγαπημένη σας σκηνή; Που να αποκαλύπτει αυτές τις θετικές πλευρές του ήρωα;
«Λέει μια φράση την οποία βρίσκω εξαιρετική και πολύ βαθυστόχαστη. Ενώ έχει ηττηθεί για μία ακόμη φορά, έχει φάει χυλόπιτα, τον έχουν ρίξει στο ποτάμι και έχει γίνει περίγελος της κοινωνίας, ζητά από τον ταβερνιάρη ένα ποτήρι ζεστό κρασί και αποφαίνεται ξεκουμπώνοντας το γιλέκο του: “Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα απ’ το να πίνεις ένα ποτήρι κρασί και να ξεκουμπώνεσαι στον ήλιο”. Η πολύτιμη αίσθηση της χαράς της ζωής συμπυκνωμένη σε μια φράση: τα πράγματα είναι πολύ απλά, και η ζωή μπορεί να βιωθεί έτσι απλά. Ακόμη και αν έχεις περάσει του κόσμου τις δυσκολίες, την επόμενη στιγμή μπορείς να καθίσεις για να απολαύσεις ένα ποτήρι κρασί στη λιακάδα!».
Το μήνυμα ελήφθη, δεν είναι όμως πολύ δύσκολο να το εφαρμόσουμε στην πραγματική ζωή;
«Θέλει θάρρος. Είναι κατάκτηση, δεν είναι εύκολο να συμπεριφερθείς έτσι όταν σε έχουν απορρίψει δέκα λεπτά πριν. Αυτό το θάρρος έρχεται και με την πείρα της ζωής. Πρέπει να έχεις ζήσει πολλές απορρίψεις και να έχεις βρει τρόπο να προχωράς χωρίς αυτές να σε ακυρώνουν ή να σε ρίχνουν σε μαύρη κατάθλιψη. Το λέει και αυτό ο Φάλσταφ με το παράδειγμά του. Οπως λέει ότι “μπορεί να με κατηγορείτε και να με κοροϊδεύετε, αλλά αν δεν ήμουν εγώ η ζωή σας θα ήταν πολύ βαρετή. Αν δεν ήμουν εγώ, με αυτή την έξω καρδιά νοοτροπία, η ζωή θα ήταν πληκτική και ανούσια”. Ολοι καταλήγουν να συμφωνήσουν μαζί του, πριν να συναντηθούν πάνω από ένα μεγάλο τραπέζι, και αποφαίνονται ότι η ζωή τελικά είναι μια φάρσα: “Tutto nel mondo è burla”».
Αυτό δεν είναι απογοητευτικό ως συμπέρασμα;
«Δεν σημαίνει πως η ζωή δεν έχει αξία ή πως είναι άξια κοροϊδίας. Δεν λέει πως πρέπει να αρνείσαι τη σημασία της ζωής και τις ποιότητές της. Νομίζω πως το βαθύτερο νόημα είναι ότι πρέπει να βρίσκεις τους κώδικες για να μπορέσεις να περάσεις μέσα από όλες τις δυσκολίες. Εχει σοφία ο Φάλσταφ. Σε ψυχαγωγεί αλλά και σε βάζει να σκεφτείς πάρα πολλά πράγματα για τη ζωή σου. Μπορεί απλώς να γελάσεις όπως όταν βλέπεις μια κωμωδία με τον Λογοθετίδη, όμως, όπως και στην κωμωδία, έτσι κι εδώ αυτό είναι το πρώτο μόνο επίπεδο. Μην ξεχνάμε πως στον “Φάλσταφ” έχουμε τη συνάντηση του Σαίξπηρ, του λιμπρετίστα Αρίγκο Μπόιτο και του Βέρντι, τριών σπουδαίων ανθρώπων του θεάτρου, επομένως τριών ανθρώπων που έχουν πολύ βαθιά γνώση της ανθρώπινης ύπαρξης».
Ο ήρωας του Βέρντι εμφανίζεται στη σκηνή πληθωρικός και ογκώδης. Στην παράσταση της Λιλ έχουν καταφέρει να σας κάνουν να φαίνεστε πολύ παχύς. Στην παράσταση της Λυρικής;
«Και στις δύο παραγωγές εμφανίζομαι… παραγεμισμένος. (γελάει) Είναι απαραίτητο όταν έχεις τον δικό μου σωματότυπο, γιατί ο Φάλσταφ πρέπει να έχει όγκο. Αυτό όμως κάνει και πιο δύσκολη την κίνηση στη σκηνή. Εχω ερμηνεύσει τον Φορντ σε παραστάσεις όπου τον Φάλσταφ ενσάρκωναν ο Αμπρότζιο Μαέστρι, ο οποίος είναι πελώριος, ή ο Νικόλα Αλάιμο, που επίσης είναι σωματώδης. Και οι δύο – πολύ ευλύγιστοι και σωματικά και φωνητικά – με το που εμφανίζονταν στον χώρο τον καταλάμβαναν, έκαναν αμέσως εντύπωση με τον όγκο τους. Στη δική μου περίπτωση, στη Λιλ μού είχαν φτιάξει ένα σώμα από καουτσούκ που ήταν ελαστικό, ήταν όμως και βαρύ. Στην ελληνική εκδοχή χρησιμοποιείται βαμβάκι, που είναι πιο ελαφρύ».
Φωνητικά είναι δύσκολος ο ρόλος;
«Σε σχέση με άλλους ρόλους του Βέρντι που έχω ερμηνεύσει, όχι. Είναι γραμμένος πάνω στον λόγο, ουσιαστικά η φωνητική γραφή ακολουθεί πλήρως τη θεατρικότητα του λιμπρέτου, γεγονός που τον κάνει αρκετά βατό, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν έχει και τις παγίδες του. Εξάλλου, ποιος ρόλος είναι εύκολος;».
Και μετά τον «Φάλσταφ» τι;
«Πολλά και διάφορα. Πρόσφατα ήμουν στη Βουδαπέστη, όπου ηχογράφησα μια άγνωστη σήμερα όπερα του Ντελίμπ, τον “Jean de Nivelle”, η οποία θα κυκλοφορήσει στο άμεσο μέλλον. Στις 9 Μαρτίου συμμετέχω στο αφιέρωμα στον Αντώνη Καλογιάννη στο Παλλάς. Τον Απρίλιο τραγουδώ στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής την πρεμιέρα της όπερας του Αλκη Μπαλτά “Η λέξη”. Λίγο μετά, τον Μάιο, θα εμφανιστώ στο Μπορντό, στην όπερα της Ογκούστα Ολμές “La Montagne Noire”. Επονται δύο παραγωγές της Λυρικής, η “Μήδεια” στην Επίδαυρο, όπου θα ερμηνεύσω τον Κρέοντα, και η “Τραβιάτα” στην Αθήνα. Επειτα θα ταξιδέψω στο Μόντε Κάρλο για τη “Roma” του Μασνέ. Με περιμένει πολύ τρέξιμο!». (γελάει)
Παράλληλα έχετε και τις υποχρεώσεις σας στο Ολύμπια – Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας», του οποίου παραμένετε καλλιτεχνικός διευθυντής. Εκεί πώς πηγαίνουν τα πράγματα;
«Είμαι πολύ ευχαριστημένος από την ανταπόκριση του κοινού. Μεταξύ άλλων, αναγκαστήκαμε να προσθέσουμε παραστάσεις του “Καρυοθραύστη”, που χορογράφησε για εμάς η Χριστιάνα Στεφάνου, λόγω της μεγάλης προσέλευσης. Ηταν μια μεγάλη επιτυχία που, ειλικρινά, ακόμα και εμένα που πίστευα πολύ σε αυτή τη δουλειά με εξέπληξε. Δεδομένων των συνθηκών, τα καταφέρνουμε καλά ως προς το καλλιτεχνικό κομμάτι, ανεβάζουμε ωραίες, νομίζω, παραστάσεις, ο κόσμος έρχεται για να τις παρακολουθήσει και ακούμε θετικά σχόλια. Η δυσκολία αφορά πάντα το οργανωτικό και το οικονομικό κομμάτι, αλλά αυτά είναι στοιχεία προβληματικά για όλη τη χώρα, για να μην πω για όλον τον κόσμο. Τώρα πια οι περικοπές είναι πολύ σκληρές παντού και αυτό κάνει όλο και πιο δύσκολο το έργο των καλλιτεχνικών οργανισμών».
Σας ανησυχεί πολύ η κατάσταση όπως διαμορφώνεται;
«Το σκηνικό γύρω μας έχει αλλάξει και συνεχίζει να αλλάζει πολύ άσχημα, σχεδόν βίαια. Με τρομάζουν αυτά που συμβαίνουν, όπως, πιστεύω, και τους περισσότερους από εμάς. Ομως ο κόσμος εξακολουθεί να πηγαίνει στο θέατρο και στις συναυλίες. Στην Αθήνα, η Λυρική Σκηνή, το Μέγαρο, το Ολύμπια γεμίζουν και αυτό είναι εντυπωσιακό. Το κοινό διψάει, θέλει να παρακολουθεί καλές παραγωγές. Το λέω για να το ακούσουν εκείνοι που πρέπει να υποστηρίξουν και οικονομικά και θεσμικά τους ανθρώπους του θεάτρου, της μουσικής, του χορού. Για να μπορέσουν να συνεχίσουν».
INFO «Φάλσταφ»: Εθνική Λυρική Σκηνή, Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» (ΚΠΙΣΝ), στις 15, 18, 21 και 26 Φεβρουαρίου και στις 1 και 5 Μαρτίου.