Μετά το τέλος της ξενάγησης στην έκθεση για τα δέκα χρόνια του Μουσείου της Αρχαίας Ελεύθερνας στο Ρέθυμνο, η Παλόμα Πικάσο στέκει δίπλα στο έργο του πατέρα της, το «Φαύνος που ξεγυμνώνει γυναίκα που κοιμάται» (1936). Είναι το μοναδικό που παρέμεινε εκεί μετά το πέρας της έκθεσης «Pablo Picasso: Η χαρά της ζωής», η οποία πραγματοποιήθηκε στο μουσείο πριν από δύο χρόνια. Μια παρόμοια αναπαράσταση υπάρχει στο αμφίγλυφο ακριβώς δίπλα, το οποίο βρέθηκε στην ανασκαφή της Αρχαίας Ελεύθερνας. Ο Πάμπλο Πικάσο, αν και δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του στην Ελλάδα, είχε επηρεαστεί πολύ από την ελληνική μυθολογία και τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό.
«Γεννήθηκε στην Ανδαλουσία» θα μου επισημάνει αργότερα στην κατ’ ίδιαν συνάντησή μας η Παλόμα Πικάσο. «Η Μάλαγα είναι μια αρχαία πόλη, υπήρχε ήδη από την εποχή των Φοινίκων, των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Ετσι, προφανώς, για τον πατέρα μου και ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός αποτελεί κομμάτι από τις ρίζες του». Και συνεχίζει: «Θυμάμαι, υπήρχε στις ΗΠΑ, όταν ζούσα εκεί τη δεκαετία τού 1970, μια διαφήμιση που την έβρισκα εξαιρετική. Αυτό που έλεγε ήταν: “Καλώς ορίσατε πίσω στο σπίτι σας, στην Ελλάδα”. Ξέρετε, ούσα Ευρωπαία, και ειδικά από τη Μεσόγειο, νιώθω ότι προέρχομαι από την Ελλάδα με έναν τρόπο».
Αν αυτά τα λόγια έβγαιναν από το στόμα οποιουδήποτε άλλου, ίσως να τα προσπερνούσαμε ως τυπικές αβρότητες και φιλοφρονήσεις. Από την Παλόμα Πικάσο, όμως, ηχούν πέρα ως πέρα αληθινά, καθώς η σχέση της με την πατρίδα μας ξεκινά από πολύ νεαρή ηλικία και κρατά μέχρι σήμερα, ενώ υπήρξε και απολύτως καθοριστική για τα πρώτα επαγγελματικά της βήματα ως σχεδιάστριας κοσμημάτων.
Η γυναίκα η οποία μεγάλωσε σε ένα σπίτι με γονείς καλλιτέχνες, όπου οι πίνακες και τα γλυπτά του Πικάσο ήταν αντικείμενα ελεύθερα προς εξερεύνηση, έπρεπε από νωρίς να μάθει να ζει με τον μύθο που κουβαλά το επώνυμό της. Αυτό όμως δεν την εμπόδισε να δημιουργήσει τη δική της μεγάλη πορεία στον κόσμο της μόδας και του κοσμήματος.
Διατηρεί συνεργασία με τον οίκο Tiffany & Co. επί σχεδόν πέντε δεκαετίες, έγινε η μούσα του Ιβ Σεν Λοράν και του Καρλ Λάγκερφελντ, το κορίτσι σε ένα από τα πιο εμβληματικά πορτρέτα του Χέλμουτ Νιούτον και σύχναζε με άνεση στο Studio 54, παρέα με καλλιτέχνες-είδωλα, πολύ μεγαλύτερούς της σε ηλικία, όπως ο Αντι Γουόρχολ.
«Ημουν αρκετά νέα ώστε να μη δίνω σημασία σε όλα αυτά» μου απαντά όταν τη ρωτώ πώς ήταν τότε η ζωή της στη Νέα Υόρκη. «Τα πάντα όμως ξεκινούσαν από το ότι ήμουν υπερβολικά ντροπαλή. Από παιδί, όπου κι αν πήγαινα με έδειχναν και ψιθύριζαν. Ετσι, δημιουργούσα, μέσω της εικόνας μου εκείνης της εποχής, με τα εντυπωσιακά ρούχα, τα χρώματα και τα κοσμήματα, μια περσόνα πίσω από την οποία μπορούσα να κρυφτώ» παραδέχεται απλά στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στο BHMAgazino.
Η Παλόμα Πικάσο μιλάει για τη μυθιστορηματική ζωή της, για τον «ροκ σταρ» πατέρα της, για τα σχέδιά της στη διαχείριση της καλλιτεχνικής του κληρονομιάς μετά τον θάνατο του αδελφού της, Κλοντ, και για τη σχέση που διατηρεί με την Ελλάδα εδώ και δεκαετίες, με τον ήχο από τα τζιτζίκια να εισβάλλει δυναμικά ανά διαστήματα στην κουβέντα μας.
Συνεργάζεστε με τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, όμως διατηρείτε μια ιδιαίτερη σχέση με αυτό της Ελεύθερνας. Τι σας κάνει να επιστρέφετε εδώ;
Eνας από τους λόγους είναι ασφαλώς η φιλία μου με τον Νίκο Σταμπολίδη (σ.σ.: γενικό διευθυντή του Μουσείου Ακρόπολης και δημιουργό του Μουσείου Αρχαίας Ελεύθερνας). Hταν στενός φίλος μάλιστα και του αδελφού μου, του Κλοντ, πολύ πριν τον γνωρίσω εγώ προσωπικά. Θυμάμαι ακόμη πως πριν φύγει από τη ζωή ο Κλοντ, μάς είχε προτείνει να κάνουμε μια έκθεση μαζί. Συζητούσαμε διάφορες ιδέες.
Μετά τον θάνατο του αδελφού μου αισθανθήκαμε ότι έπρεπε να κάνουμε κάτι στη μνήμη του, καθώς εκείνος αγαπούσε βαθιά την Ελλάδα. Οταν αρχίσαμε να σχεδιάζουμε την έκθεση, η πρώτη μου σκέψη ήταν φυσικά ο Μινώταυρος. Ο Νίκος όμως μου είπε κάτι πολύ σωστό: “Θυμήσου ότι αυτή είναι η Ελεύθερνα, όχι η Κνωσός”. Εδώ το τοπίο, η αρχαιολογία και η σχέση με τη φύση είναι διαφορετικά. Υπάρχουν ο Παν, οι τράγοι, οι άνθρωποι της υπαίθρου. Ετσι επέστρεψα στο μουσείο, περπάτησα ξανά στις αίθουσες και άρχισα να βλέπω διαφορετικές συνδέσεις ανάμεσα στα έργα του πατέρα μου και στα αρχαία ευρήματα.
Πώς ξεκίνησε αυτή η στενή σας σχέση με την Ελλάδα;
Ηρθα πρώτη φορά το 1965, όταν ήμουν 16 ετών, με τη μητέρα και τον αδελφό μου. Θυμάμαι ότι γυρίσαμε με σκάφος όλες τις Κυκλάδες. Η Μύκονος τότε ήταν αγνώριστη σε σχέση με σήμερα. Υπήρχαν ελάχιστα μαγαζιά και έμοιαζε με ένα μικρό Σεν Τροπέ.
Για εμένα ήταν μια απίστευτη ανακάλυψη. Από τότε άρχισα να έρχομαι διαρκώς. Η μητέρα μας αγαπούσε πολύ την Ελλάδα και είχε πολλούς έλληνες φίλους στο Παρίσι. Εκείνη φύτεψε αυτόν τον σπόρο μέσα μας. Αργότερα ο αδελφός μου είχε αποκτήσει και σπίτι εδώ, στους Πεταλιούς. Δεν βρισκόμασταν πάντοτε εδώ μαζί, όμως η αγάπη για την Ελλάδα παρέμεινε κοινή.

Εδώ ξεκινήσατε ουσιαστικά την καριέρα σας.
Ναι, χάρη στον Αλέξανδρο Ιόλα. Τον θυμάμαι με τα χέρια του καλυμμένα από τον καρπό μέχρι τον αγκώνα με κοσμήματα, τα οποία μάλιστα δεν φαίνονταν, καθώς κρύβονταν κάτω από τα μανίκια του. Τα φορούσε για εκείνον, επειδή τα αγαπούσε. Εκείνη την εποχή είχα αρχίσει να σχεδιάζω. Εκείνος εκπροσωπούσε την Κλοντ Λαλάν, η οποία συνεργαζόταν με τον οίκο Ζολώτα.
Μια μέρα μου είπε: “Αφού σχεδιάζεις κοσμήματα, γιατί δεν κάνεις μια συλλογή από χρυσό στην Ελλάδα;”. Εγώ φυσικά απάντησα αμέσως “βεβαίως” και μου είπε να φέρω τα σχέδιά μου φτιαγμένα σε κερί. Εφυγα από τη συνάντηση προσποιούμενη ότι ήξερα ακριβώς τι εννοούσε, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχα ιδέα. Πήγα λοιπόν σε ένα κατάστημα και ζήτησα να αγοράσω κερί. Μου έδειξαν διάφορα και διάλεξα ένα όμορφο κερί μέλισσας.
Αγόρασα μερικά κομμάτια, πήρα και εργαλεία και για σχεδόν δύο μήνες δούλευα ασταμάτητα στο σπίτι, φτιάχνοντας μια ολόκληρη συλλογή από 10 ή 12 κοσμήματα με μεγάλη δυσκολία. Εφθασα στην Αθήνα, ένα καλοκαιρινό μεσημέρι. Το ραντεβού μου στον Ζολώτα ήταν στις 6 το απόγευμα. Οταν βρέθηκα εκεί και άνοιξα το κουτί με τα σχέδιά μου, είχαν λιώσει από τη ζέστη και είχαν παραμορφωθεί. Εμοιαζαν με τα ρολόγια στον πίνακα “Η εμμονή της μνήμης” του Νταλί.
Τότε μου εξήγησαν ότι φυσικά δεν χρησιμοποιούν κερί μέλισσας για τέτοιες δουλειές. Με πήγαν σε ένα εργαστήριο και μου έδειξαν το ειδικό κερί που χρησιμοποιούν οι χρυσοχόοι, το οποίο είναι τόσο σκληρό όσο το ξύλο. Ετσι ξεκίνησαν όλα. Πρέπει να ήμουν 20-21 ετών.
Πώς αποφασίσατε να ακολουθήσετε το συγκεκριμένο επάγγελμα;
Οπως οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι, δεν ήξερα ακριβώς τι ήθελα να κάνω. Σκέφτηκα να πάω σε σχολή καλών τεχνών, όμως κατάλαβα πολύ γρήγορα ότι με το επίθετό μου η ζωή μου εκεί θα ήταν πολύ δύσκολη. Εμαθα για μια σχολή κοσμήματος όπου η περίοδος φοίτησης διαρκούσε έναν χρόνο και διδάσκονταν οι βασικές τεχνικές. Αυτό μου ταίριαζε περισσότερο.
Οι γονείς μου ήταν και οι δύο εξαιρετικά εργατικοί άνθρωποι. Τους έβλεπα διαρκώς να δημιουργούν και έπρεπε κι εγώ να βρω τι θα κάνω.
Οι δημιουργίες σας, κόντρα στα κοσμήματα της εποχής, ήταν γεμάτες χρώματα και τολμηρά σχέδια. Ηταν μια επιρροή του πατέρα σας;
Φυσικά. Μεγάλωσα μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Ηταν η γλώσσα που μιλούσαμε καθημερινά. Γι’ αυτό και ποτέ δεν με συγκινούσαν ιδιαίτερα οι πολύτιμοι λίθοι. Για εμένα ένα κομμάτι κόκκινο γυαλί μπορεί να είναι εξίσου συναρπαστικό με ένα σμαράγδι. Δεν με ενδιαφέρει τόσο η αξία του υλικού όσο το χρώμα, η φόρμα και αυτό που εκφράζει.
Οπως το «μαρτάκι» που φοράτε στο χέρι σας…
Μου το χάρισε ο Γιώργης (σ.σ.: Μαγγίνης), ο επιστημονικός διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, πριν από περίπου έναν χρόνο και το φορώ από τότε. Υποτίθεται ότι πρέπει να πέσει μόνο του κάποια στιγμή. Για εμένα, τα μικρά πράγματα στη ζωή είναι εξίσου σημαντικά με τα μεγάλα.
Μεγαλώσατε μέσα σε ένα σπίτι όπου και οι δύο γονείς σας ήταν καλλιτέχνες. Πώς ήταν η καθημερινότητά σας;
Η τέχνη ήταν η καθημερινότητά μας. Ο πατέρας μας μάς άφηνε να παίζουμε με τα γλυπτά του, να ανεβαίνουμε πάνω τους. Αλλοι καλλιτέχνες ίσως να έλεγαν “μην αγγίζετε”. Ο πατέρας μου ποτέ. Το μόνο που μας απαγόρευε ήταν να πειράζουμε αντικείμενα που μπορούσαν να σπάσουν εύκολα, αλλά μας εμπιστευόταν. Πίστευε ότι ξέραμε πώς να συμπεριφερόμαστε απέναντι στα έργα τέχνης. Μεγαλώσαμε μέσα σε αυτόν τον κόσμο.

Photo Pierre Meunier-AFP-Visialhellas
Ηταν αυστηρός πατέρας;
Καθόλου (σ.σ.: γελάει). Ξέρετε, η μητέρα μου χώρισε τον πατέρα μου όταν ήμουν τεσσάρων ετών, οπότε μεγαλώσαμε μαζί της, αλλά τα καλοκαίρια τα περνούσαμε με εκείνον. Την πρώτη μέρα που φθάναμε, προσποιούνταν λίγο τον πιο τυπικό.
Μας ρωτούσε για το σχολείο, ενώ στην πραγματικότητα δεν τον ενδιέφερε καθόλου. Παραδεχόταν ότι και τον ίδιο, μικρό, δεν τον ένοιαζε καθόλου το σχολείο. Δεν ήθελε να κάνει τον δάσκαλο. Διδασκόμασταν από το παράδειγμά του. Στο σπίτι μας σημασία είχαν η δημιουργικότητα και η φαντασία.
Είναι αλήθεια ότι είχατε ακόμη και κατσίκα μέσα στο σπίτι;
Ναι! Προτού γεννηθώ υπήρχε ήδη μία. Αργότερα, όταν ήμουν περίπου οκτώ ή εννέα ετών, κάποιος χάρισε άλλη μία στον πατέρα μου. Δεν ξέρω γιατί. Προφανώς είχε πει ότι του άρεσαν. Ζούσε μαζί μας μέσα στο σπίτι και φυσικά ο πατέρας μου διασκέδαζε αφάνταστα να τη βάζει δίπλα στο γλυπτό της κατσίκας που είχε δημιουργήσει. Αγαπούσε, εκτός από τα ζώα, τα παιδιά. Τον γοήτευε η αθωότητά τους, ότι έβλεπαν τον κόσμο χωρίς προκαταλήψεις.
Οταν κατάλαβε ότι οι πίνακές του γίνονταν όλο και ακριβότεροι και οι νέοι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν ποτέ να τους αποκτήσουν, αποφάσισε να δημιουργήσει χαρακτικά σε περιορισμένα αντίτυπα και κεραμικά σε πολλαπλές εκδόσεις. Ηθελε οι νέοι να μπορούν να αγοράσουν ένα έργο του. Σήμερα, βέβαια, έχουν αποκτήσει και αυτά τεράστια αξία.
Ο κόσμος τον πλησίαζε διαρκώς, όπως και εσάς, από ό,τι διαπίστωσα και στο μουσείο.
Ο πατέρας μου ήταν απίστευτα προσιτός. Οταν μεγάλωσα συνειδητοποίησα ότι αυτό είναι ένα καθαρά ανδαλουσιανό χαρακτηριστικό. Επισκέφθηκα στα 24 μου για πρώτη φορά την Ανδαλουσία και εκεί, στον κόσμο, αναγνώρισα τον πατέρα μου, αλλά και εμένα την ίδια. Κάθε μέρα λάμβανε γράμματα από ανθρώπους που ζητούσαν βοήθεια. Αλλοι αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα, άλλοι είχαν κάποιο ατύχημα ή μια σοβαρή δυσκολία στη ζωή τους.
Ηξεραν ότι θα ανταποκριθεί. Ηταν εξαιρετικά γενναιόδωρος. Επίσης, αν πηγαίναμε σε ένα café και έρχονταν άνθρωποι ζητώντας αυτόγραφο, δεν έλεγε ποτέ “όχι”. Υπέγραφε για όλους και, στο τέλος, τους έκανε και ένα μικρό σχέδιο.
Το αστείο ήταν ότι μόλις έπαιρναν το αυτόγραφο, δεν έφευγαν, κάθονταν εκεί και τον κοιτούσαν. Αν πηγαίναμε, για παράδειγμα, στο Σεν Τροπέ, σε λίγα λεπτά σχηματιζόταν μπροστά μας ένα “τείχος” από ανθρώπους. Επειδή όμως ο ίδιος ήταν τόσο δοτικός και απλός, όλο αυτό δεν γινόταν ποτέ απειλητικό ή αγχωτικό για εμάς τα παιδιά. Ηταν πραγματικά σαν ροκ σταρ.
Ως παιδί, πώς το βλέπατε όλο αυτό;
Για εμένα, τότε, αυτό ήταν το φυσιολογικό, δεν ήξερα άλλη ζωή. Κατάλαβα ότι το να προσπαθείς να ξεφύγεις από τη δημοσιότητα είναι χειρότερο. Στα 16, όμως, σε μια φωτογράφιση για περιοδικό, είχα μάθει ότι την επόμενη ημέρα θα φωτογραφιζόταν και η Τζεραλντίν Τσάπλιν και επειδή αγαπούσα τον πατέρα της, ζήτησα να τη γνωρίσω.
Και τότε σκέφτηκα ότι, όπως εγώ θέλω τόσο πολύ να γνωρίσω την κόρη του Τσάρλι Τσάπλιν, έτσι και άλλοι άνθρωποι θέλουν να γνωρίσουν εμένα επειδή είμαι η κόρη του Πικάσο. Δεν με μειώνει αυτό. Είναι απολύτως φυσικό να θέλουν να πλησιάσουν αυτόν τον λαμπερό ήλιο.
Γίνατε όμως και η ίδια είδωλο. Πώς θυμάστε τις νύχτες στο Studio 54 με όλη εκείνη τη θρυλική γενιά των καλλιτεχνών;
Ημουν αρκετά νέα τότε, οπότε θεωρούσα όλο αυτό το σκηνικό φυσιολογικό. Οι άνθρωποι εκείνοι, όπως ο Ιβ Σεν Λοράν, ο Καρλ Λάγκερφελντ ή ο Αντι Γουόρχολ, ήταν περίπου δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτεροί μου. Με έβαλαν στον κόσμο τους, έμαθα πολλά από αυτούς και με ενθάρρυναν να παίρνω ρίσκα.
Πιστεύετε όμως ότι αν δεν είχατε αυτό το επώνυμο, θα είχατε ακόμη μεγαλύτερη αναγνώριση;
Οχι, επειδή πήγα στην Αμερική. Αν είχα μείνει στην Ευρώπη, ίσως να μην είχα την ίδια πορεία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες οι άνθρωποι γοητεύονται από τα μεγάλα ονόματα, όμως ταυτόχρονα γοητεύονται και από όποιον θέλει να δημιουργήσει. Προσπαθούν να βοηθήσουν.
Στη Γαλλία αν πεις “σκέφτομαι να κάνω αυτό” συνήθως θα ακούσεις αποτροπές. Στην Αμερική μπορεί κάποιος που γνώρισες πριν από δύο λεπτά να σου πει: “Εχω έναν ξάδελφο στο Σικάγο που κάνει κάτι παρόμοιο. Θέλεις να σας φέρω σε επαφή;”. Εχουν τελείως διαφορετική νοοτροπία.

Στο Ηρώδειο το 2023, για τη συναυλία «Όσα μας ενώνουν» των Μαρία Φαραντούρη και τη Ζιλφί Λιβανελί, μαζί με τη Μαρία Εμπειρίκου και τον Νικόλαο Σταμπολίδη.
Υπάρχει ακόμη αυτή η αισιοδοξία στη χώρα ή έχουν αλλάξει τα πράγματα;
Ο κόσμος έχει γίνει πιο δύσκολος παντού. Πιστεύω όμως ότι η ιστορία λειτουργεί σαν εκκρεμές. Τα πράγματα πηγαίνουν πολύ προς μία κατεύθυνση και μετά γυρίζουν προς την άλλη. Ελπίζω ότι θα υπάρξουν νέες ευκαιρίες για τους νέους ανθρώπους. Η ανθρωπότητα πάντα βρίσκει καινούργιους τρόπους να εκφράζεται. Και αυτό είναι κάτι πολύ καλό.
Σήμερα είστε ουσιαστικά εκείνη που διαχειρίζεται την καλλιτεχνική κληρονομιά του Πάμπλο Πικάσο. Πάνω σε τι δουλεύετε αυτή την περίοδο;
Είμαι απορροφημένη από ένα πολύ μεγάλο έργο με το Μουσείο Πικάσο στο Παρίσι, τη δημιουργία ενός κήπου γλυπτών. Πιστεύω ότι τα γλυπτά του Πικάσο δεν είναι όσο γνωστά θα έπρεπε. Ολοι λένε ότι είναι ο μεγαλύτερος ζωγράφος του 20ού αιώνα, αλλά και τα γλυπτά του είναι υπέροχα. Τα μεγάλα γλυπτά του υπάρχουν συνήθως σε μόλις δύο χυτεύσεις. Το ένα έμενε στον ίδιο και το άλλο στον έμπορο τέχνης.
Ετσι κατέληγαν σε μεγάλα μουσεία και ο κόσμος είχε ελάχιστες ευκαιρίες να τα δει. Σκεφτήκαμε, λοιπόν, να βάλουμε τα μεγάλα έργα στον εξωτερικό χώρο του μουσείου. Θα κάνουμε και νέες μεταθανάτιες χυτεύσεις με την έγκριση της οικογένειας και με την πώληση ορισμένων εξ αυτών θα χρηματοδοτηθεί το εγχείρημα της ανακαίνισης του μουσείου και η δημιουργία νέων αιθουσών για περιοδικές εκθέσεις. Σύντομα θα γίνει και διαγωνισμός για το ποιος αρχιτέκτονας θα αναλάβει την επέκταση του μουσείου.
Σκέφτεστε να επιστρέψετε στην Ελλάδα με κάποιο νέο πρότζεκτ;
Είχαμε εκδώσει έναν κατάλογο για την έκθεση στο Μουσείο Ελεύθερνας, σε συνεργασία με τον Πέτρο Γαϊτάνο από τις εκδόσεις Aμμος. Πριν από περίπου ενάμιση χρόνο είπαμε ότι είναι κρίμα που αυτός ο κατάλογος δεν είναι πλέον διαθέσιμος.
Το να τον επανεκδώσουμε ως έχει θα ήταν ανώφελο, αφού η έκθεση έχει ολοκληρωθεί. Ετσι, αποφασίσαμε να τον μετατρέψουμε σε ένα κανονικό, αυτόνομο βιβλίο. Μίλησα μαζί του και μου είπε ότι έχουν απομείνει μόλις δύο αντίτυπα στην αγορά και στο Διαδίκτυο η τιμή του έχει φθάσει ήδη τα 500 ευρώ! Μόλις ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα με το μουσείο στο Παρίσι, θα επικεντρωθώ σε αυτό το βιβλίο.
Θα μείνετε κι άλλο στην Ελλάδα ή θα επιστρέψετε στο σπίτι σας στη Λωζάννη;
Φεύγουμε με φίλους για Αθήνα και μετά θα πάμε στη Λέρο. Εχω πολύ καιρό να πάω και ανυπομονώ.
