Τα μουσεία είναι συνήθως χώροι σιωπής και περισυλλογής, όμως η επίσκεψη στο Μουσείο Βορρέ δεν εμπίπτει σε μια τυπική, συνηθισμένη μουσειακή εμπειρία. Ακούς παιδικές φωνές, αυτή τη χαρούμενη βαβούρα που κυριαρχεί κυρίως τις καθημερινές, καθώς μαθητές επισκέπτονται τον χώρο με τα σχολεία τους, αλλά και τον κόσμο στα εργαστήρια ενηλίκων τα Σαββατοκύριακα, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο εκπαιδευτικών δράσεων που έχει σχεδιάσει και επιμελείται τελευταία η Μυρτώ Λάβδα.
Ή, βεβαίως, τον κόσμο στο υπέροχο café του – απόκτημα της καραντίνας, από το 2020 και μετά –, που έχει αποδειχθεί εξαιρετικά δημοφιλές και έχει ενισχύσει οικονομικά τη διαχείριση αυτών των περίπου 12 στρεμμάτων, τα οποία περιλαμβάνουν πολύ περισσότερα από έργα ελληνικής και λαϊκής τέχνης: το Μουσείο Βορρέ στην Παιανία, πασίγνωστο ως όνομα, αλλά όχι ενταγμένο στην πολιτιστική ζωή της πόλης ή της περιφέρειας όσο του αρμόζει και του αξίζει.

Ή, έστω, όχι για τους σωστούς λόγους – αν αναλογιστεί κανείς ότι προκλήθηκε ένα μικρό τοπικό σκάνδαλο όταν ο Δημήτρης Αληθεινός, στο πλαίσιο της έκθεσης σύγχρονης τέχνης «Embrace Empathy: Exploring the Spectrum of Understanding» (σε επιμέλεια Ολγας Δανιηλοπούλου), πραγματοποίησε μία από τις «Κατακρύψεις» του (μια τελετουργική εννοιολογική πράξη κατά την οποία θάβει έργα ή υλικά στη γη, ως συμβολική χειρονομία διαφύλαξης της μνήμης και προειδοποίησης για τη φθαρτότητα του ανθρώπινου πολιτισμού) βάζοντας δώδεκα νεκρά αρνιά σε έναν λάκκο, γεγονός που οδήγησε έναν κάτοικο να θεωρήσει ότι επρόκειτο για τελετή μαύρης μαγείας(!).

Αυτό το πολυσυλλεκτικό μουσείο λοιπόν διάγει έναν νέο βίο, μια ανανέωση που τα τελευταία δύο χρόνια έχει κορυφωθεί. Αυτή οφείλεται στον Νεκτάριο Βορρέ, πρόεδρο του ΔΣ εδώ και δέκα έτη, από τότε δηλαδή που πέθανε ο παππούς του, ιδρυτής του μουσείου, Ιων Βορρές (1924-2015). «Είναι απλώς ένας τίτλος» επισημαίνει ο ίδιος για τη θέση του. Και η αλήθεια είναι ότι η εμπλοκή του είναι τέτοια που δεν μπορείς να τον φανταστείς σε ένα γραφείο να επιβλέπει ή να δίνει εντολές: είναι παντού και μέσα σε όλα, φροντίζοντας να αποκτήσουν νέα ζωή σε αυτή την ολιστική, όπως αποδεικνύεται, εμπειρία που προσφέρει το μουσείο. Αρχής γενομένης από την τέχνη – λαϊκή και πιο σύγχρονη – που φιλοξενεί σε ένα σύμπλεγμα κτιρίων-συγκοινωνούντων δοχείων.
Το σύνολο που είναι πιο σημαντικό από τα επιμέρους στοιχεία
Από τη μια, το μοντέρνο κτίριο, που εγκαινιάστηκε το 1983 και σχεδιάστηκε ειδικά για να είναι μουσείο από τον αρχιτέκτονα Μιχάλη Φωτιάδη (μεταξύ άλλων, συνεργάτη του Μπερνάρ Τσουμί στο Νέο Μουσείο Ακρόπολης), ένα εντυπωσιακό κτίσμα με μεγάλες επιφάνειες, γενναιόδωρα ανοίγματα για να μπαίνει το φως και ένθετα γλυπτικά, αρχιτεκτονικά στοιχεία από καλλιτέχνες όπως ο Κοσμάς Ξενάκης ή η Νέλλα Γκόλαντα και το ιδανικό μέρος για να φιλοξενηθεί μέρος της συλλογής του Ιωνος Βορρέ με έργα τέχνης του 20ού αιώνα. Από την άλλη, το Λαογραφικό Μουσείο ή Πυργί, το οποίο παίρνει το όνομά του από τους δύο μικρούς πύργους που αποτελούν το κύριο αρχιτεκτονικό του γνώρισμα.
Πρόκειται για δύο παραδοσιακά, χωριάτικα σπίτια και τα ερείπια ενός στάβλου και ενός πατητηριού, που χρονολογούνται από τις αρχές του 19ου αιώνα. Είναι ενωμένα έτσι ώστε να μην μπορείς να ξεχωρίσεις τις «ραφές» τους και το εσωτερικό τους παραμένει αναλλοίωτο, όπως ήταν όσο ζούσε σε αυτό ο Ιων Βορρές, καθώς ήταν το σπίτι του. Εκεί υπάρχουν ελληνικά λαϊκά αντικείμενα καθημερινής χρήσης, έπιπλα, χαλιά, κιούπια, υπέρθυρα, μεταβυζαντινές εικόνες, όπως και τα λεγόμενα «συριανά» φιλελληνικά πιάτα – «η Ελλάδα μέσα από πολλές περιοχές, μέσα από τα μάτια του συλλέκτη» συνοψίζει το μουσειολογικό αφήγημα ο Νεκτάριος Βορρές –, αλλά και αντικείμενα που έχουν επαναχρησιμοποιηθεί δημιουργικά, όπως γούρνες από όπου έπιναν τα ζώα νερό και αξιοποιούνται ως αποθετήρια αμάραντων, μια μυλόπετρα από λιοτρίβι που έγινε τραπέζι κ.ά.
«Ενα upcycling, προτού αυτό γίνει μόδα» λέει σχετικά ο Νεκτάριος Βορρές, ο οποίος γνωρίζει ότι το σύνολο των αντικειμένων είναι πιο σημαντικό από τα επιμέρους στοιχεία τους. Υπάρχουν και οι κήποι του μουσείου, οι οποίοι δεν είναι απλώς διακοσμητικά στοιχεία, αλλά ζωντανά κύτταρα του χώρου, όπου διοργανώνονται και διάφορα εργαστήρια – από θέατρο μέχρι εικαστικά και βοτανική.
«Τα τελευταία χρόνια έχουν εισαχθεί στον κήπο πάνω από 5.000 φυτά, ανάμεσά τους περισσότερα από 400 νέα είδη, με στόχο να γίνει ο χώρος πιο βιώσιμος: να χρειάζεται λιγότερη φροντίδα, λιγότερο χρόνο και νερό και ταυτόχρονα να παραμένει όμορφος για μεγαλύτερο διάστημα. Το μυστικό είναι απλό, αλλά καθοριστικό: το κατάλληλο φυτό στη σωστή θέση» εξηγεί ο Νεκτάριος Βορρές. Χάρη σε αυτή τη φροντίδα, ο κήπος έχει αρχίσει πλέον να αναπτύσσεται σχεδόν από μόνος του και έχει γίνει πόλος έλξης για επισκέπτες και λάτρεις της φύσης.

Η ελληνική τέχνη ως «restart»
H έμφαση δίνεται βέβαια στην τέχνη. Η συλλογή που δημιούργησε ο Ιων Βορρές περιλαμβάνει περίπου 1.100 έργα ελλήνων καλλιτεχνών από τις γενιές των δεκαετιών ’30, ’60, ’80 αλλά και αρχές ’90 (όπως οι Γιάννης Γαΐτης, Δημήτρης Μυταράς, Γιάννης Κουνέλλης, Γιάννης Μόραλης και Χρύσα, μεταξύ άλλων). Ενα μέρος της, περί τα 150 έργα, παρουσιάζεται ως μόνιμη συλλογή – η οποία, σημειωτέον, θα ανασυνταχθεί και θα παρουσιαστεί με μια νέα μουσειολογική μελέτη, σε επιμέλεια της Εβίτας Τσοκάντα, τον ερχόμενο Μάρτιο.
Οχι ότι δεν εμπλουτίζονται οι συλλογές – τα σχετικά κονδύλια προέρχονται από ίδιους πόρους που προκύπτουν από τα εισιτήρια, τα παράλληλα προγράμματα, τη διεξαγωγή κοινωνικών ή corporate events ή και γυρισμάτων –, αλλά το βάρος έχει πέσει στο να επιτευχθεί η εύρυθμη λειτουργία αυτού του δαιδαλώδους χώρου. Εξάλλου, όπως λέει ο Νεκτάριος Βορρές: «Γιατί πρέπει να είναι μόνο έργα της συλλογής αυτά που παρουσιάζονται στο μουσείο;
Μπορείς και μέσα από μια περιοδική έκθεση να δείξεις πράγματα που θέλεις να πεις». Σε αυτή τη λογική εντάσσεται το πρόγραμμα «The 365 Project», όπου κάθε δύο μήνες καλείται ένας/μία εικαστικός να παρουσιάσει ανάμεσα στα έργα της Πινακοθήκης του μουσείου μια σειρά νέων δημιουργιών, υπό την επιμέλεια της Ολγας Δανιηλοπούλου. Αυτή την περίοδο, για παράδειγμα, φιλοξενείται η «Λευκή σειρά» του Ηλία Παπαηλιάκη, οκτώ μελέτες για τις νωπογραφίες ενός ταφικού μνημείου το οποίο δεν πρόκειται να υλοποιηθεί (έως τις 8/3).

«Θέλουμε να επαναφέρουμε στη συνείδηση του κόσμου ότι το Μουσείο Βορρέ συνδέεται με τα εικαστικά, μια πτυχή πολιτισμού που μπορεί να ακούγεται ελιτίστικη αλλά δεν είναι». Αν μη τι άλλο, έχει και εκπαιδευτικό χαρακτήρα, καθώς το μουσείο φιλοξενεί την εντυπωσιακή συλλογή του Ιδρύματος Γιάννη & Ζωής Σπυροπούλου – μια συνεργασία με το Μουσείο Γιάννη Σπυρόπουλου που ξεκίνησε το 2016 και οδήγησε στην προσθήκη της Πτέρυγας Γιάννη Σπυρόπουλου στο μουσείο, όπου φιλοξενούνται εκ περιτροπής ορισμένα από τα 250 έργα του διάσημου έλληνα ζωγράφου της αφαίρεσης.
Πολίτης του κόσμου και της Παιανίας
Ποιος ήταν όμως ο Ιων Βορρές; Σε ένα τραπεζάκι στο μουσείο που ήταν σπίτι του μπορείς να τον δεις μέσα από φωτογραφίες: με τη Μελίνα Μερκούρη, με τον Ανδρέα Παπανδρέου, με τον Παχλαβί, τον σάχη της Περσίας, με τα μέλη της βασιλικής οικογένειας Αννα Μαρία και Παύλο, ακόμη και με την Ολγα, αδελφή του τσάρου Νικολάου Β’ – η μόνη που επιβίωσε από την οικογένειά της και την οποία εκείνος γνώρισε στον Καναδά και του ανέθεσε να γράψει την επίσημη βιογραφία της. Σε άλλες φωτογραφίες εμφανίζεται με τον Μακάριο ή με τον Τεντ Κένεντι στην Ουάσιγκτον, τον οποίο γνώρισε στην Αμερική στο πλαίσιο περιοδείας έκθεσης με έργα της συλλογής στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Στα 84 του τιμήθηκε με το βραβείο «Order of Canada», έχοντας πλέον την καναδική υπηκοότητα.
«Ολα ξεκινούν το 1964, όταν επιστρέφει από τον Καναδά» διηγείται ο Νεκτάριος Βορρές και συνεχίζει: «Είχε φύγει για σπουδές στο Γουίνιπεγκ, μια πόλη κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά. Καθώς η οικογένειά του εκπροσωπούσε τη Gillette στην Ελλάδα, πηγαίνοντας εκεί βρέθηκε κοντά στην ίδια την οικογένεια των Ζιλέτ. Ο αρχικός στόχος ήταν να σπουδάσει Οικονομικά ή κάτι συναφές, όμως πολύ γρήγορα στράφηκε στην Ψυχολογία και τη Φιλοσοφία.
Παρέμεινε στον Καναδά σχεδόν είκοσι χρόνια. Οταν επέστρεψε στην Ελλάδα, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη χώρα της αντιπαροχής. Η εικόνα αυτή τον απώθησε βαθιά. Μεγαλωμένος στην οδό Βουκουρεστίου και στο κέντρο της Αθήνας, αποφάσισε συνειδητά να ακολουθήσει την αντίστροφη πορεία. Ενας φίλος του που έμενε στους πρόποδες του Υμηττού τον οδήγησε να περάσει μέσα από την Παιανία, η οποία τότε ήταν σαν χωριό. Οταν άκουσε τις τιμές της γης, ξεκίνησε να αγοράζει δύο ερείπια – αυτά που σήμερα συγκροτούν τον πυρήνα του Λαογραφικού Μουσείου –, έναν στάβλο, ένα πατητήρι και ένα μονόχωρο καμαρόσπιτο.

Ο αρχικός σκοπός δεν ήταν η δημιουργία μουσείου, αλλά η αναστήλωσή τους, η ενοποίησή τους και η μετατροπή τους στη βασική κατοικία του». Η ιδέα του μουσείου δεν υπήρχε ακόμη, όμως κάτι τον «τσίγκλαγε» και άρχισε να αγοράζει ασταμάτητα αντικείμενα, αλλά και γη, ερείπια και κατοικίες. «Αν υπήρξε πρωτοπόρος με κάποιον τρόπο, αυτό οφείλεται στο ότι διέκρινε πολύ νωρίς την αξία της λαϊκής δημιουργίας και της παράδοσης» παρατηρεί ο Νεκτάριος Βορρές.
«Είχε τη διορατικότητα να διακρίνει την αξία εκεί όπου άλλοι έβλεπαν άχρηστα αντικείμενα: χειροποίητα έργα του 19ου αιώνα που πετιούνταν, γούρνες και μυλόπετρες που στα χέρια του άλλαζαν χρήση και μεταμορφώνονταν. Εκείνη την εποχή αυτή η στάση θεωρούνταν ακραία εκκεντρικότητα, όχι μόνο το να συλλέγεις τέτοια αντικείμενα, αλλά και το να ζεις ανάμεσά τους. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 αγοράζει ένα έργο του Αλέκου Κοντόπουλου και από εκείνη τη στιγμή ξεκινά η στροφή του προς τη σύγχρονη τέχνη. Ετσι γεννιέται μια συλλογή σύγχρονων έργων, η οποία δεν σταμάτησε ποτέ να μεγαλώνει και να διευρύνεται» συμπληρώνει.
Στην αρχή, ο Ιων Βορρές αντιμετωπίστηκε με καχυποψία στην περιοχή, στην πορεία όμως η εικόνα αυτή άλλαξε ριζικά. Εξελέγη δύο φορές δήμαρχος στο «άβατο» της Παιανίας, έναν τόπο όπου, παραδοσιακά, για να κατακτήσεις δημόσιο αξίωμα, έπρεπε να έχεις βαθιές ρίζες. «Από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις του ως δημάρχου ήταν η ένταξη 2.300 στρεμμάτων στο σχέδιο πόλης, με σαφείς και αυστηρούς όρους δόμησης: 7,5 μέτρα ύψος συν 1,5 μέτρα για κεραμοσκεπή. Αν αυτό δεν είχε συμβεί, η Παιανία δεν θα είχε διατηρήσει τον χαρακτήρα της. Κάποτε του έλεγαν “μας κατέστρεψες” ενώ σήμερα λένε “ευτυχώς που υπήρχε ο Βορρές”. Ισως αυτό να ήταν το σημαντικότερο έργο του. Το επόμενο ήταν το μουσείο. Εκεί υπήρχε και μια μορφή “υστεροβουλίας”: ήθελε το μουσείο του να βρίσκεται σε μια περιοχή που θα είχε διατηρήσει τον χαρακτήρα της. Κάποιοι θα έλεγαν ότι υπήρξε μπροστά από την εποχή του, αλλά το αφήνω σε εσάς να το κρίνετε».