Ο Ρόθκο στην Τοσκάνη

Μια έκθεση στο Palazzo Strozzi και σε γειτονικά ιστορικά κτίρια συνδέει τις δημιουργίες αφηρημένου εξπρεσιονισμού του κορυφαίου αμερικανού ζωγράφου με την κλασική φλωρεντινή παράδοση.

Στο πρώτο του ταξίδι στη Φλωρεντία βρέθηκε μπροστά σε μια πόλη που φαινόταν κρυσταλλωμένη στον χρόνο. Η ένταση και η ψυχολογική δύναμη των αναγεννησιακών έργων και των χώρων που τα φιλοξενούσαν τον σημάδεψαν βαθιά. Ηταν το 1950 και αυτή η εμπειρία δεν θα οδηγούσε τον Μαρκ Ρόθκο (1903-1970) στη μίμηση, αλλά σε μια μεταμόρφωση της οπτικής του γλώσσας. Τα έργα που θα προέκυπταν τελικά, όπως εκείνα που προορίζονταν αρχικά για το εστιατόριο Four Seasons του ουρανοξύστη Seagram στη Νέα Υόρκη ή για το Παρεκκλήσι Ρόθκο στο Χιούστον του Τέξας, δεν θέλησε ποτέ να λειτουργήσουν ως θρησκευτικά μνημεία ή σύμβολα, αλλά ως χώροι πνευματικής υπέρβασης και στοχασμού, με τον θεατή να καλείται να βιώσει τα συναισθήματα μέσα από το χρώμα και τον χώρο. Διότι η επίδραση της Αναγέννησης στο έργο του Ρόθκο, συγκεκριμένα οι λατρευτικές τοιχογραφίες του Φρα Αντζέλικο στο τέως μοναστήρι και νυν μουσείο του Αγίου Μάρκου και ο προθάλαμος της Λαυρεντιανής Βιβλιοθήκης που σχεδιάστηκε από τον Μιχαήλ Αγγελο, δεν υπήρξε ποτέ εμφανής στην τεχνική ή τις μορφολογικές του αναζητήσεις. Η συγγένεια ήταν αόρατη: συνδεόταν, και ακόμα συνδέεται, με την ένταση της ψυχολογικής εμπειρίας και την υπερβατική κατάσταση που μπορεί κανείς να βιώσει μπροστά σε ένα έργο τέχνης.

Η έκθεση με τίτλο «Rothko in Florence» (έως τις 23/8) στο Palazzo Strozzi της Φλωρεντίας, το μεγαλοπρεπές κτίριο και πρώην παλάτι του 15ου αιώνα, αναδεικνύει τις πηγές επιρροής στο έργο του κορυφαίου εκπροσώπου του αφηρημένου εξπρεσιονισμού στην Αμερική. Πρόκειται για μια αναδρομική παρουσίαση της καλλιτεχνικής του πορείας, επιμελημένη από τον γιο του, Κρίστοφερ Ρόθκο, και την επιμελήτρια σύγχρονης τέχνης Ελενα Γκέουνα, που δίνει έμφαση στη μοναδική σχέση του ζωγράφου με τη Φλωρεντία και στην επίδραση της ιταλικής τέχνης στη συνολική εξέλιξη του έργου του. «Δεν πρόκειται για μια έκθεση όπου βλέπει κανείς τον Ρόθκο να έχει σχεδιάσει κάθε πλατεία ή τους λόφους της Φλωρεντίας. Περισσότερο αφορά όσα αποτυπώθηκαν στη σκέψη και τη φαντασία του» δηλώνει ο συνεπιμελητής της έκθεσης και μικρότερο παιδί του καλλιτέχνη, Κρίστοφερ Ρόθκο, στην εφημερίδα «The New York Times». Οπως αναφέρει στον κατάλογο της έκθεσης η άλλη επιμελήτρια, Ελενα Γκέουνα, οι καλλιτέχνες της πρώιμης Αναγέννησης στη Φλωρεντία πίστευαν ότι «η γεωμετρία αποτελούσε ένα μονοπάτι προς τη χάρη, οι αναλογίες μπορούσαν να αντανακλούν μια θεϊκή τάξη και η τοποθέτηση του χρώματος επάνω σε έναν τοίχο μπορούσε να μεταμορφώσει την ψυχή».

Αυτή την πνευματική και ανθρώπινη ανάγκη επικοινωνίας, που προέρχεται από την ευρωπαϊκή καλλιτεχνική παράδοση, ο Ρόθκο θέλησε να τη μεταφέρει στη μεταπολεμική τέχνη της Νέας Υόρκης. Τα ταξίδια του στην Ιταλία ήταν συνολικά τρία – το 1950, το 1959 και το 1966. Στη Ρώμη εντυπωσιάστηκε από τα διαδοχικά στρώματα αρχιτεκτονικής ιστορίας, κάτι που, σύμφωνα με τον γιο του, καθόρισε την απλοποίηση και τη δομή των μεγάλων χρωματικών επιφανειών στους πίνακές του. Στην Πομπηία τον επηρέασαν κυρίως οι βαθιά κόκκινες αποχρώσεις των τοιχογραφιών στις αρχαίες επαύλεις, οι οποίες ενίσχυσαν τη χρήση των έντονων, εμβυθιστικών χρωμάτων στο έργο του. Στην Ποσειδωνία (Paestum), στην επαρχία του Σαλέρνο νότια της Νάπολι, γοητεύτηκε από τους δωρικούς ναούς της αρχαίας ελληνικής αποικίας και μετάφερε τη λιτότητα της αρχιτεκτονικής του σε ορισμένα έργα του.

Τριχοτομημένη έκθεση

Ακριβώς λόγω αυτών των επιρροών, η έκθεση εκτείνεται σε τρία σημεία της Φλωρεντίας, δημιουργώντας ένα δίκτυο χώρων που συνδέουν τον ζωγράφο με την ιστορία και την αρχιτεκτονική της πόλης. Στον βασικό εκθεσιακό χώρο, το Palazzo Strozzi, η έκθεση αναπτύσσεται σε δέκα αίθουσες, ακολουθώντας χρονολογική ροή που αναδεικνύει την πορεία των καλλιτεχνικών του αναζητήσεων. Ξεκινά από τα πρώιμα έργα, από τα τέλη της δεκαετίας του 1930, έως το 1946, όπου φαίνεται η αναπαραστατική ζωγραφική και η αγάπη του για την ελληνική μυθολογία, την πρωτόγονη τέχνη και την ψυχανάλυση, όπως και στα αυτοπορτρέτα. Ακολουθεί η περίοδος της εξερεύνησης της αυτόματης γραφής και του σουρεαλισμού, με αφηρημένες μορφές που θυμίζουν ανθρώπους και ζώα. Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του 1940, εγκαταλείπει την αναπαράσταση και επικεντρώνεται στις αφηρημένες συνθέσεις με μεγάλα, αιωρούμενα χρωματικά πεδία, που έγιναν το χαρακτηριστικό του ιδίωμα. Η πορεία καταλήγει στις ώριμες δημιουργίες, όπου τα τελευταία έργα, με κυρίαρχα το μαύρο και το γκρι, αντικατοπτρίζουν τις προσωπικές του ανησυχίες και τη βαριά ψυχολογική του φόρτιση. Υπάρχει πλούσιο υλικό για αυτό το «ταξίδι», καθώς τα εκθέματα καλύπτουν όλο το φάσμα της καριέρας του, περιλαμβάνοντας μελέτες για σημαντικές παραγγελίες και υδατογραφίες των τελευταίων χρόνων. Προέρχονται από κορυφαία μουσεία και ιδιωτικές συλλογές, όπως το MoMA και το MET της Νέας Υόρκης, η Tate του Λονδίνου, το Κέντρο Πομπιντού στο Παρίσι και η Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον, αλλά και από την προσωπική συλλογή των δύο παιδιών του, Κρίστοφερ και Κέιτ Ρόθκο Πράιζελ.

Ετσι εξασφαλίζεται μια πλήρης εικόνα της δημιουργικής του πορείας και των σημαντικότερων αναθέσεων που δέχθηκε, με πιο χαρακτηριστική εκείνη για το εστιατόριο Four Seasons της Νέας Υόρκης το 1958 από τον αμερικανό αρχιτέκτονα Φίλιπ Τζόνσον, την ίδια χρονιά που ο Ρόθκο συμμετείχε στην Μπιενάλε της Βενετίας. Η ιστορία είναι γνωστή: ο ζωγράφος απέσυρε τα έργα, θεωρώντας ότι η αυστηρότητα και η ένταση των πινάκων του θα ερχόταν σε σύγκρουση με το περιβάλλον ενός εστιατορίου, παρότι του προσφέρθηκαν 35.000 δολάρια. Αντίθετα, δημιούργησε τη σειρά «Seagram«, με τους αισθητά πιο βαρύθυμους πίνακες σε σχέση με ό,τι είχε κατά νου ο Τζόνσον όταν του απηύθυνε τη δημιουργική πρόσκληση. Τα έργα δωρήθηκαν τελικά στην Tate του Λονδίνου, όπου εκτίθενται μαζί σε ειδική αίθουσα.

Από κοντά και οι «δορυφόροι»

Δύο μελέτες για αυτή την ανάθεση παρουσιάζονται στον προθάλαμο της Λαυρεντιανής Βιβλιοθήκης, με την εντυπωσιακή σκάλα από γκρι πέτρα – και είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο –, ώστε να γίνει αντιληπτή η βαθιά ψυχολογική επίδραση που είχε στον Ρόθκο η θέαση αυτής της αναγεννησιακής δημιουργίας του 16ου αιώνα. Δεδομένου ότι ο Μιχαήλ Αγγελος αντιμετώπισε τους εσωτερικούς τοίχους αρχιτεκτονικά σαν εξωτερική όψη στραμμένη προς τα μέσα, ο Ρόθκο είχε πει σε έναν φίλο του ότι με αυτόν τον τρόπο είχε πετύχει το συναίσθημα που αναζητούσε στη ζωγραφική του: μια αίσθηση εγκλωβισμού και έντασης που μετατρέπει τον χώρο σε ψυχολογική εμπειρία, μια και «ο θεατής νιώθει παγιδευμένος σε ένα δωμάτιο όπου όλες οι πόρτες και τα παράθυρα έχουν κλειστεί, έτσι ώστε το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να χτυπά για πάντα το κεφάλι του στον τοίχο». Οι τοιχογραφίες του Φρα Αντζέλικο στο πρώην μοναστήρι του Αγίου Μάρκου – όπως ο αριστουργηματικός «Ευαγγελισμός» – αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για την εξερεύνηση της συναισθηματικής δύναμης και της αίσθησης υπέρβασης που χαρακτηρίζουν τα χρωματικά πεδία του Ρόθκο. Στον χώρο αυτόν έχουν επιλεγεί πέντε έργα του, τα οποία τοποθετήθηκαν ανάμεσα σε πρώην κελιά μοναχών και στις τοιχογραφίες του Φρα Αντζέλικο, και πάλι για πρώτη φορά, ώστε να δημιουργηθεί διάλογος ανάμεσα στην αφηρημένη ζωγραφική και τις θρησκευτικές παραδόσεις του 15ου αιώνα. Ο Μαρκ Ρόθκο ένιωσε ζωντανός στη Φλωρεντία, σε αυτή την πόλη-κιβωτό τέχνης, καθώς ο ίδιος ήθελε να ζει μόνο μέσα στο χρώμα, το φως και τη σκιά που τοποθετούσε στους καμβάδες του.

Ηταν πολλά όσα ήθελε να αφήσει πίσω του, κυρίως τον κόσμο που εγκατέλειψε στα δέκα του χρόνια, φθάνοντας στην Αμερική για να συναντήσει τον πατέρα και τα αδέλφια του στο Πόρτλαντ. Γεννήθηκε ως Μάρκους Γιακόβλεβιτς Ρόθκοβις στο Ντβινσκ της πάλαι ποτέ Ρωσικής Αυτοκρατορίας – σημερινό Ντάουγκαουπιλς της Λετονίας –, σε ένα περιβάλλον που δεν ευνοούσε την εβραϊκή ταυτότητα, κάτι που τον ακολούθησε και στη νέα του πατρίδα. Παρά το ταλέντο του στην τέχνη και τις σπουδές, που του εξασφάλισαν υποτροφία στο Yale, ένιωσε ξένος σε ένα εχθρικό προς τους Εβραίους ελιτίστικο περιβάλλον και εγκατέλειψε τη φοίτηση στο δεύτερο έτος. Η φρίκη του Ολοκαυτώματος διαμόρφωσε τη βαθιά ευαισθησία του στον ανθρώπινο πόνο και την αναζήτηση νοήματος στη ζωή, στοιχεία που διαπερνούν όλο το έργο του.

Τη δε Φλωρεντία την επισκέφθηκε μαζί με τη σύζυγό του Μελ, σχεδόν 18 χρόνια νεότερή του, η οποία εγκατέλειψε την καριέρα της για να αφοσιωθεί σε αυτόν και στα δύο παιδιά τους μετά τον γάμο τους στα μέσα της δεκαετίας του ’40. Σύμφωνα με τον γιο τους Κρίστοφερ, επιμελητή της έκθεσης και συγγραφέα του βιβλίου με τίτλο «Mark Rothko. From the Inside Out» (εκδόσεις Yale University Press), η δύναμη που αντλούσε από τη σχέση τους τον βοήθησε να μεταβεί με μεγαλύτερη άνεση από το νεο-σουρεαλιστικό στυλ που είχε υιοθετήσει το 1940 στην πλήρη αφαίρεση που ακολούθησε. Η αυτοκτονία του Ρόθκο έχει συχνά ερμηνευτεί ως κλειδί για την κατανόηση του έργου του, όμως αυτή η προσέγγιση παραβλέπει την πραγματικότητα της ζωής του. Τα τελευταία του χρόνια ήταν γεμάτα προκλήσεις, όπως τα σοβαρά προβλήματα υγείας και η διάλυση του γάμου του, αλλά ταυτόχρονα δημιουργικά γόνιμα, με αδιάκοπη δουλειά και πειραματισμούς με νέα υλικά. Ο μύθος της τραγικής φιγούρας επισκιάζει την ανθρώπινη πλευρά του: την αφοσίωση στην οικογένεια, την αγάπη για τη μουσική και την αρχαία Ελλάδα, που έστω και μέσω του ιταλικού εδάφους παρεισέφρησε και αυτή στο έργο του.

ΙΝFO

«Rothko in Florence»: Palazzo Strozzi,

Museo di San Marco, Biblioteca Medicea Laurenziana, Φλωρεντία, έως τις 23 Αυγούστου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version