Υπάρχουν σπίτια που σε κερδίζουν από την πρώτη ματιά και υπάρχουν και εκείνα που αποκαλύπτονται αργά, σχεδόν υπόγεια, μέσα από τη λογική τους, την ατμόσφαιρά τους, τον τρόπο με τον οποίο στέκονται απέναντι στον τόπο όπου χτίστηκαν. Το αποκαλούμενο «Mounthattan», στην Ανδόρρα, ανήκει χωρίς αμφιβολία στη δεύτερη κατηγορία. Δεν πρόκειται για ένα σπίτι που επιδιώκει να εντυπωσιάσει με τον αναμενόμενο τρόπο. Δεν ντύνεται με τα στερεότυπα της ορεινής κατοικίας, δεν αναπαράγει την προβλέψιμη αισθητική του αλπικού σαλέ, δεν καταφεύγει στην εύκολη εικόνα της «ζεστής καλύβας» με υπερβολική ξυλεία, πέτρα και ρουστίκ διάθεση. Αντιθέτως, προτείνει κάτι πολύ πιο σύνθετο και τελικά πολύ πιο ενδιαφέρον: τη μεταφορά της αίσθησης ενός εκλεπτυσμένου αστικού διαμερίσματος στην καρδιά του βουνού.
Το project, που φέρει την υπογραφή του αρχιτεκτονικού γραφείου Llamazares Pomés Arquitectura, γεννήθηκε από την ένωση δύο όμορων μονοκατοικιών σε μία ενιαία κατοικία 680 τ.μ., σε υψόμετρο σχεδόν 1.700 μ., με ανοιχτή θέα στις χιονισμένες πλαγιές. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς ένα μεγάλο σπίτι διακοπών, αλλά μια ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική πρόταση για το πώς μπορεί να κατοικείται σήμερα το βουνό χωρίς φολκλόρ και χωρίς υποχρεωτικές αναφορές στην παράδοση, τουλάχιστον όχι με τον αναμενόμενο τρόπο.
Νέα φιλοσοφία στο κατοικείν
Ο πελάτης απευθύνθηκε στους αρχιτέκτονες αρχικά για κάτι φαινομενικά περιορισμένης κλίμακας: τη διαμόρφωση ενός WC και τη σύνδεση των κήπων. Πολύ γρήγορα, όµως, έγινε σαφές ότι το πραγµατικό ζήτηµα ήταν βαθύτερο: το ίδιο το σπίτι δεν εξέφραζε πραγµατικά το πώς ήθελε να (το) ζει ο ιδιοκτήτης του. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται συχνά η ουσία της καλής αρχιτεκτονικής· όχι στο να απαντά µόνο σε όσα ζητούνται, αλλά στο να αποκαλύπτει και όσα δεν έχουν ακόµη ειπωθεί µε σαφήνεια.
Αυτό που πρότεινε το γραφείο δεν ήταν απλώς ένας νέος σχεδιασμός, αλλά μια συνολική αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο θα έπρεπε να λειτουργεί η κατοικία. Προτού ακόμη εμφανιστεί το τελικό αισθητικό λεξιλόγιο, οργανώθηκε πρώτα η λογική της ζωής μέσα στο σπίτι: πώς χρησιμοποιείται κάθε χώρος, πώς συνδέεται με τον επόμενο, πού βρίσκονται οι ζώνες «έκθεσης» και πού εκείνες της ιδιωτικότητας, πώς ένα τόσο μεγάλο σπίτι μπορεί να παραμείνει ανθρώπινο και όχι ψυχρό. Αυτή η διαδικασία γέννησε τελικά και την ταυτότητα του έργου. Ενα σπίτι στο βουνό που δεν θέλει να μοιάζει με σαλέ, αλλά με ένα sophisticated διαμέρισμα κάπου ανάμεσα στη νεοϋορκέζικη αισθητική και στη σιωπή του αλπικού τοπίου. Ετσι γεννήθηκε και το ευφάνταστο όνομα «Mounthattan».

Η ιδέα είναι τόσο εύστοχη όσο και αποκαλυπτική. Αντί να επιβληθεί στο κτίριο μια εικόνα που δεν του ανήκε, οι αρχιτέκτονες διάβασαν το ίδιο το «σώμα» του σπιτιού. Πρόκειται για μια σύγχρονη κατασκευή, με προκατασκευασμένο σκυρόδεμα και γυψοσανίδες, επομένως η αναπαράσταση ενός παραδοσιακού ορεινού καταφυγίου θα έμοιαζε σχεδόν μεταμφίεση. Αντί για αυτό, επιλέχθηκε ένας σύγχρονος αρχιτεκτονικός λόγος, καθαρός, ευθύς, αστικός, που όμως δεν χάνει ούτε στιγμή τη ζεστασιά που απαιτεί το ορεινό περιβάλλον.
Το ξύλο πρωταγωνιστεί, αλλά όχι με νοσταλγικό ή ρουστίκ τρόπο. Χρησιμοποιείται σε πατώματα, επενδύσεις και εντοιχισμένα έπιπλα, δημιουργώντας μια ενιαία επιφάνεια που διατρέχει το σπίτι και προσδίδει συνοχή. Οι επενδύσεις τοποθετούνται από το δάπεδο ως την οροφή, χωρίς περιττές διακοπές, κάσες ή διακοσμητικούς τονισμούς. Το αποτέλεσμα είναι ένα αρχιτεκτονικό ξύλο, όχι ένα διακοσμητικό ξύλο. Ενα υλικό που οργανώνει τον χώρο αντί να τον «ντύνει» απλώς.
Σε ένα σπίτι τέτοιου μεγέθους, όμως, το στοίχημα δεν είναι μόνο η αισθητική συνοχή. Είναι η οικειότητα. Πώς κάνεις 680 τετραγωνικά να μη μοιάζουν απρόσωπα; Πώς δίνεις κλίμακα σε κάτι μεγάλο χωρίς να το μικραίνεις τεχνητά; Εδώ, το «Mounthattan» δείχνει ίσως την πιο ώριμη πλευρά του. Η απάντηση δεν βρίσκεται στο μέγεθος, αλλά στην αναλογία. Στους ενδιάμεσους χώρους. Στις μικρές εστίες ζωής μέσα στο σύνολο. Στις γωνιές που λειτουργούν σαν προσωπικά καταφύγια, στις πιο προστατευμένες περιοχές που προσκαλούν σε ανάγνωση, σιωπή, συνομιλία ή απλή παρατήρηση του τοπίου. Το σπίτι δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με την απεραντοσύνη του, αλλά να την πειθαρχήσει υπέρ της κατοίκησης.
Οαση αισθητικής με ανυπέρβλητη θέα
Εδώ το τοπίο είναι πάντα παρόν. Με θέα στις πίστες του σκι και σε ένα περιβάλλον εξαιρετικής φυσικής δύναμης, το σπίτι όφειλε να σταθεί με σεβασμό απέναντι στη βουνίσια σκηνογραφία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο πειρασμός είναι μεγάλος: η αρχιτεκτονική να γίνει φλύαρη, να θέλει να ανταγωνιστεί το τοπίο, να το «κορνιζάρει» με υπερβολή. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Η σχέση μέσα-έξω δουλεύεται με λεπτότητα, με βασικό στόχο το εξωτερικό να διαβαστεί ως φυσική συνέχεια του εσωτερικού.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η σκοτεινή πισίνα μπροστά από τον χώρο του καθιστικού και της τραπεζαρίας. Δεν λειτουργεί μόνο ως στοιχείο αναψυχής, αλλά ως ένα επίπεδο νερού που αντανακλά τον ουρανό, το φως και το βουνό, προσθέτοντας ένα δεύτερο, σχεδόν ζωγραφικό, τοπίο μπροστά από τη θέα. Παράλληλα, μια «αόρατη» κουπαστή τοποθετήθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο, ώστε να μην παρεμβάλλεται στο βλέμμα. Πρόκειται για εκείνου του είδους τις παρεμβάσεις που ίσως δεν παρατηρούνται άμεσα, αλλά καθορίζουν ριζικά την εμπειρία του χώρου.
Η εσωτερική ζωή του «Mounthattan» επιβεβαιώνει διαρκώς αυτή τη φιλοσοφία της ήρεμης πολυτέλειας. Το σπίτι διαθέτει ιδιωτικό spa με σάουνα, χαμάμ και τζακούζι, αλλά και ζώνη ψυχαγωγίας με μπαρ, μπιλιάρδο και home cinema. Θα μπορούσαν όλα αυτά να είχαν διολισθήσει σε μια επίδειξη άνεσης και πλούτου. Κι όμως, ενσωματώνονται σε μια συνολική εμπειρία χωρίς κραυγαλέες χειρονομίες. Τίποτα δεν μοιάζει να φωνάζει. Oλα υπηρετούν την ιδέα ότι η πολυτέλεια είναι, πάνω απ’ όλα, ποιότητα εμπειρίας.
Ακόμη και ο χώρος στάθμευσης, συνήθως ο πιο αδιάφορος και ψυχρός κάθε κατοικίας, αντιμετωπίστηκε ως μέρος της αρχιτεκτονικής αφήγησης. Εκεί τοποθετήθηκε μια μεγάλη φωτογραφική εικόνα που αναπαριστά τη θέα που θα υπήρχε αν το σπίτι δεν είχε χτιστεί ποτέ. Φωτιζόμενη από πίσω, η εικόνα λειτουργεί σαν παράθυρο, σαν τεχνητό άνοιγμα προς το τοπίο, μετατρέποντας την άφιξη στο σπίτι σε εμπειρία και όχι σε απλή λειτουργική μετάβαση. Είναι µια λεπτοµέρεια σχεδόν ποιητική, από αυτές που αποκαλύπτουν ότι η αρχιτεκτονική δεν εξαντλείται στους τοίχους και στα έπιπλα, αλλά επεκτείνεται στο πώς νιώθεις όταν επιστρέφεις σε ένα σπίτι που δεν υπακούει σε στερεότυπα, αλλά στον δικό σου τρόπο ζωής.
